22 August 2012

"872 ημέρες ο θάνατος χόρευε στο Λένινγκραντ"



(του Βενιζέλου Λεβεντογιάννη)

Η μικρή Τάνια Σαβίτσεβα, επιτάχυνε το βήμα της. Ήθελε να βρεθεί στο σπίτι της πριν πέσει ο ήλιος. Στους δρόμους και στις δεκάδες γέφυρες της πόλης που γεννήθηκε και έμενε, δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Ένας βοριάς σάρωνε τα πάντα. Η θερμοκρασία το βράδυ άγγιζε και τους -30. Το πλακόστρωτο γλίστραγε επικίνδυνα. Το βράδυ το χιόνι γινόταν πάγος. Η Τάνια έστριψε αριστερά στην οδό Απράσκιν και βρέθηκε στην πλατεία Λομονόσοβα. Στην άκρη σε ένα παγκάκι μια μητέρα κρατούσε στην αγκαλιά της ένα παιδάκι. Έμοιαζε να το κοιτάζει. Δεν κουνιόντουσαν. Μικροί σταλακτίτες κρέμονταν από τη μύτη και τα μαλλιά τους. Ήταν νεκροί και οι δύο, από την πείνα και το κρύο.

Δεξιά και αριστερά δεκάδες πτώματα είχαν παραμείνει άταφα ανάμεσα στα χαλάσματα, ύστερα από τους σφοδρούς βομβαρδισμούς. Είχαν παγώσει. Δεν μύριζαν, ούτε σάπιζαν...
Η Τάνια, πάντα όταν έβγαινε στους δρόμους, αρνιόταν να κοιτάξει τους νεκρούς. Όταν βράδιαζε, τους φοβόταν κιόλας. Περισσότερο και από τις βόμβες. Προσπέρασε τα πτώματα και σήκωσε τον γιακά από το πανωφόρι της, ενώ με το μικρό χεράκι της κατέβασε περισσότερο τον βαρύ σκούφο στο μέτωπο της. Πέρασε τρέχοντας τα ερείπια που κάποτε ήταν το υπέροχο κτίριο που στεγαζόταν το θέατρο Κόργκοκο και διέσχισε την μικρή γέφυρα του καναλιού Φοντάνκα.

Ήταν χαρούμενη. Είχε καταφέρει να βρει φαγητό και μόλις θα έφτανε σπίτι θα απολάμβανε με τους συγγενείς της ένα υπέροχο δείπνο. Ζούσαν όλοι μαζί, γονείς, θείες, παππούδες, στριμωγμένοι στον δεύτερο όροφο ενός νεοκλασικού κτιρίου στην οδό Πραβόυ πίσω από το αστυνομικό τμήμα. Πολλές φορές σκέφτηκαν να μετακομίσουν σε κάποιο υπόγειο καταφύγιο για να γλυτώσουν από τους βομβαρδισμούς όμως ο παππούς Βάνιας αρνιόταν πεισματικά να εγκαταλείψει το σπίτι.
Στην εσωτερική τσέπη του βαριού παλτού της έκρυβε δυο φέτες σαπισμένο σκληρό ψωμί και ένα νεκρό παγωμένο, αλλά διατηρημένο άριστα, αρουραίο που είχε βρει πριν από λίγη ώρα σε κάτι σκουπίδια στην άκρη ενός υπονόμου δίπλα από το Ζιμνίζ Ντβόρετς, τα καλοκαιρινά ανάκτορα των Τσάρων. Επιτάχυνε το βήμα της ευχαριστημένη...


Η Τάνια ζούσε στην ομορφότερη κατά πολλούς πόλη της Ευρώπης. Ένα μείγμα Βενετίας και Παρισιού. Με άπειρα κανάλια να την διασχίζουν και τον ποταμό Νέβα να δεσπόζει. Με τη χλιδή και τα υπέροχα κτίρια, τα περισσότερα κτισμένα σε ρυθμούς Μπαρόκ και Αρτ Νουβό, να την κοσμούν, δίνοντας μια τσαρική μεγαλοπρεπέστατη ατμόσφαιρα. Ζούσε στην πόλη των καλλιτεχνών των διανοούμενων και των συγγραφέων. Η Τάνια ήξερε ότι παλιά την πόλη την ονόμαζαν Αγία Πετρούπολη, αλλά τώρα είχε το όνομα του πρώτου ηγέτη της μεγάλης χώρας της. Τώρα την ονόμαζαν “Πόλη του Λένιν”...

ΦΩΛΙΑ ΤΟΥ ΑΕΤΟΥ στις Βαυαρικές Άλπεις, (λίγους μήνες νωρίτερα), Απρίλιος 1941: Ο Χάιντς Λίγκε ο πιστός προσωπικός, μπάτλερ του Αδόλφου Χίτλερ, ήταν τρομερά αγχωμένος. Έδινε συνέχεια διαταγές στο προσωπικό του πύργου προκειμένου τίποτε να μην πάει στραβά. Ο Φύρερ εδώ και τρεις ημέρες δεν είχε βγει από το γραφείο του. Δεν είχε καν αναπαυθεί έστω και για μερικές ώρες. Ήταν συνέχεια κλεισμένος με τους στενότερους επιτελείς του και σχεδίαζαν... Ο άνθρωπος που λάτρευε σαν θεό, τον είχε φωνάξει τόσες φορές μέσα. Ο Λιγκε είχε καταλάβει ότι κάτι σημαντικό συνέβαινε. Είχε δει και τους τεράστιους απλωμένους χάρτες επάνω στο μεγάλο δρύινο γραφείο. Είχε ακούσει τις φωνές του όταν επέπληττε κάποιον ανώτατο αξιωματικό του.
Τώρα τον είχε φωνάξει πάλι μέσα. Ήθελε δροσερό νερό και ασπιρίνες. Πονούσε φρικτά το κεφάλι του. Σε ελάχιστα δευτερόλεπτα ένας υπηρέτης έφερε την κρυστάλλινη κανάτα με τα ποτήρια από τη Βοημία. Ο Λιγκε ίσιωσε τη στρατιωτική του στολή, έφτιαξε τα μαλλιά του, χτύπησε διακριτικά την βαριά πόρτα και μπήκε. Περπάτησε αρκετά στο παχύ χαλί του μεγάλου γραφείου.

Δεξιά του ήταν μια τεράστια τζαμαρία με υπέροχη θέα στις Άλπεις. Αριστερά του, πορτραίτα Πρώσων αξιωματικών, τον κοίταζαν αυστηρά σαν να τον επέπλητταν. Τον έκαναν να νιώθει άβολα. Στους άλλους τοίχους ήταν κρεμασμένες σημαίες της χώρας του και στην άκρη ένα τεράστιο πορτραίτο του Φύρερ του. Στο βάθος σκυμμένοι κάτω από χάρτες συνομιλούσαν ο Χίτλερ με τους συνεργάτες του. Πίσω τους, επάνω στον τοίχο μπορούσε να δει το Χάρτη της Σοβιετικής Ένωσης. Τρία Βέλη ξεκινούσαν από τη Γερμανία, και άνοιγαν σαν βεντάλια. Ένα Βόρεια ένα στο μέσον και ένα Νότια...
Οι ασπιρίνες που ζητήσατε φύρερ μου” είπε και στάθηκε προσοχή όταν έφτασε δίπλα στον ηγέτη του Γ Ράιχ. Ακούνητος, σχεδόν δεν ανέπνεε. Κανείς δεν του έδωσε σημασία και ο Λίγκε περίμενε υπομονετικά.
Operation Nordlicht, κύριοι” είπε ο Αδόλφος Χίτλερ απευθυνόμενος στον Ροδόλφο Ες και τον Χάιρνιχ Χίμλερ. “Επιχείρηση Βόρειο Σέλας. Μέρος της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα. Με αυτό θα τσακίσουμε τους Σοβιετικούς. Ήδη όπως καλά ξέρετε οι 3 στρατιές μας είναι έτοιμες. Η ομάδα στρατιών Βοράς η Ομάδα Κέντρο και η Ομάδα Νότος. Μέχρι το τέλος του φθινοπώρου πρέπει να έχουμε καταλάβει το Μινσκ το Κίεβο και το Λένινγκραντ. Μετά θα ασχοληθούμε με τη Μόσχα και με τα πετρέλαια του Καυκάσου. Θέλω την προσοχή σας στην Επιχείρηση Βόρειο Σέλας. Θέλω να πάνε όλα όπως τα έχουμε σχεδιάσει παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες. Θέλω μέχρι να μπει ο χειμώνας, η Αγία Πετρούπολη να έχει ισοπεδωθεί , δεν θέλω να υπάρχει στο χάρτη πόλη με την ονομασία Λένινγκραντ. Επικεφαλής στο Βόρειο Σέλας θα είναι ο Generalfeldmarschall, ο στρατάρχης Φον Λέεμπ”.
Ο Λέεμπ σηκώθηκε χτύπησε στρατιωτικά τα τακούνια από τις μπότες του σαν παλιός Πρώσος αξιωματικός και ετοιμάστηκε να μιλήσει...
Ο Χίτλερ σήκωσε το κεφάλι του, είδε τον μπάτλερ του, έφτιαξε τη χωρίστρα του, έκανε νόημα με το χέρι του στον Λέεμπ να σωπάσει και ρώτησε εκνευρισμένος: “ Χάιντς τι ζητάς εδώ;” Πριν ο Λίγκε προλάβει να απαντήσει ο Χίτλερ συμπλήρωσε: “ Ααα ναι έφερες τις ασπιρίνες. Άφησε τες και φύγε..”
Εκείνο το απόγευμα του Απρίλη του 1941 μόλις ο Χάιντς Λίγκε βγήκε από το γραφείο, ο Χίτλερ διαφώνησε έντονα με τον Στρατάρχη Λεμπ για τον τρόπο της επίθεσης στο Λένινγκραντ. Ο Χίτλερ ζητούσε μια αστραπιαία επίθεση που θα τσάκιζε τους μισητούς Σοβιετικούς στο Λένινγκραντ. Ο Λέεμπ του απάντησε ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατον για 4 λόγους.
Πρώτον η ιδιομορφία και η ιδιαιτερότητα της περιοχής πέριξ της πόλης εκμηδένιζε το γερμανικό πλεονέκτημα σε υλικοτεχνική υποδομή αλλά και σε έμψυχο υλικό και καθιστούσε τον καλύτερα εξοπλισμένο και ανώτερο σε όλα, Γερμανό στρατιώτη, εφάμιλλο του Σοβιετικού. Μια κατά μέτωπον επίθεση θα είχε ανυπολόγιστο κόστος.
Δεύτερον, η πόλη, χτισμένη στο δέλτα του ποταμού Νέβα, περιβαλλόταν από ελώδεις εκτάσεις, όπου τα τεθωρακισμένα θα κολλούσαν και θα γίνονταν εύκολη λεία για τους Ρώσους αντιαρματιστές. Ακόμη όμως κι αν περνούσαν, οι κύριες αστικές περιοχές διαρρέονται από κανάλια και επικοινωνούν με πολύ στενές γέφυρες θα αναγκάζονταν, λοιπόν, να αναλωθούν σε πολύμηνες μάχες εκ του συστάδην, κτήριο προς κτήριο και γέφυρα προς γέφυρα, σε μια άγνωστη μεγαλούπολη που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να διαθέσει εκατοντάδες χιλιάδες επιστράτους για την άμυνά της
Τρίτον πιθανή απόβαση από το Φινλανδικό κόλπο ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία λόγω του απροσπέλαστου της Κροστάνδης, ενός οχυρωμένου νησιού στη θαλάσσια είσοδο της πόλης που λειτουργεί ως αβύθιστο πλοίο. Επίσης, ο γερμανικός στρατός δε διέθετε εμπειρία σε τέτοιου είδους αποβατικές επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας. Επιπλέον εμπόδιο αποτελούσε ο αρκετά ισχυρός Σοβιετικός Στόλος Βόρειας Θάλασσας και τα υποβρύχια του.
Και τέταρτον, η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν Ρώσοι και Εβραίοι, εν αντιθέσει με τις Βαλτικές Δημοκρατίες, όπου οι κάτοικοι είχαν δει τους Γερμανούς ως απελευθερωτές. Επομένως ήταν δύσκολο να συγκροτηθούν δωσιλογικές ομάδες ή να βρεθούν ντόπιοι με καλή γνώση της πόλης, οι οποίοι θα βοηθούσαν την Βέρμαχτ.
Ο Χίτλερ ρώτησε τότε τον αξιωματικό του τι έχει να προτείνει και εκείνος απάντησε με ένα τόνο απαισιοδοξίας: “Πολιορκία. Μόνο πολιορκία. Οι πληροφορίες μου θέλουν το Λένινγκραντ να έχει εφόδια μόνο για κάποιες ημέρες. 'Αλευρα και σιτηρά για 35 ημέρες, ζυμαρικά για 30 ημέρες, κρέας για 33 ημέρες, λίπη για 45 ημέρες, και ζάχαρη για 60 . . .”
Ο Χίτλερ έμεινε να κοιτά το χάρτη σκεπτικός. Έσπαγε το κεφάλι του να βρει κάτι, ένα ψεγάδι, για να αντικρούσει τον επιτελή του και να τον αποπέμψει. Δεν συμπαθούσε και ιδιαίτερα τους Πρώσους αξιωματικούς και την έπαρση τους. Κι όμως ο Λέεμπ είχε δίκιο. Ο ηγέτης του Γ Ράιχ πήρε τις 2 ασπιρίνες και όσο έπινε το νερό του, κοίταζε στα μάτια τον αξιωματικό του. Μετά σηκώθηκε, έφτιαξε ξανά τη χωρίστρα του και μίλησε: “ Ο Φον Λέεμπ σαν συνεπής καθολικός προτιμά να προσεύχεται παρά να πολεμά. Αλλά εδώ έχει δίκιο. Το Λένινγκραντ θα πέσει με πολιορκία. Θα κόψουμε κάθε δρόμο, κάθε δίοδο της πόλης με τον έξω κόσμο. Οποιαδήποτε πρόταση παράδοσης από το Λένινγκραντ πρέπει να απορριφθεί. Σε αυτό τον αγώνα δεν με ενδιαφέρει να κρατήσω έστω ένα μικρό ποσοστό της πόλης ζωντανό. Ισοπεδώστε το... Θέλω να σβηστεί από προσώπου γης ” (directive No 1601)

