12 June 2011
/ελευθερία, προδοσία, διακινδύνευση/
ΝΙΚΟΣ ΚΕΣΑΝΛΗΣ by nikosgian52
Με τον Κενσανλή συναντηθήκαμε στην ΑΣΚΤ το φθινόπωρο του 1984. Ήμουν τότε πρωτοετής φοιτητής στον Κοκκινίδη (στο Μικρό Πολυτεχνείο), είχε προηγηθεί ένα θυελλώδες προκαταρκτικό που είχε πλήξει την εικόνα των περισσοτέρων δασκάλων της σχολής και η γοητευτική φήμη ενός αντισυμβατικού δάσκαλου που ξεχώριζε με έκανε να λοξοκοιτάζω ήδη προς την οδό Χέυδεν.
Η ελευθερία, ήταν η πρώτη καλλιτεχνική μου επιθυμία. Πως όμως;
Το επόμενο έτος είχα ήδη μετακινηθεί στο Ε΄εργαστήριο ευχόμενος να έχω την εμπειρία ενός απελευθερωτικού μαθήματος. Ήμουν νέος και η εποχή καλλιεργούσε παρόμοιες επιθυμίες σε όλο το φάσμα της ζωής. Ο Νίκος μας μιλούσε συχνά για το ρίσκο, για την ανατροπή της αισθητικής τάξης, για την διάλυση του γερασμένου περιβάλλοντος της τέχνης, και όπως πάντα όλα αυτά με μεγάλη ορμητικότητα. Μετά εξαφανίζονταν για μέρες και εμείς πασχίζαμε να ανταποκριθούμε σε ότι είχαμε αντιληφθεί ως ζητούμενο, να φτιάξουμε στο μυαλό μας ένα σχέδιο απελευθέρωσης από την μικροαστική αισθητική. Οι υπόλοιποι δάσκαλοι του εργαστηρίου αυτοσχεδίαζαν ερμηνεύοντας τον αντί-δάσκαλο και η σύγχυση ολοένα μεγάλωνε, διότι κάποιοι, φαίνεται ότι προχωρούσαν αποφασιστικά και κάποιοι άλλοι όχι, αλλά κανείς από όλους δεν καταλάβαινε με ποιο τρόπο αυτή η πρόοδος γινόταν ή από τι φαινόταν. Ο μόνος που γνώριζε(;) ήταν ο αντιδάσκαλος, αλλά εκείνος δεν μιλούσε. Καμιά φορά έπιανε να διηγείται ιστορίες, από την Ιταλική και την Παριζιάνικη Πρωτοπορία, τον Μαρσέλ Ντυσσάν και την παρτίδα σκάκι που έπαιξαν κάποτε, τον Ρεστανί, ιστορίες δηλαδή που μας ενθουσίαζαν και ανανέωναν την πίστη μας σε εκείνον ως φορέα μιας διαρκώς επίκαιρης αβάν-γκαρντ. Πάλι όμως χανόταν για καιρό, κοβόταν η επικοινωνία μας, και εν τέλει δεν γνώρισα κανενός είδους διδασκαλία. Ήμουν θυμωμένος με αυτή την αβεβαιότητα, με εκείνον, με τους βοηθούς, με τους συμφοιτητές μου, με έμενα. Το κλίμα στη σχολή με την κόντρα μεταξύ των «πρωτοπόρων» και των «παραστατικών» σήκωνε από τον τάφο τους, Μπουζιανικούς και Παρθενικούς, και έφερνε αναγούλα. Οι περισσότεροι ένοιωθαν καλά όταν δήλωναν κάποια πίστη! Διάλεγαν και υπηρετούσαν, μα στη τέχνη -κάτι με έτρωγε- δεν χωράνε τέτοιοι προγραμματισμοί και τέτοιες αποφάσεις!
Η Προδοσία, ήταν η δεύτερη καλλιτεχνική μου επιθυμία, και νομίζω η σημαντικότερη.
Κάποτε, κακιά στιγμή, κουβέντα στη κουβέντα τσακωθήκαμε άγρια, με έδιωξε. Δεν έφυγα και έφυγε εκείνος, παθιαζόταν ακόμα και με τους φοιτητές. Μεσολάβησε η Βάσω Κ. και κλείστηκε το ραντεβού στο σπίτι του για να τα βρούμε, πήγα. Με προϋπάντησε ένας άλλος Νίκος, ευγενής κοσμοπολίτης, ήρεμος, ένας γενναιόδωρος καλλιτέχνης που έπιασε να πηγαίνει την κουβέντα στις αναμνήσεις από τα νιάτα του. Απόκαμα να γυρεύω απαντήσεις και αφέθηκα να με ταξιδεύει στους τόπους και στους μύθους της μοντέρνας τέχνης, ο ίδιος δεν είχα ταξιδέψει ποτέ ως τότε, και ο Νίκος ήταν ένας γοητευτικός αφηγητής που ήθελες να τον ακούς για ώρα. Δεν ήταν πια ούτε δάσκαλος ούτε αντιδάσκαλος.
Όταν τον αποχαιρέτησα και έφυγα μια ήσυχη απόφαση, είχε κτιστεί ήδη μέσα μου, να μην έχω πια δάσκαλο αλλά να γίνω εγώ.
Τα επόμενα δυο χρόνια δεν ξαναπήγα στη Σχολή, και δούλεψα μόνος μου σε ένα ατελιέ στα Άνω Πετράλωνα. Έδωσα την διπλωματική μου το 1989, δίχως ο δάσκαλος να την έχει δει από πριν, δίχως να με έχει διορθώσει ποτέ, πήρα ένα ρίσκο, ο Κενσανλής ήταν ενθουσιασμένος βοηθούσε στο στήσιμο της εγκατάστασης μου και εγώ είχα μεθύσει από χαρά.
