14 February 2018

[Ο Οδυσσέας πλέει]

Η γη αναχωρεί,
ο ναύτης αποκόβεται,
απομεινάρια της ακολουθούν την κίνηση του
την προλαβαίνουν με μανικές  κραυγές
φτεροκοπήματα των γλάρων φαίνονται
όλα τούτα, κι αλμυρές σταγόνες
μια αδίστακτη αλληλουχία ξεκινά,
ο αέρας δυναμώνει
οι κραυγές  δυναμώνουν
η στεριά λανθάνει αβέβαιη πάνω στα βάθη
η εικόνα όμως γνώριμη, αντέχει
σπαρταρά σαν ξίφος ματωμένο, ζεστό
παραπλανά τα μάτια
εκείνα το νου
κι ο νους εκείνα
τα αυτιά ακούνε μουσική, άλλοτε γέλια 
και λέξεις, σπασμένες μακρινές.

Αλλά, μια στιγμή μονάχα αρκεί
μια ματιά εμπρός  επάνω  ή κάτω
στο χάρτη, να δει τη ρότα
αν πήρε νερό ή τη νιτσεράδα
κι όταν γυρίζει πίσω το βλέμμα
όλα έχουν χαθεί, χωρίς ίχνη
κανένας ήχος 
κανένα φτεροκόπημα
καμία μυρωδιά - πέρα από  εκείνη,
που έχει κρυμμένη στα ρουθούνια
χωρίς να ξέρει,
κι η στεριά μια βουλιαγμένη ανάμνηση,
φάντασμα, στοιχείο που το νόμισε
μόνη ελπίδα πια ο ορίζοντας
ελπίδα της ελπίδας δηλαδή,
αίνιγμα κι απάντηση,
το ξύλο που πατάει  τρίζει σαν κάτι που υφαίνεται,
ο νόστος του είναι αγέννητος
κι ο πόνος, ακόμα, απερίγραπτος.
Ο Οδυσσέας κλαίει.


(Σώτος Δασκαλόπουλος, 2018)