Η πόρτα του υπόγειου γραφείου άνοιξε ξαφνικά και μέσα στο γεμάτο καπνό δωμάτιο μπήκε γρήγορα ένας άνδρας. Τίναξε το χιόνι από το βαρύ χακί στρατιωτικό του παλτό, έβγαλε το καπέλο του και δάγκωσε τα γάντια του. Τα έβγαλε και ακούμπησε τα χέρια του στο μαγκάλι που έκαιγε σε μια άκρη. Μέσα στο δωμάτιο υπήρχαν δύο υψηλόβαθμοι αξιωματικοί του Κόκκινου στρατού.
Ο άνδρας που κοίταζε ένα χάρτη της πόλης κάτω το δυνατό φως μιας λάμπας, σήκωσε το δίχως μαλλιά καραφλό κεφάλι του: “ Ααα σύντροφε Κλιμέντ Βοροσίλοφ, σε περιμέναμε. Βάλε λίγο τσάι και έλα να μας εξηγήσεις την κατάσταση”
Ο Κλιμέντ Βοροσίλοφ έγνεψε καταφατικά και κατευθύνθηκε προς το σαμοβάρι που βρισκόταν κάτω από το πορτραίτο του Στάλιν σε μια άκρη του δωματίου.
Τα πράγματα Σύντροφοι δεν πάνε καθόλου μα καθόλου καλά” είπε ο καραφλός μεγαλόσωμος άνδρας “ η πολιορκία είναι πλήρης. Η θέση μας είναι εξαιρετικά δυσχερής” Τίναξε τη στάχτη από το βαρύ ρώσικο τσιγάρο του, και συνέχισε: “Νότια της πόλης, η Βέρμαχτ μαζί με τη Γαλάζια μεραρχία των Ισπανών, έχουν δημιουργήσει ένα ημικύκλιο που μας έχει αποκόψει. Από τον Φινλανδικό κόλπο μέχρι τις νότιες ακτές της της λίμνης Λατόγκα, δεν έχουμε καμία επικοινωνία με τις άλλες πόλεις. Βόρεια, τα τσιράκια των Γερμανών οι Φινλανδοί, ελέγχουν την άνω Λατόγκα και την Καρελία. Ενισχύσεις δεν μπορούν να έρθουν από πουθενά. Όλοι οι άξονες είναι κλειστοί. Τα τρόφιμα τελείωσαν, πετρέλαιο δεν έχουμε. Είμαστε καταδικασμένοι να πολεμήσουμε μέχρι ενός. Το θέμα είναι να κάνουμε τους ναζί να πληρώσουν ακριβά κάθε μέτρο πόλης που θα παίρνουν”
Ό άνδρας που πριν λίγη ώρα είχε μπει στο αρχηγείο, άφησε το φλιτζάνι με το αχνιστό τσάι, σε ένα γραφείο και πλησίασε τον χάρτη.Σύντροφε Ζούκοφ μου επιτρέπετε;”
Ο καραφλός στρατηγός στάθηκε διακριτικά στην άκρη του επίπλου δίπλα στον μεγάλο απλωμένο χάρτη. Πλάι του ήταν ένας άλλος ανώτατος αξιωματικός του Κόκκινου στρατού, ο στρατηγός Λεονίντ Γκοβόροφ.
Σύντροφε στρατηγέ Ζούκοφ, Σύντροφε στρατηγέ Γκοβόροφ, μόλις επέστρεψα από τα οχυρωματικά έργα. Όπως πολύ καλά γνωρίζετε από τον Ιούνιο, έχουμε δημιουργήσει στην ευρύτερη περιφέρεια του Λένινγκραντ ένα ισχυρό δίκτυο άμυνας. 800 χιλιόμετρα συρματόπλεγμα, και 5.000 οχυρώματα δεν είναι κάτι που οι ναζί μπορούν να αγνοήσουν.”
Ο Βοροσίλοφ έσκυψε στο χάρτη και άρχισε να δείχνει: “ Εδώ, εδώ και εδώ οι γερμανικές επιθέσεις αποκρούονται. Εδώ στα δυτικά, τα έλη, μας βοηθούν. Τα πάντσερ κολλάνε και τα διαλύουμε. Από τα βόρεια οι δυνάμεις μας κρατάνε καλά. Νομίζω ότι τα προβλήματα μας είναι δυο. Οι άμαχοι και η έλλειψη εφοδίων. Αυτά πρέπει να επιλύσουμε αλλά πως....”
Η σειρήνα από ένα βομβαρδιστικό κάθετης εφόρμησης Junkers ju 87 “stuka”, έκοψε τα λόγια του Βοροσίλοφ στη μέση. Ο χαρακτηριστικός του ήχος, πάγωνε ακόμη και τους ψυχραιμότερους πολεμιστές. Ελάχιστα δευτερόλεπτα μετά, το δωμάτιο σείστηκε δυνατά. Σοβάδες και σκόνη έπεσαν πάνω στο γραφείο με τον απλωμένο χάρτη και τα φώτα έσβησαν για λίγο. Μετά η λάμπα τρεμόπαιξε και άναψε πάλι.

Καταραμένη Λουφτβάφε” Ψιθύρισε ο Ζούκοφ. Τίναξε τη σκόνη από τα διακριτικά του στο γιακά στη βάση του λαιμού του, άναψε ένα άλλο τσιγάρο και πήρε πάλι το λόγο: “ Σας μεταφέρω τα λόγια του συντρόφου Ιωσήφ Στάλιν: “Το Λένινγκραντ δεν πρέπει να πέσει. Εάν το πάρουν οι ναζί τότε θα δημιουργήσουν μια τανάλια από βορά και από το κέντρο, που θα ισοπεδώσει τη Μόσχα. Η πατρίδα μας θα χαθεί και μαζί της τα οράματα του σοσιαλισμού. Το Λένινγκραντ πρέπει να κρατηθεί πάση θυσία. Ανεξαρτήτου κόστους. Οι 200.000 στρατιώτες του στρατού μας που το υπερασπίζονται μαζί με τα 4μιση εκατομμύρια των κατοίκων του, θα θυσιαστούν όλοι, εάν χρειαστεί, αλλά οι Γερμανοί δεν θα πατήσουν το πόδι τους. Σύντροφε Βοροσίλοφ όπως ξέρεις αναλαμβάνω την υπεράσπιση της πόλης με εντολή της Stavka, της Ανώτατης στρατιωτικής Διοίκησης Μόσχας, του Πολιτικού Γραφείου και του συντρόφου Στάλιν προσωπικά. Καλώ εσένα και τον σύντροφο Γκοβόροφ να με βοηθήσετε στο σκοπό αυτό. Για μένα Κλιμέντ, δεν υπάρχει η προηγούμενη αποτυχία σου στη Φινλανδία...”
Ο στρατηγός Λεονίντ Γκοβόροφ που μέχρι εκείνη τη στιγμή παρακολουθούσε σιωπηλός πήρε το λόγο: “ Σύντροφοι κοιτάξτε εδώ στο χάρτη.” Το δάχτυλο του πέρασε πάνω από τη λίμνη Λατόγκα. “Ίσως αυτή να είναι η λύση στο πρόβλημα μας. Ίσως αυτός να είναι ο δρόμος της ζωής...”