Το ρίσκο ήταν η τρίτη καλλιτεχνική μου επιθυμία, και την έμαθα από τον Κενσανλή.
Έκτοτε τον συνάντησα λίγες φορές.
- ευχαριστώ τον Φώτη Γκρίλια που μου τα θύμησε
09 April 2011
ΜΑΡΙΚΑ ΠΑΠΑΓΚΙΚΑ (γειά σου Σμύρνη Όμορφη)
Αν μ αγαπάς κι είν όνειρο, ποτέ ας μην ξυπνήσω,
Η Μαρίκα Παπαγκίκα γεννήθηκε στην Κω το 1890. Η οικογένεια της μετανάστευσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου όταν εκείνη ήταν σε πολύ μικρή ηλικία. Εκεί, στα νυκτερινά στέκια που σύχναζε ο κόσμος της μεγάλης τότε ελληνικής παροικίας ξεκίνησε να τραγουδά. Εκείνη την εποχή έκανε και τις πρώτες ηχογραφήσεις της.
Το 1915 μετανάστευσε και πάλι, αυτήν τη φορά στην Νέα Υόρκη όπου συνέχισε τις ζωντανές εμφανίσεις αλλά και τις ηχογραφήσεις. Παντρεύτηκε τον Κώστα (Gus) Παπαγκίκα που ήταν επαγγελματίας οργανοπαίκτης στο τσέμπαλο και, κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1920, ανοίξανε μαζί το δικό τους νυκτερινό κέντρο. Εκείνη την περίοδο συνεργάστηκε πολλές φορές με τον γνωστό βιολιστή Αθανάσιο Μακεδόνα. Το πλούσιο ρεπερτόριο της περιελάμβανε δημοτικά, ελαφρά λαϊκά και ευρωπαϊκά τραγούδια. Παρόλα αυτά έμεινε περισσότερο γνωστή ως αντιπρόσωπος του ρεμπέτικου τραγουδιού και ειδικότερα για το Σμυρναίικο ύφος με το οποίο ερμήνευε τα ρεμπέτικα.
Η Μαρίκα και ο Κώστας έχασαν το κέντρο τους στο κραχ του 1929 όταν περίπου τελείωσε και η δισκογραφική καριέρα της. Η σπουδαία αυτή ρεμπέτισσα έφυγε από τη ζωή το 1943 στην Νέα Υόρκη αφού, όπως λέγεται, δεν άντεξε την δυστυχία των τελευταίων της χρόνων.
μες τη γλυκιά τη χαραυγή Θεέ μου ας ξεψυχίσω.
Σμυρνέικο μινόρε (Νέα Υόρκη, 1919)Η Μαρίκα Παπαγκίκα γεννήθηκε στην Κω το 1890. Η οικογένεια της μετανάστευσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου όταν εκείνη ήταν σε πολύ μικρή ηλικία. Εκεί, στα νυκτερινά στέκια που σύχναζε ο κόσμος της μεγάλης τότε ελληνικής παροικίας ξεκίνησε να τραγουδά. Εκείνη την εποχή έκανε και τις πρώτες ηχογραφήσεις της.
Το 1915 μετανάστευσε και πάλι, αυτήν τη φορά στην Νέα Υόρκη όπου συνέχισε τις ζωντανές εμφανίσεις αλλά και τις ηχογραφήσεις. Παντρεύτηκε τον Κώστα (Gus) Παπαγκίκα που ήταν επαγγελματίας οργανοπαίκτης στο τσέμπαλο και, κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1920, ανοίξανε μαζί το δικό τους νυκτερινό κέντρο. Εκείνη την περίοδο συνεργάστηκε πολλές φορές με τον γνωστό βιολιστή Αθανάσιο Μακεδόνα. Το πλούσιο ρεπερτόριο της περιελάμβανε δημοτικά, ελαφρά λαϊκά και ευρωπαϊκά τραγούδια. Παρόλα αυτά έμεινε περισσότερο γνωστή ως αντιπρόσωπος του ρεμπέτικου τραγουδιού και ειδικότερα για το Σμυρναίικο ύφος με το οποίο ερμήνευε τα ρεμπέτικα.
Η Μαρίκα και ο Κώστας έχασαν το κέντρο τους στο κραχ του 1929 όταν περίπου τελείωσε και η δισκογραφική καριέρα της. Η σπουδαία αυτή ρεμπέτισσα έφυγε από τη ζωή το 1943 στην Νέα Υόρκη αφού, όπως λέγεται, δεν άντεξε την δυστυχία των τελευταίων της χρόνων.
07 April 2011
15 March 2011
19 February 2011
03 February 2011
KARAGÖZLÜM
το πρωί ήταν μια κουβέντα με το Θεοκλή που πήγε ως τον Παπαδιαμάντη,
στο Θησείο, και το Δερβίση με το Νεΐ του
τα βροχερά πρωινά το 'χουν αυτό, με καφέ και κουβέντα να σε πηγαίνουν
και τ' απόγευμα της ίδιας μέρας παίζοντας στο διαδίκτυο πήγα πιο μακριά,
“έπεσα επάνω της” , Σοράγια Τουρκάλα μαυρομάτα
δεν είναι από τις φορές για να καταλαβαίνεις, να νιώθεις όμως το μπορείς
πρώτα πρώτα την γλύκα, από τα πολύ βαθιά, που βγήκε κι ήρθε επάνω
η φωνή το κάνει έτσι, απόμακρη εκφορά που ξανακάνει τις λέξεις ανάσα
κι ύστερα ένα βλέμα σαν επιθυμία,
μισή αποξεχασμένη, μισή παγίδα να σε περιμένει
Subscribe to:
Posts (Atom)