¨Πες τους ότι δεν υπάρχει καμία τέτοια περίπτωση. Δεν το κάνω και ας με στείλουν στη Σιβηρία”. Ο Σάσα – Αντρέι Πιτσιπένκο από τα Ουράλια, λοχίας – οδηγός του Κόκκινου στρατού, ήταν κατηγορηματικός: “ Δεν πάω, αυτό να τους πεις”.
Ο Λοχαγός Βασίλι Φετίσοφ, φίλος αδελφικός του Σάσα, που γνωρίστηκαν όταν ακόμη σπούδαζαν μαζί στη σχολή αξιωματικών έτρεχε ξωπίσω του πάνω στο λασπωμένο χωματόδρομο. Το χιόνι μαστίγωνε και τους δύο και ο αέρας δεν τους άφηνε να ακουστούν. Οι μπότες τους ήταν μέσα στη λάσπη και οι χακί στολές τους είχαν γίνει λευκές. Ο Σάσα θα έπρεπε να είναι και εκείνος λοχαγός αλλά ο ατίθασος χαρακτήρας του, δεν άρεσε στον Επίτροπο - καθοδηγητή στη σχολή αξιωματικών. Τον υποβάθμισε.
Στάσου βρε Σάσα μισό λεπτό. Με κάνεις και σε κυνηγάω. Στάσου άνθρωπε μου.” Ο Βασίλι τον έφτασε και του έκλεισε το δρόμο: “ Μια φορά μόνο θα πάμε και μετά τέλος. Εξάλλου είναι διαταγή” Ο Σάσα τον κοίταξε ειρωνικά και απάντησε: “ Να μην σου πω που γράφω τη διαταγή τους. Ας πάνε αυτοί να οδηγήσουν πάνω σε μια τεράστια παγωμένη λίμνη ένα φορτωμένο φορτηγό”
Ο Σάσα – Αντρέι ευχαριστημένος που μίλησε έτσι, προσπέρασε τον αποσβολωμένο Βασίλι και κατευθύνθηκε προς τους κοιτώνες. Ήθελε όσο τίποτε άλλο να ξαπλώσει. Ο Σοβιετικός στρατός είχε ανακαταλάβει το Τιχβίν πριν από λίγες ώρες και ο ίδιος είχε πολεμήσει σαν σκυλί. Τώρα ήθελε να ξεκουραστεί.
Ο Βασίλι Φετίσοφ που είχε μάθει τα κουσούρια του χαρακτήρα του αγαπημένου του φίλου φώναξε: “Λοχία Πιτσιπένκο κάθε ημέρα που περνάει πεθαίνουν 20.000 άνθρωποι στην καταραμένη πόλη. Πεθαίνουν παιδιά σαν τον μικρό σου Γιούρι... Σε 2 ώρες να είσαι έτοιμος...”
Ο αέρας λες και συμμάχησε, μετέφερε δυνατά και καθαρά τα λόγια του Βασίλι στα αυτιά του Σάσα...


Ο γερμανικός κλοιός στο Τιχβίν που οδηγούσε απευθείας στα νοτιοδυτικά της Λατόγκα, είχε σπάσει. Οι Σοβιετικοί με μια σφοδρή αντεπίθεση πήραν πάλι την πόλη και τώρα ετοιμαζόντουσαν για ένα εγχείρημα που έμελλε να μείνει στην ιστορία. Θα μετέφεραν εφόδια, τρόφιμα, και φάρμακα στους πολιορκημένους του Λένινγκραντ, με φορτηγά πάνω στην παγωμένη λίμνη. Μόλις ξεφόρτωναν θα εκκένωναν και θα απομάκρυναν από την πόλη τους αρρώστους, τους γέροντες και τα παιδιά.... Ο Δρόμος της ζωής....
Ο Σάσα οδηγούσε το φορτηγό του επάνω στον πάγο. Ένα σοβιετικής παραγωγής GAZ AA του ενάμιση τόνου, τα περίφημα “polutorka”, κατασκευασμένο στα εργοστάσια των “εργατών και αγροτών του κόκκινου στρατού” RKKA.
Δεν μιλούσε. Ήταν νύχτα και λόγω του χειμώνα θα αργούσε πολύ να ξημερώσει. Ο ουρανός δεν είχε σύννεφα 200 χιλιόμετρα μακριά από το Τιχβίν όπου λίγες ώρες πριν το σάρωνε σφοδρή χιονοθύελλα. Ο τόπος φωτιζόταν με ένα ψυχρό γαλαζωπό φως που αντανακλούσε στον πάγο.
Ο Σάσα έβλεπε καθαρά τα αστέρια. Ήταν μια γλυκιά νύχτα χωρίς χιόνι και κρύο. Η θερμοκρασία επάνω στη λίμνη όπου βρισκόταν με το polutorka του θα πρέπει να άγγιζε τους -10. Έδιωξε από το μυαλό του οποιαδήποτε κακιά σκέψη για τον πάγο και πάτησε το μαλακά το γκάζι. Το φορτηγό έχασε για λίγο την πρόσφυση του και ο Σάσα χαμογέλασε. Πάντα διασκέδαζε με τέτοιου είδους παιχνίδια. Πάτησε και άλλο το γκάζι και έκανε το τιμόνι ανάποδα για να επανέλθει.
Μπροστά του και πίσω του άλλοτε σε μια σειρά, άλλοτε σαν βεντάλια, εκατοντάδες φορτηγά GAZ αλλά και έλκηθρα λίγο πιο πίσω, μετέφεραν από το “δρόμο της ζωής” της λίμνης Λατόνγκα, εφόδια και φάρμακα στους πολιορκημένους...

Το Λένινγκραντ δεν έπεσε ποτέ. Οι Γερμανοί το πολιόρκησαν επί 872 ημέρες. Δεν κατάφεραν ούτε στις παρυφές της πόλης να μπουν. Το Λένινγκραντ θρήνησε εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς. Οι περισσότεροι άμαχοι, οι περισσότεροι από το κρύο και την πείνα. Τα τρόφιμα, το πετρέλαιο τα φάρμακα εξαντλήθηκαν από τον δεύτερο μήνα. Ο πρώτος χειμώνας του 41 ήταν ο πιο δύσκολος. Το Λένινγκραντ θα έπεφτε εάν οι Σοβιετικοί δεν καταλάμβαναν την πόλη Τιχβίν και δεν δημιουργούσαν τον “δρόμο της ζωής”. Όσο διήρκεσε η πολιορκία, τόσο ο δρόμος της ζωής ήταν ανοιχτός. Τον πρώτο χειμώνα τα φορτηγά polutorka και τα έλκηθρα, νύχτα μέρα περνούσαν την παγωμένη λίμνη Λατόγκα και μετέφεραν εφόδια. Μετά επέστρεφαν γεμάτα με τραυματίες ή αρρώστους ή μικρά παιδιά και ηλικιωμένους.

Η Γερμανική αεροπορία όσο και εάν χτυπούσε της εφοδιοπομπές δεν κατάφερε ποτέ να τις σταματήσει. Μόνο ένα στα τρία φορτηγά κατάφερνε να φτάσει μέσα στην πόλη σε αυτό το δρομολόγιο του θανάτου. Το καλοκαίρι του 1942 όταν οι πάγοι έλιωσαν, τα εφόδια συνέχιζαν να στέλνονται με φορτηγίδες. Οι Γερμανοί βύθισαν εκατοντάδες από αυτές. Οι Σοβιετικοί όμως κράτησαν το δρόμο ανοιχτό. Τον επόμενο χειμώνα όταν ξαναπάγωσε η λίμνη οι Σοβιετικοί κράτησαν ανοιχτό τον δίαυλο κατασκευάζοντας μια σιδηροδρομική γραμμή πάνω στη λίμνη. Επίσης πριν παγώσει η Λατόνγκα, οι Σοβιετικοί είχαν καταφέρει να ποντίσουν αγωγό πετρελαίου σε βάθος 12μιση μέτρων. Έτσι κατάφεραν να ανακουφίσουν λίγο τους πολιορκημένους. Η ίδια κατάσταση συνεχίστηκε και το 1943.

Οι κάτοικοι της πόλης προσπάθησαν να προστατεύσουν τους θησαυρούς και τα κτίρια της. Στη φάση των βομβαρδισμών είχαν καλύψει τα περισσότερα κτίρια με ένα ειδικό δίχτυ το οποίο όταν οι βόμβες από τα αεροπλάνα έπεφταν επάνω , λειτουργούσε σαν ... ¨αερόσακος” και οι περισσότερες δεν έσκαγαν. Στα περισσότερα κτίρια επίσης είχαν τοποθετήσει τεράστια φουσκωτά μπαλόνια που και αυτά έκαναν το ίδιο.
Με χαρτόνι, ξύλα και μπογιές είχαν δημιουργήσει τρούλους από εκκλησιές, μικρά κτίρια ακόμη και πλατείες. Δεκάδες τέτοιες κατασκευές μπέρδευαν τους Γερμανούς πιλότους των βομβαρδιστικών που από ψηλά δεν μπορούσαν να προσανατολιστούν και έριχναν τις βόμβες αλλού. Μια ημέρα που τα Γερμανικά βομβαρδιστικά σηκώθηκαν για να ισοπεδώσουν την πόλη οι πιλότοι τους βρέθηκαν μπροστά σε μια έκλπηξη.

Είχαν σαν σημείο αναφοράς και κέντρο προσανατολισμού τους τα ανάκτορα του Ερμιτάζ. Μόνο που από εκείνη την ημέρα από ψηλά έβλεπαν 2 Ερμιτάζ. Το ένα στην βόρεια πλευρά και το άλλο στη Δυτική. Δεν ήξεραν τι να χτυπήσουν, που να χτυπήσουν. Το πραγματικό Ερμιτάζ είχε καλυφθεί με ένα τεράστιο δίχτυ, το οποίο οι κάτοικοι ,είχαν “στολίσει” με χιλιάδες λουλούδια και μικρά δεντράκια. Από ψηλά έμοιαζε με ένα υπέροχο καταπράσινο αλσύλλιο, από τα εκατοντάδες που υπήρχαν στην πόλη. Ο τεράστιος χρυσός θόλος της εκκλησίας του Αγίου Ισαάκ (άλλο σημείο αναφοράς για τους Γερμανούς πιλότους), σε ένα βράδυ καλύφθηκε με τόνους από χώμα. Από ψηλά οι σαστισμένοι και απορημένοι πιλότοι έβλεπαν απλά έναν λόφο...

Ένα πρωινό του άγριου χειμώνα του 1942 ένα σοβιετικό καταδιωκτικό αεροπλάνο έσπασε τον από αέρα αποκλεισμό των Γερμανών. Πέταξε πάνω από την πόλη και έριξε σε προκαθορισμένο σημείο έναν ελαφρύ σφραγισμένο ταχυδρομικό σάκο. Την ίδια στιγμή ανακλήθηκαν ενώ πολεμούσαν στα χαρακώματα στις παρυφές της πόλης, όλοι όσοι ήταν επαγγελματίες μουσικοί . Μέσα στον σάκο υπήρχαν οι παρτιτούρες από το συμφωνικό έργο του Ντμίτρι Σοστάκοβιτς που έγραψε (και ολοκλήρωσε στις 27 Δεκεμβρίου του 1941), για τον ηρωισμό των πολιορκημένων (Symphony No7. Opus 60 Leningrad).
Στις 9 Αυγούστου τα κανόνια των πολιορκημένων σφυροκόπησαν τις θέσεις του Γερμανικού πυροβολικού, στέλνοντας περισσότερες από 3000 οβίδες. Τα Γερμανικά κανόνια σίγησαν...
Οι Γερμανοί αιφνιδιάστηκαν και καθώς προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν τον μαζικό αυτό βομβαρδισμό, άκουσαν από κάθε σημείο της πολιορκημένης πόλης τους ήχους κλασσικής μουσικής να δονεί τον αέρα.
Οι Σοβιετικοί είχαν τοποθετήσει μεγάφωνα σε κάθε δρόμο του Λένινγκραντ και όσοι κάτοικοι μπορούσαν είχαν συγκεντρωθεί και παρακολουθούσαν την απίστευτη αυτή συναυλία. Οι μουσικοί από τα χαρακώματα σχημάτισαν συμφωνική ορχήστρα και έπαιζαν το έργο του Σοστάκοβιτς.

Με εντολή των αρχών η ζωή στην πόλη έπρεπε να συνεχιστεί κανονικά. Τα σχολεία, τα πανεπιστήμια και όλες οι υπηρεσίες δεν σταμάτησαν λεπτό να λειτουργούν. Το ίδιο και τα θέατρα και οι κινηματογράφοι
Πολλοί άνθρωποι πέθαναν από το κρύο επειδή αρνήθηκαν να κάψουν τις βιβλιοθήκες και τα βιβλία τους για να ζεσταθούν. Άλλοι πάλι πέθαναν από την ασιτία. Όπως ο καθηγητής βοτανολογίας του πανεπιστημίου του Λένινγκραντ, ο οποίος αρνήθηκε να φάει την τεράστια συλλογή του πανεπιστημίου που περιελάμβανε πλήθος βρώσιμων φυτών, καρπών και σπόρων (περισσότερα από 200.000 τεμάχια διαφόρων ειδών). Επίσης όπως και στο Στάλινγκραντ, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας παρατηρήθηκαν φαινόμενα κανιβαλισμού.
Πριν την πολιορκία το Λένινγκραντ αριθμούσε τεσσεράμισι εκατομμύρια ψυχές. Στο τέλος της πολιορκίας είχαν μείνει μέσα στην Πόλη 700.000 άνθρωποι. Για τον ηρωισμό των κατοίκων της, ήταν η μοναδική πόλη της Σοβιετικής Ένωσης που έλαβε από τους Δυτικούς τον τιμητικό τίτλο της “Ηρωικής Πόλης”. Το Λένινγκραντ έγινε σύμβολο θάρρους, αυταπάρνησης, μαχητικότητας και δύναμης για ολόκληρο τον κόσμο.

Ο Σάσα – Αντρέι Πιτσιπένκο σταμάτησε το “polutorka” του ακριβώς έξω από την πλατεία Πρεοπραζνεσκάγια. Όλο το τοπίο ήταν ντυμένο στα λευκά. Χιόνι παντού. Από την καρότσα πήδησαν κάτω 10 φαντάροι του Σοβιετικού στρατού και χάθηκαν αριστερά στην οδό Κορντολένκο προς το μουσείο Κβαρντίρα Νεκράσοβα. Η σφοδρή επίθεση του κόκκινου στρατού είχε αποδεκατίσει τη Γαλάζια μεραρχία των Ισπανών και τώρα κυνηγούσε τα απομεινάρια της Βέρμαχτ που έτρεχαν μαζί με τους Φινλανδούς να σωθούν. Η πολιορκία είχε τελειώσει.
Ο Σάσα βγήκε έξω από το φορτηγό του κρατώντας το Καλάσνικοφ των αξιωματικών του Σοβιετικού στρατού, στα χέρια του.
Άναψε ένα τσιγάρο και το ρούφηξε αργά. Σκέφτηκε τον φίλο του. Κοίταξε ψηλά το χιόνι που έπεφτε. Ο Βασίλι είχε διαμελιστεί πριν από τρεις μήνες. Μια βόμβα χτύπησε το φορτηγό του, πάνω στη λίμνη Λατόγκα. Του έλειπε ο φίλος του...
Σκέφτηκε τον γιο του. Χαμογέλασε. Ο Γιούρι θα είναι τώρα 7 χρονών. Ο πόλεμος σε λίγο θα τελείωνε. Οι Γερμανοί υποχωρούσαν τρέχοντας σε όλα τα μέτωπα. Θα γύριζε πίσω στα Ουράλια. Στην οικογένεια του...
Με την άκρη του ματιού του, ο Σάσα έπιασε μια κίνηση μέσα στην ολόλευκη καλυμμένη από χιόνι πλατεία.
Ξανακοίταξε καλύτερα. Κάτι υπήρχε θαμμένο κάτω από το χιόνι και κουνιόταν ελάχιστα. Στην αρχή νόμιζε ότι ήταν κανένα γατί που προσπαθούσε να κρυφτεί. Μετά σκέφτηκε λογικά. Κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο. Κανένα ζώο δεν κυκλοφορούσε στο Λένινγκραντ. Είχαν φαγωθεί και εξαφανιστεί όλα...
Πλησίασε αργά το παγκάκι της πλατείας, δίπλα από κάτι κούνιες που άφηναν ένα στριγκό, μονότονο ήχο, καθώς ο αέρας, σαν αόρατο χέρι, τις κουνούσε ρυθμικά. Το χιόνι είχε σχηματίσει ένα μικρό βουναλάκι. Όμως κάτι ζωντανό ήταν από κάτω. Γονάτισε και το καθάρισε.. Στην αρχή τρόμαξε με αυτό που είδε. Μετά συνειδητοποίησε ότι είναι ένα πρόσωπο , ένα όμορφο πρόσωπο από ένα μικρό κοριτσάκι. Αποστεωμένο, με ρουφηγμένα μάγουλα, χλωμό. Με μεγάλα μάτια. Το σήκωσε και το πήρε στην αγκαλιά του. Το παιδί πέθαινε από το κρύο και την πείνα: “Μην πεθάνεις τώρα. Όλα τελείωσαν, οι Γερμανοί έφυγαν. Θα γίνεις καλά”

Το μικρό κοριτσάκι του έπιασε το μπράτσο, άνοιξε τα ματάκια του και τον κοίταξε. Δεν ήταν πάνω από 10 - 12 χρονών. Φορούσε ένα σκούφο και ένα βαρύ παλτό.
Ο Σάσα το σήκωσε και έτρεξε στο φορτηγό του. Στα ελάχιστα μέτρα μέχρι το polutorka, ένιωσε ένα κοφτό ξαφνικό τράνταγμα. Το μικρό κορμάκι κουνήθηκε άλλη μια φορά και μετά έμεινε άκαμπτο στην αγκαλιά του... Πέθανε....
Στο νοσοκομείο οι γιατροί του είπαν ότι η ασιτία ,η εξάντληση και το κρύο το σκότωσαν. Του έδωσαν το σκούφο και το βρεγμένο παλτό του που τώρα είχε γίνει βαρύτερο από το χιόνι που έλιωσε πάνω του.
Μέσα στο παλτό οι γιατροί βρήκαν και ένα ημερολόγιο 9 σελίδων γραμμένο από τα χεράκια του μικρού κοριτσιού. Του το έδωσαν και αυτό.
Ο Σάσα πήγε να διαμαρτυρηθεί. Δεν γνώριζε το παιδάκι δεν ήταν συγγενής του, τι να τα έκανε τα ρούχα του. Τελικά τα πήρε και πήγε στο polutorka του. Σε λίγο θα έπρεπε να μεταφέρει τους φαντάρους δυτικότερα...

Στο φορτηγό ξεδίπλωσε τις 9 προχειρογραμμένες σελίδες και διάβασε:
σελίδα 1: Η Ξένια πέθανε στις 28 Δεκεμβρίου του 1941.
σελίδα 2: Η γιαγιά πέθανε στις 25 Ιανουαρίου του 1942
σελίδα 3: Ο Λέκα πέθανε 17 Μαρτίου 1942
σελίδα 4: Ο θείος Βάσια πέθανε στις 13 Απριλίου του 1942 στις 2 μετά τα μεσάνυχτα
σελίδα 5: Ο θείος Λέσα πέθανε στις 10 του Μάη
σελίδα 6: Η μητέρα πέθανε στις 13 Μάη στις 7.30 το πρωί-1942
σελίδα 7: Οι Σάβιτσεφ πέθαναν
σελίδα 8: Όλοι πέθαναν
σελίδα 9: Μόνο εγώ έχω απομείνει. Με λένε Τάνια Σαβίτσεβα

05 August 2012

Η κατεδάφιση του αυτόχτιστου


Καθόμουν σήμερα στην παραλία, στα Μαγεμένα, λίγο μετά την ανατολή κι αγνάντευα όλη την πανέμορφη δυτική ακτογραμμή του νησιού μας. Από τον Μάναγρο και την Σιδηρούντα, μέχρι τον κάβο των Μεστών. Κι από πάνω απλωνόταν ήρεμη και γοητευτική ολόκληρη η ορεινή ραχοκοκαλιά αυτού του εξαιρετικού τόπου. Από το Πελινναίο το δίκορφο και το Όρος, μέχρι τις χαμηλότερες κορφές των αλλεπάλληλων λόφων της νότιας μεριάς. Συμπλήρωναν την μαγική εικόνα.

(το κείμενο με τίτλο "πρωινό στα Μαγεμένα, αφιερωμένο στην Ελλάδα που ξεπουλάει" είναι του Γιάννη Μακριδάκη,  http://yiannismakridakis.gr/?p=1269)
φωτογραφία από τα Μαγεμένα, ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΙΣΕΤΖΗΣ

Αγνάντευα την πατρίδα μας σήμερα το χάραμα και το μάτι μου δεν μπορούσε να την χορτάσει. Πώς να την αντέξει ο σύγχρονος άνθρωπος τόσην ομορφιά, σκεφτόμουν. Ιδίως όταν από τα μικράτα του η κοινωνία και τα σχολειά τού έχουν παραφουσκώσει τον εγκέφαλο με φούμαρα και ευτελή ιδανικά.
Θυμήθηκα το συγκινητικό γράμμα που απέστειλε η Γερμανίδα δημοσιογράφος –μου διαφεύγει το όνομά της- το οποίο ανέγνωσε ο Γιώργος ο Χαλάτσης μεγαλοφώνως στο καφενείο της Σιδηρούντας πριν δυο Κυριακές, κατά τη διάρκεια της λαϊκής συνέλευσης για το θέμα των Βιομηχανικών ΑΠΕ. Έγραφε λοιπόν η κυρία, που έρχεται μονίμως διακοπές επί είκοσι χρόνια στην Βολισσό, ότι δεν έχει δει πιον όμορφο τόπο στα μάτια της από το νησί μας, από την δυτική του μεριά για την ακρίβεια και από τα βουνά και τις ακρογιαλιές του, κι έκλεινε την επιστολή της με μια απίστευτη έκκληση: «Προστατέψτε τον τόπο σας, παρακαλώ».
Κι ενώ οι ξένοι άνθρωποι μας παρακαλούν να κρατήσουμε την ψυχή μας αμόλυντη, κάποιοι από μας, αμετανόητοι, συνεχίζουν να μην βλέπουν καν την ομορφιά. Ίσως δεν είναι ικανοί, γι αυτό βλέπουν μόνο ξερά βουνά και βράχια, κι αυτό είναι δυστυχία μέγιστη. Συνεχίζουν να κλείνουν τα μάτια και την ψυχή τους μπρος στο μεγαλείο αυτού του τόπου. Συνεχίζουν να πρεσβεύουν σχέδια αλαζονικά για έργα μη αναστρέψιμης καταστροφής, λες και μετά από αυτούς το νησί θα σβήσει. Λες και δεν υπάρξουν επόμενοι κάτοικοι πάνω του, λες και η ομορφιά του τόπου δημιουργήθηκε χτες, για να την εκποιήσουν οι ίδιοι, να την εκπορνεύσουν με σκοπό το χρήμα και μια κάποια «ανάπτυξη». Κι ύστερα τέλος.
Και το παράλογο είναι πως αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι τεκνοποιούν. Φέρνουν στον κόσμο και στον τόπο μας παιδιά, που θα μεγαλώσουν αλλά θα έχουν στερηθεί το δικαίωμα να αγναντέψουν τούτη δω την ομορφιά αυτού του υπέροχου τόπου. Θα τους το έχουν στερήσει οι ίδιοι οι γονείς τους αυτό το δικαίωμα στο κάλλος και στη φύση την ανέγγιχτη.
Διότι, φίλες και φίλοι συμπατριώτες, υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν έχουμε το δικαίωμα να τα αγγίξουμε. Δεν νομιμοποιούμαστε για κανέναν απολύτως λόγο να απλώσουμε βέβηλο χέρι πάνω τους. Διότι είμαστε πολύ μικροί, πολύ προσωρινοί, τιποτένιοι για την ακρίβεια, εμπρός στο μεγαλείο και την αιώνια παρουσία τους.
Τα βουνά μας φίλες και φίλοι, όπως και τις ακρογιαλιές μας δεν έχουμε δικαίωμα να τα ξεπουλήσουμε και να τα καταστρέψουμε για οποιουδήποτε ύψους χρηματικό όφελος, πόσω μάλλον για ψιχία που προτείνει ο αποικιοκράτης Ισπανός της πολυεθνικής.
Εκεί λοιπόν στα Μαγεμένα, πρωί Ιουλίου του ’12, με το πρώτο φως της μέρας, μη μπορώντας να χορτάσει η ψυχή μου Χίο, ένιωσα άξαφνα παράξενα. Ένιωσα τόσο τυχερός που ζω σ’ αυτή την ιστορική περίοδο και μπόρεσα να μεταλάβω έστω και τόση από την ομορφιά του νησιού, και τόσο άτυχος συνάμα, που μου έλαχε να ανήκω σε μια γενιά που, κατά πως δείχνουν τα πράγματα, δεν μπόρεσε ακόμη να φανεί αντάξια αυτού του απαράμιλλου κάλους που της έλαχε να την περιβάλλει.
Στο νου μου έγινε αμέσως ένα μοντάζ και μπήκαν στις βουνοκορφές οι απαίσιοι γιγαντιαίοι πυλώνες με τις φτερωτές, τα καλώδια και τις λάμπες τους, πληγώθηκαν αμέσως τα βουνά με εκσκαφές και τσιμέντα, είδα τον υπέροχο τόπο μας βιασμένο από ξένους «επενδυτές» αποικιοκράτες, τους οποίους αφήσαμε να προβούν στο ανόσιο έργο τους, άλλοι με την αδιαφορία μας κι άλλοι με την στρεβλή μας άποψη περί ανάπτυξης και ιδανικών της ζωής.
Σε λίγο άρχισε μια μπουλντόζα να δουλεύει εκεί, στο λιμανάκι των Λημνιών, για τα έργα της μικρής μαρίνας που έχουν ξεκινήσει, και το μουγκρητό της με τρόμαξε. Συνήλθα κάπως από τις σκέψεις μου, μα αντί να προσγειωθεί ο νους μου στην πραγματικότητα, έκανε αμέσως τον παραλληλισμό με τις άλλες μπουλντόζες, τις πολλές και τις τεράστιες, του «επενδυτή», που θα κάνουν απόβαση μαζί με γερανούς, με νταλίκες ατελείωτες και θα αρχίσουν να πληγώνουν το κορμί αυτού του μοναδικού τόπου για να φέρουν, λέει, ανάπτυξη.
Σηκώθηκα κι έφυγα λυπημένος από την παραλία σήμερα. Έριξα όμως μια ακόμα ματιά σε όλη την ακτογραμμή, πήρα μια βαθιά ανάσα και χάιδεψα με το βλέμμα μου όλους τους σιωπηλούς ορεινούς όγκους. Σαν μελλοθάνατα μου φάνηκαν τ’ αγέρωχα βουνά μας, που εκλιπαρούσαν έλεος από μένα τον τιποτένιο, τον περιστασιακό άνθρωπο της μιας αναπνοής, τον Χιώτη που γεννήθηκε, έζησε και θα πεθάνει από κάτω τους, όπως χιλιάδες πριν από αυτόν και χιλιάδες κατόπιν. Από μένα τον μικρό άνθρωπο, που δεν θα μπορέσω μέχρι να κλείσω τα μάτια μου να χορτάσω την ομορφιά του, ζήτησε βοήθεια και ενδιαφέρον ο τόπος μας σήμερα το πρωί.
Κι είπα να σας το αναφέρω μήπως και με συνδράμετε. Διότι τους έδωσα υπόσχεση πως θα κάνω ό,τι μπορεί η ταπεινή μου ύπαρξη για να μην καταστραφούν όσο ζω. Βοήθεια γύρεψαν αυτά, τη συνδρομή σας ζητάω κι εγώ. Ας προστατέψουμε τον τόπο μας, παρακαλώ.


20 July 2012

Οδός Κύπρου 1974



Η 20η Ιουλίου 1974 είναι μια αποφράδα ημερομηνία για τους Έλληνες. Το δράμα της Κύπρου, που κορυφώθηκε εκείνη την ημέρα, έγινε φανερό και στην Ελλάδα η οποία μέχρι τότε βρίσκονταν στα μαύρα σκοτάδια της χουντικής λογοκρινόμενης ενημέρωσης. Λίγα πράγματα είχαν γίνει προηγουμένως γνωστά και σχεδόν κανείς δεν περίμενε να ξυπνήσει με τις δραματικές ανακοινώσεις για γενική επιστράτευση.
Αν θυμάμαι καλά, εκείνο το πρωί οι ανάσες έγιναν ξαφνικά ρηχές κι όλοι ήταν κολλημένοι στο ραδιόφωνο προσπαθώντας να καταλάβουν τι ακριβώς συνέβαινε, κάτι που δεν ήταν καθόλου εύκολο. Μια δραματική αντρική φωνή - που νομίζω ότι έχω συγκρατήσει τη χροιά της - εκφωνητή του ραδιοφώνου έδινε λίγες, επιλεγμένες από την Χούντα, ειδήσεις από τη Κύπρο οι οποίες πάντα κατέληγαν στο ότι "οι ελληνοκυπριακές δυνάμεις αμύνονται σθεναρά απέναντι στην άνανδρη τουρκική εισβολή". "Άρα όπου να είναι τους παίρνουμε φαλάγγι", σχολίαζαν με φαινομενική βεβαιότητα, που έκρυβε το φόβο και φούσκωνε την επιθυμία τους, οι ακροατές που είχαν μαζευτεί στο διπλανό καφενείο για να ακούνε και να σχολιάζουν όλοι μαζί, και όταν κάποιος διαφωνούσε λέγοντας "δεν τους ξέρετε καλά τους τουρκαλάδες, ολόκληρη θα την πάρουν", τον έδιωχναν με φωνές παραπέρα, χάβρα κανονική, και εκείνος ξαναπλησίαζε μόλις το ραδιόφωνο έλεγε την επόμενη ανακοίνωση... Ενδιάμεσα μπαινόβγαιναν για αλλαγή και στο καπελάδικο μας. 
Αρκετοί έτρεχαν στα μπακάλικα για προμήθειες εν' όψη του επικείμενου πολέμου τα οποία γρήγορα ξέμειναν, αφού έτσι κι αλλιώς δεν είχαν και πολλά πράγματα και τα άδεια ράφια τους γρήγορα τροφοδότησαν τον πανικό μιας μισοξεχασμένης πείνας.
Αργότερα, μέχρι το μεσημέρι η επαναλαμβανόμενη ανακοίνωση που καλούσε τους εφέδρους να παρουσιαστούν στα κέντρα επιστρατεύσεως δημιούργησε μεγάλο εκνευρισμό, διότι όσοι παρουσιάζονταν δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν εύκολα με τους δικούς τους, ενώ κάποιοι που γύριζαν τα πίσω μπρος, αισθάνονταν κάπως ντροπιασμένοι αλλά και κρυφο-ανακουφισμένοι που δεν τους πήρανε λόγω χρώματος απολυτηρίου και αυτό με το χρώμα ήταν θέμα που σήκωνε έντονη κουβέντα. Άλλους τους έδιωχναν ανεξήγητα "γυρίστε στα σπίτια σας καλύτερα", αφού δεν ήξεραν τι να τους κάνουνείτε δεν έβρισκαν τα κέντρα επιστρατεύσεως που μάλλον είχαν μεταφερθεί κάπου αλλού, άλλους τους έψαχνε η αστυνομία και άλλοι έψαχναν οι ίδιοι που και πως θα επιστρατευτούν, και άκρη δεν έβγαινε.
Έβγαιναν όμως στις εξώπορτες οι γυναίκες και οι μανάδες κουβαλώντας ξέχειλα σακβουαγιάζ ή πλαστικές βαλίτσες που έκλειναν με ξεχαρβαλωμένα φερμουάρ και είχαν μέσα όλα τα πιθανά χρειαζούμενα του επίστρατου, και έστηναν τρυφερούς καυγάδες με τον φαντάρο τους ενώ εκείνος έδινε οδηγίες και εξηγούσε βιαστικά το ένα ή τ΄άλλο επείγον ζήτημα, ενώ ταυτόχρονα τον σταυροκοπούσαν και έχωναν χαρτονομίσματα και φυλακτά στις τσέπες, μερικές έκλαιγαν, και η κυρία Έλλη που το ΄χε πάρει πιο προσωπικά τσίριζε κι έσπερνε τον πανικό. 
Αυτά συνέβαιναν εκείνο το πρωί μέχρι που βράδιασε στο δρόμο μας με τα ισόγεια προσφυγικά και τα διώροφα νεόκτιστα, στον ασθενικό ίσκιο από τις μεγάλες πιπεριές στα πεζοδρόμια, ο οποίος - χωρίς πλάκα – ονομαζόταν ΟΔΟΣ ΚΥΠΡΟΥ. Μέχρι σήμερα έτσι ονομάζεται αλλά το συγκεκριμένο πρωινό όσο να πεις αποκτούσε άλλο νόημα που κανείς όμως δεν το πρόσεξε, εκτός ίσως από έναν λίγο μεγαλύτερο φίλο μου. Ο Νίκος λοιπόν μέσα σε όλο αυτό τον χαμό είχε αράξει στην γωνία Κύπρου και Βασιλέως Παύλου ακουμπώντας τη πλάτη στο τοίχο του ξενοδοχείου ΑΣΤΡΑ και έπαιζε τα χαρτάκια με τους ποδοσφαιριστές που είχαν διαπρέψει ένα μήνα νωρίτερα στο Μουντιάλ της Γερμανίας, τα 'ριχνε κάτω ένα ένα επαναλαμβάνοντας  τα ονόματα των αστέρων (για να μην τα ξεχάσει; ίσως),  "Ντίνο Τζοφ, Γιόχαν Κρόϊφ, Φραντς Μπεκενμπάουερ" και κατέληγε τραγουδιστά "ποιος είναι  καλύτερος όμως; ο Πελέ ή ο Ζαϊρζίνιο;"  Κι αυτό το όμως μας έμπλεκε όλους και, κοντά στα άλλα, ψάχναμε την απάντηση.
Γιατί το έκανε αυτό δεν κατάλαβα, αλλά σήμερα νοιώθω ότι εν αγνοία του έκανε κάτι σπουδαίο για εμένα, ήταν σαν πάτησε ένα κουμπί που διέκοψε τη ροή του δράματος που ζούσαμε για να κράτησω μια μοναδική εικόνα της οδού Κύπρου εκείνης της ημέρας, καθώς δεν μπορώ να θυμηθώ την τραγωδία της Κύπρου και τον ΑΤΤΙΛΑ χωρίς τη γειτονιά, τον φίλο μου και εκείνη την απίθανη ερώτηση.
Έτσι συνήθως μπερδεύονται οι μικρές ιστορίες των προσώπων και αποκτούν γεωχρονικό στίγμα μέσα στην Ιστορία. Αυτή ήταν μόνο η αρχή της Κυπριακής τραγωδίας αλλά εκείνο το πρωί ούτε τα πράγματα ήταν σίγουρο πως θα γίνουν έτσι που έγιναν, ούτε εμείς το ξέραμε. 
Εδώ δεν ξέραμε καν αν ήταν καλύτερος ο Πελέ, για ο Ζαϊρζίνιο! 


18 July 2012

"Ο κύκλος και το χνάρι του"


Τὰ μάτια μου δὲν εἶδαν τόπον ἐνδοξότερον ἀπὸ τοῦτο τὸ ἁλωνάκι,

( ξεκαθαρίζει, από την αρχή, ο Διονύσιος Σολωμός στο ποίημα Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, εδώ όμως αλωνάκι είναι το ίδιο το Μεσολόγγι, όπου δοκιμάζεται η επανάσταση, εκεί που ο ελληνισμός το 1826 ἐσκιρτοῦσε σὰν κλωνὶ στάρι )


Γύρεψε ο ποιητής μια λέξη με τόση εγκόσμια αγιοσύνη που να ξεπερνά ναούς και εικονίσματα ώστε να μπορέσει να σηκώσει επάνω της την θυσία του Μεσολογγίου. Και την βρήκε σε ένα ισόγειο χτίσμα του οποίου η απλότητα περισσότερο πλάθεται παρά χτίζεται, το αλώνι!
Εκεί είναι ο χώρος όπου κρίνεται ο μόχθος κι η επιβίωση του ανθρώπου, εκεί ξεχωρίζει το δίκαιο, ο καρπός, από το άδικο που είναι το καλάμι. Στον πλακόστρωτο κύκλο μπαίνουν τα γεννήματα, τα ζώα, ο άνθρωπος με τα εργαλεία του, και όλα πρέπει να συνεργαστούν ώστε ο ασίγαστος άνεμος να τιθασευτεί για να κερδίσει ο άνθρωπος το ψωμί του. Ο λίγος άνεμος δεν κάνει τίποτα, ο πολύς όλα τα σκορπά, η τέχνη είναι να μείνει ο καρπός και να φύγει το άχυρο αλλά για να γίνει αυτό πρέπει ο άνεμος, να χυθεί στο αλώνι όμορφα χωρίς περιττή ορμή και αυτή η αδήριτη ανάγκη είναι που πλάθει το αλώνι.
Το αλώνισμα ως πράξη χρειάζεται μόνο ένα στρωτό χώρο κόντρα στον άνεμο, αλλά η επιτέλεση αυτής της πράξης, συν τω χρόνω, οδήγησε στη συνήθεια να φτιάχνουν ολοένα και πιο φροντισμένα χτίσματα.
Είναι ο αρχαιότερος ιερός χώρος που σχετίζεται με κάθε απαρχή της ανθρώπινης κοινωνίας, από την προϊστορία ακόμα, όλες οι σημαντικές αρχαίες ιεροπραξίες τελούνταν μέσα στο αλώνι. Το ημικύκλιο του αλωνιού θα γίνει έτσι το πρότυπο για το θέατρο, η ορχήστρα με τη θυμέλη, και από αυτή θα προέλθει αργότερα η σκηνή του θεάτρου, διότι το θέατρο γεννήθηκε μέσα από τα επιτελεστικά μυητικά δρώμενα και τα εγκώμια του Διονύσου. Στην Αττική μάλιστα ο Διόνυσος εικονιζόταν πλαγιασμένος μέσα σε ένα πανέρι για το λίχνισμα του σταριού.
Η άλως (αρχ.) δεν ήταν μόνο ένα ελάχιστο είδος κτίσματος σχεδόν αυτόχτιστο, ούτε μόνο ένα εργαλείο για ένα κρίσιμο έργο, αλλά ήταν το αρχέγονο απτό σύμβολο του αέναου κύκλου της φύσης, εκεί όπου ο αναγεννημένος από τη σήψη σπόρος καθαρίζονταν εκεί γίνονταν και οι ιεροπραξίες.

Μια άλλη προσέγγιση δείχνει πως το σχήμα του αλωνιού προήλθε από τα χνάρια των Νυμφών στη γη. Οι νύμφες ζουν στα βουνά, στα δάση, στα ποτάμια, σε βρύσες, σε συντριβάνια, σε σπηλιές, σε όλη τη φύση, και κινούνται σε χώρους κυκλικούς (αλώνι, συντριβάνι, λίμνη, στέρνα), όπως κυκλικές είναι οι κινήσεις τους στον χορό ή στο γνέσιμο. Ο χορός τους αφήνει κυκλικά χνάρια στο χορτάρι σύμφωνα με τις παραδόσεις πολλών λαών. 


Ίσως το πρώτο ανθρώπινο αλώνι ήταν η Άλως του Τριπτόλεμου σε μια μεγάλη κυκλική τοποθεσία στην αρχαία Ελευσίνα, πιθανώς ο σιτοβολώνας της, εντός της οποίας υπήρχε πολύ μεγάλο αλώνι εκ του οποίου και έλαβε το όνομά της η περιοχή. Στον ίδιο χώρο υπήρχε ιερός βωμός προς τιμή της θεάς Δήμητρας. Εκεί κατά το θρύλο είχε αλωνιστεί το πρώτο σιτάρι που έβγαλε η σπορά του ήρωα Τριπτόλεμου, ο οποίος διέδωσε την καλλιέργεια και έγινε ο πρώτος ιερέας της Δήμητρας αφού η ίδια η Θεά τον μύησε στη λατρεία της. 

Επίσης γνωρίζουμε για την ιερότητα των αλωνιών και από άλλες παραδόσεις, όπως για παράδειγμα από τη Βίβλο, όπου η πομπή που μετέφερε το σώμα του Ιακώβ σταμάτησε και μοιρολόγησε για επτά μέρες στο αλώνι του Ατάδ, και πως αργότερα, στο αλώνι του Ορνάν του Ιεβουσαίου ο Δαυίδ προσέφερε θυσία για να σταματήσει ένας λιμός. Ακόμα και ως τις αρχές του 20ου αιώνα αναφέρεται ότι στη Συρία οι μεγάλες γιορτές, γάμοι και κηδείες γίνονταν σε αλώνια.


















Η αφήγηση πήγε κάπως μακριά αλλά ξεκίνησα να γράφω εξαιτίας μιας έμμεσης απάντησης που έλαβα, ετεροχρονισμένα, από την εκφορά της πρότασης του Διονύσιου Σολωμού σε ένα παλιό ερώτημα: κάποτε, κοιτάζοντας από το πλοίο τον βραχότοπο της Ιθάκης καθώς επέστρεφα από ένα ταξίδι στην κεντρική και δυτική Ευρώπη όπου είχα θαυμάσει τα επιτεύγματα των ανθρώπων του διαφωτισμού, την καθώς πρέπει εικόνα των πόλεων που επισκέφθηκα και τον εννοούμενο πλούτο της γης τους, αναρωτήθηκα για ποιους λόγους οι ευφυείς και προηγμένοι αρχαίοι Έλληνες έμειναν σχεδόν παράλογα προσκολλημένοι σε τούτα τα άγονα εδάφη, και γιατί έκτοτε οι άνθρωποι αυτού του τόπου θυσιάζονται υπερασπίζοντας τις ξερολιθιές του; Μια πιθανή απάντηση αλλά όχι πλήρη δίνει και ο Ηλίας Βενέζης βάζοντας τον πρόσφυγα γιατρό Δημήτρη Βένη να απαντά, "για τη γαλήνη", στο ερώτημα "γιατί ματαιοπονεί καλλιεργώντας τριανταφυλλιές σε τόσο φτωχή γη;"
Το αλώνι όμως, νοιώθω, είναι η πληρέστερη απάντηση σε όλα αυτά, διότι είναι το ελάσσων που γίνεται μείζων, επειδή εκεί στο όριο του αυτόχτιστου ο άνθρωπος ορθώνεται και γίνεται συνέταιρος με τους Θεούς της φύσης σε ένα κρίσιμο έργο, να ξεχωρίσει η ήρα από το στάρι. Μέσα στη λιτή γεωμετρία του αλωνιού, μετουσιώνονται τα υλικά και τά άυλα σε ένα αδιάσπαστο ιερό κύκλο, καθώς οι άνθρωποι μαζί με τους Θεούς βαδίζουν πάνω στα χνάρια της περπατησιάς των νυμφών. 

* τα 3 σχέδια έγιναν στις 18/7/2012 με αφορμή το κείμενο 

13 July 2012

"το είδος της ελευθερίας"

Οι βασιλόπαιδες ντυμένοι προσκοπικά όλο και κάτι βρίσκουν να χαιρετήσουν....

Οι κοινωνιολόγοι ή οικονομολόγοι γνωρίζουν τις αιτίες και τα αποτελέσματα, οι πολιτικοί επίσης, αφού αρκετές φορές είναι εκείνοι που προκαλούν τα γεγονότα, αλλα οι καλλιτέχνες είναι εκείνοι που αντιλαμβάνονται και φτιάχνουν τις αφηγήσεις της ιστορίας πριν καν ακόμα αυτή γίνει αντικείμενο μελέτης, διότι έχουν μάθει καλύτερα από όλους τη σχέση του όλου με τα μέρη του. Κι εγώ αν κάτι έχω μάθει από τη ζωή μου με την Τέχνη, αυτό είναι να διακρίνω διαφορές, ομοιότητες, συσχετισμούς και πιθανότητες εκεί που φαινομενικά δεν υπάρχουν.
Γεννήθηκα στην καπιταλιστική Ελλάδα του 1963, που λειτουργούσε και τότε με ομαλό ή ανώμαλο κοινοβουλευτισμό, και λίγο μετά χωρίς αυτόν. Νομίζω, πως στη πραγματικότητα οι Έλληνες -όπως οι περισσότεροι λαοί στον πλανήτη τότε-  ζούσαν με μια στρατοκρατική οργάνωση, κατά περιόδους φανερή με στολές παντού και άλλοτε αφανή με χαφιέδες παντού. Τα παιδιά και οι έφηβοι έπρεπε - και έτσι γίνονταν - εκτός του σχολείου που θύμιζε στρατώνα και ήταν ή αρρένων ή θηλέων, να διαπαιδαγωγούνται κοινωνικά και ηθικά, σε κατηχητικά, σε προσκοπικές ενωμοτίες και σε γελοίoυς φασιστικούς ουλαμούς αλκίμων, να επιδεικνύουν τις σωματικές (πάντα) επιδόσεις τους σε γυμναστικές επιδείξεις και παρελάσεις, να κουρεύονται με την ψιλή, να δίνουν τις παλάμες τους στον τιμωρό δάσκαλο με τον χάρακα, και ένα σωρό άλλα ατέλειωτα πρέπει, αλλιώς καιροφυλακτούσε η ΕΣΣΔ, ο κομμουνισμός, ο πειρασμός γενικώς και οι ασθένειες.
Όλοι, όπως είναι φυσικό σε τέτοιες περιστάσεις, νομίζαμε κάτι για τους εαυτούς μας και κάτι (άλλο) για τους γείτονες μας, και αυτό το κάτι άλλαζε ανάλογα με το βαθμό απομάκρυνσης που ο καθένας από εμάς είχε από τη λογική σκέψη, διότι από την πληροφορία ούτως ή άλλως είμαστε όλοι τότε σε απόσταση. Έτσι δεν καταλάβαμε ίσως ποτέ πως νικηθήκαμε και χάθηκε η μισή Κύπρος την ώρα που όπως νομίζαμε είμασταν σε όλα ανώτεροι από τους απολίτιστους τεμπέληδες μεμέτηδες, και άρα μόνο η προδοσία στην οποία καθησυχαστικά καταλήξαμε ήταν ικανή να εξηγήσει τα ανεξήγητα μας, φως φανάρι, ούτε φασισμός ούτε ιμπεριαλισμός μόνο μια προδοσία εν κενώ
Νομίζαμε λοιπόν, και δεν ξέραμε ότι στη πραγματικότητα και από την άλλη πλευρά πάλι μια στρατοκρατία βασίλευε, διαφορετική αλλά και ίδια, πάλι με στολές και χαφιέδες, ίσως σκληρότερη, σίγουρα αποτελεσματικότερη, κάτι που είναι φανερό ακόμα και σήμερα στους πειθαρχημένους λαούς των πρώην σοσιαλιστικών χωρών, και με άλλους γλωσσικούς κώδικές (σκέφτομαι πως για κάποιο σοβαρό λόγο θα ήταν τόσο μεγάλα τα πηλήκια των ανατολικών στρατιωτικών. Τόση σπατάλη υφάσματος, τρέσας και σιριτιού!
Σε πολλούς ίσως δεν αρέσει αυτή η σύγκριση και η συνακόλουθη παρομοίωση, όπως τη σκέφτομαι τώρα, αλλά έτσι ήταν ο κόσμος τότε, είχαν περάσει μόλις 10-15 χρόνια από το τέλος του εμφυλίου πολέμου και οι άνθρωποι δεν είχαν βγάλει ακόμα τις στολές που τους εξασφάλιζαν την ένταξη και ούτε είχαν "πετάξει" τις σφιγμένες νοοτροπίες τους. Θα χρειαζόντουσαν άλλα τόσα χρόνια για να καθησυχάσει ο κόσμος, και αφού πρώτα θα περνούσε από την δεξιά στην αριστερή άκρη του νοητού εκκρεμούς πάλι όμως με μαζική ένταξη σε οργανώσεις και τελετουργίες, πριν τελικά να αφεθεί σε μια ακόμα ψευδαίσθηση, την τελευταία προς ώρας, εκείνη της ευδαιμονίας του καταναλωτισμού και τις ατομικής προόδου με όλα εκείνα τα ορισμένα παραδοτέα, μονοκατοικία στα προάστια, τζιποειδές αυτοκίνητο, αστακομακαροναδοφαγία το καλοκαίρι, χειμερινές διακοπές σε σπα, μεγάλες πίστες κλπ. 
Θυμάμαι, επίσης, πως τη μέρα που έπεφτε το τείχος του Βερολίνου κάποιος ανόητος δημοσιογράφος έσπευσε να εκμαιεύσει από τον Μάνο Χατζιδάκι - που βρισκόταν σε πόλεμο με τον Αυριανισμό όπως ο ίδιος ονόμαζε εκείνον τον ακρότατο λαϊκισμό της εποχής - μια επιβεβαιωτική δήλωση "θριάμβου της Δύσης", και εκείνος ξέρετε τι του απάντησε;
"τώρα, που έπεσε το τείχος που έκρυβε τον ένα από τον άλλο, ο κάθε ένας θα αναμετρηθεί με το είδος της ελευθερίας που πίστευε ως τώρα ότι είχε ο άλλος " !

Τώρα που πέφτει το σκηνικό της δυτικής ευημερίας είναι και πάλι το είδος της ελευθερίας που μας διαφεύγει; Με τι θα αναμετρηθούμε άραγε, και πως θα το κάνουμε χωρίς εκείνο τον τύπο διανοούμενου που ενσάρκωνε ο Χατζιδάκις;

01 July 2012

"Τα κορίτσια με τα άσπρα γάντια"

έργο του Édouard-Théophile Blanchard (1844–1879)

Ο Ιούλιος μήνας ονομάστηκε έτσι από τον Αύγουστο Καίσαρα προς τιμήν του Ιουλίου Καίσαρα, και έχουμε έτσι το παράδοξο ο επόμενος να είναι ο νουνός του προηγούμενου! Ονομάζεται και αλωνάρης ή Αηλιάτης αφού αυτό το μήνα γίνεται το αλώνισμα και το  λίχνισμα  των δημητριακών για το οποίο χρειάζονται αέρηδες, και ο εορταζόμενος του μήνα ο Νεφεληγερέτης Ηλίας είναι εκείνος που τους ανέμους διαφεντεύει.
Ο Προφήτης Ηλίας κατοικεί τις κορυφές των βουνών και διαδέχθηκε τον Δία από τον οποίο μάλλον κληρονόμησε την αυστηρότητα, τη γενειάδα και τα αστροπελέκια. Ίσως δεν είναι ευρέως γνωστό πως ο Ηλίας γιος του Σωβάκ από τη Γαλαάδ ή Θέσβη ήταν αυτός που κατέβασε τρεις φορές φωτιά από τον ουρανό, κάνοντας τους Ισραηλίτες με μια φωνή να πουν: «Αληθώς Κύριος ο Θεός, αυτός ο Θεός». Επίσης, είναι εκείνος που με τη γλώσσα του εμπόδισε τη βροχή και δεν έβρεξε ο ουρανός για τρεισήμισι χρόνια. Είναι εκείνος που ανάστησε τον νεκρό γιο της χήρας Σεραφθίας και κατέκαυσε τους εκατό ανθρώπους που έστειλε ο βασιλιάς Οχοζίας. Είναι εκείνος που στο όρος Χωρήβ είδε τον Θεό, όσο είναι δυνατό, βέβαια, να Τον δει άνθρωπος. Είναι εκείνος που έσχισε τον Ιορδάνη ποταμό και ανελήφθη με πύρινη άμαξα στον ουρανό. Τέλος, είναι εκείνος που στη Μεταμόρφωση του Χριστού στάθηκε δίπλα Του μαζί με τον Μωϋσή.  Για όλα αυτά η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 20 Ιουλίου, οπότε και πιστεύεται ότι αναλήφθηκε στους ουρανούς. 
Όμως σχεδόν για όλα, υπάρχει και μια άλλη δεύτερη εκδοχή, περισσότερο ή λιγότερο πιθανή, άλλοτε θρησκευτική άλλοτε μυθολογική μερικές φορές "πικάντικη", αλλά πάντα πιο σκοτεινή.   
Σε αυτή τη δεύτερη εκδοχή, η ιστορία του Ηλία αρχίζει με την Αργοναυτική εκστρατεία, και αυτός ονομάζεται Ύλας, δηλαδή ο πεντάμορφος μπουκλάκιας εραστής του Ηρακλή. Αυτοί οι δυο μαζί με άλλους 38 ήρωες υπό την ηγεσία του Ιάσωνα ήταν το πλήρωμα της Αργούς που ξεκίνησε από την Ιωλκό για τη πιο θαυμαστή επινόηση του ανθρώπινου είδους, το θαλάσσιο ταξίδι! Κατά τη διάρκεια εκείνου του πρώτου των ταξιδιών, μετά αλλά και πριν από τρομερές περιπέτειες, η Αργώ αναγκαστικά προσάραξε επειδή είχε σπάσει το κουπί του Ηρακλή στο κόλπο του Κιανού ποταμού, εκεί που σήμερα βρίσκεται η Κίος, τα Μουδανιά και το νησί Ιμραλί όπου οι Τούρκοι κρατούν φυλακισμένο τον ηγέτη των Κούρδων. 
Το κουπί του Ημίθεου δεν ήταν οποιοδήποτε κουπί, για την κατασκευή του χρειαζόταν να βρεθεί το κατάλληλο δέντρο στα βαθύσκιωτα δάση της Βιθυνίας όπου και ξαμολήθηκαν, οι Αργοναύτες ψάχνοντας το. Ένα απόβραδο μετά την ένταση της αναζήτησης δίψασαν και ο Ύλας ανέλαβε να φέρει νερό από μια κοντινή πηγή. Μέγα λάθος - αν βέβαια αποκλείσουμε την περίπτωση να πήγαινε γυρεύοντας - διότι έπρεπε να γνώριζε ότι σε αυτές τις πρόσχαρες περιοχές με τις πηγές και τα ρυάκια σύχναζαν από την αρχή αρχή του κόσμου οι Νύμφες, είναι ο τόπος τους. Και όλες αυτές οι πεντάμορφες νεράιδες που έχουν ασίγαστη ερωτική ορμή άμα βάλουν κάτι στο μάτι κι' αυτό το κάτι ξεκόψει σε καμιά πηγούλα το αρπάζουν στη στιγμή και δεν καταλαβαίνουν τίποτα από τους ερωτικούς προσανατολισμούς των ανθρώπων. Μια από δαύτες, άλλοι λένε η Κύπρις καί άλλοι η Εφυδάτια, μόλις αντίκρισε τον Ύλα στο φως της Σελήνης τον ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα και έμεινε να τον κοιτάζει αμήχανη, αλλά όταν ο Ύλας έσκυψε πάνω στην πηγή και βούτηξε την υδρία του στα νερά που κυλούσαν βουερά πάνω στο χάλκινο σκεύος, η νύμφη λαχταρώντας να φιλήσει τ' όμορφο στόμα του τον αγγάλιασε από τον λαιμό, τον τράβηξε κοντά της και τον φίλησε γλυκά μεν παράφορα δε. Εκείνος έβγαλε μια φωνή για τα μάτια του κόσμου αλλά αμέσως ανταποκρίθηκε θερμά στο ερωτικό κάλεσμα της συλφίδας, αφού του καλάρεσαν τα φιλιά και τα χαϊδολογήματα, και σε λίγο η εύπυγος νεράϊδα και ο ευμέζεος εραστής της πια, σφιχτά αγκαλιασμένοι χάθηκαν μέσα στα δάση που απλώνονται γύρω από την Ασκανία λίμνη, μαγεμένοι για πάντα.
Τον Ύλα δεν τον ξαναείδε ανθρώπου μάτι, μάταια ο δύστυχος Ηρακλής τον αναζητούσε νύχτες και ημέρες, έφτασε μέχρι τη σημερινή Προύσσα, τη Νίκαια και ακόμα παραπέρα, ανέβηκε σε όλες τις βουνοκορφές στην απόληξη της Ποντικής Οροσειράς στα όρια της παφλαγονίας για να μπορέσει να κοιτάξει μακριά και σε κάθε μια από αυτές έχτισε βωμό για την ανεύρεση του Ύλα. Μόνο εκεί, στα ορεινά της Προύσας, αποξεχάστηκε για λίγο και αργοπόρησε κρυφοκοιτάζοντας τα κορίτσια με τα λευκά γάντια και τα φουστάνια πιασμένα ψηλά στη μέση, πως μάζευουν τα όψιμα κεράσια αποκόπτοντας τα με τα μακριά τους νύχια. 
Στο τέλος αποκαρδιώθηκε, και καθώς οι υπόλοιποι αργοναύτες γκρίνιαζαν αλλά και το καθήκον το βαθιά ριζωμένο στην ημίθεα ψυχή του τον καλούσε να συνεχίσει την εκστρατεία, ήταν και το κουπί έτοιμο, σάλπαρε και πάλι.  Πρώτα όμως ίδρυσε την πόλη της Κίου, και άφησε ντόπιους να συνεχίσουν την αναζήτηση, να προσέχουν τους βωμούς στις βουνοκορφές και να προσφέρουν τακτικά θυσίες στους Θεούς, με την ελπίδα να τον βρει εκεί κατά την επιστροφή του. Δεν τον βρήκε ούτε τότε, ούτε ποτέ, η Αργώ άλλωστε δεν ξαναπέρασε από 'κεί. Έναν όμως από εκείνους τους βωμούς, τους αφιερωμένους στον Ύλα που εν τω μεταξύ είχε γίνει προστάτης των ζευγαριών και χειριστής των νεφών και των κεραυνώνστο kırk dağ τον επισκέφτηκε ο Μέγας Αλέξανδρος ο οποίος θυσίασε, εκεί, σαράντα νεαρά ταυριά
Αργότερα, πάνω στα ερείπια αυτού του ιερού του ορεσίβιου Ύλα χτίστηκε ναός αφιερωμένος στον Προφήτη Ηλία, ίσως για να εκμηδενιστεί από τους οπαδούς της νέας θρησκείας, ίσως απλώς νέοι έποικοι να μπέρδεψαν τα ονόματα και τις χάρες τους καθώς μάθαιναν τη γλώσσα και τις ιστορίες της περιοχής, πάντως με τον καιρό ο Ύλας έγινε Ηλίας και από εραστής προφήτης!
Συμβαίνουν αυτά. Αυτή άλλωστε είναι η μοίρα των ηρώων, να αποστάζονται οι ζωές τους σε λίγα ίχνη που ο καθένας τ' ακολουθεί και τα ερμηνεύει όπως νομίζει φτιάχνοντας αφηγήσεις, και αφήγηση στην αφήγηση... γίνονται οι μύθοι. Αλλά να, που κάποια ανάμνηση από εκείνο το αρχέγονο πάθος, ή κάποιο παρόμοιο του, επιβίωσε στο δημοτικό τραγούδι από την Σινασσό της Καππαδοκίας, με τίτλο "ΠΑΓΩ  ΣΤΟΥ  ΠΡΟΥΣΑΣ  ΤΑ  ΒΟΥΝΑ"

Πάγω στου Πρού ... ωχ αμαν γκελ αμάν
πάγω  στου  Προύσας  τα  βου(ι)νά  βρίσκω  βρύσες  κρύα  νερά,
έσκυψα  έσκυψα  να  πιω  λιγάκι
μου  ‘πεσε  μου  ‘πεσε  το  μαντηλάκι.

------
Με  τετρακόσ…  ωχ  αμάν  γκελ  αμάν
με  τετρακόσια  δυο  φλουριά  με  τετρακόσια  δυο  φλουριά,
και  πενή…  και  πενήντα  δράμια  μόσχο
για  να  διεις  για  να  διεις  αγάπη  πο’  ‘χω.

------
Μαντήλι μου ωχ αμάν γκελ αμάν
μαντήλι  μου  μεταξωτό  και  με  χρουσάφι  κεντητό,
μια  χαρά  μια  χαρά  ‘ταν  το  καημένο
το  ‘μορφο  το  ‘μορφο  και  πλουμισμένο.

------
Εκεί  που  το  ωχ  αμάν  γκελ  αμάν 
εκεί  που  το  κεντούσανε  για  με  το  τραγουδούσανε,
τρία  πάρ…  τρία  πάρθενα  κοράσια
σαν  μαγιά…  σαν  μαγιάτικα  κεράσια.
(Ο ρυθμός του κομματιού είναι 4/4.)