12 January 2013
28 November 2012
το ξύρισμα
στις φροντίδες του Φορλίδα
Κάποτε ήταν μια καθημερινή φροντίδα που δεν κατάφερε όμως να μου γίνει συνήθεια. Την πρώτη φορά ξυρίστηκα με BIC, σχεδόν φαντασιακά, αφού ήμουν αμούστακος ακόμα, μετά όμως που έβγαλα γένια ήταν χαλκόχρωμα και μ' αρέσανε, έτσι άφησα μούσι. Αργότερα, πήγα ναύτης και ξυριζόμουν στη σειρά, ο ένας πίσω από τον άλλον για δεν φτάνανε οι καθρέφτες, αλλά μάλλον χωρίς επιτυχία αφού συχνά οι εντεταλμένοι επί του θέματος αξιωματικοί με "έβρισκαν" αξύριστο στις πρωινές κλήσεις. Δεν παρέλειψα, στο τέλος, να ξυριστώ και ως γαμπρός εφόσον μάταια περίμενα να λειτουργήσουν οι άγνωστες στα μέρη μου παραδόσεις και να με ξυρίσουν κάποιοι άλλοι, για ταψιά ούτε συζήτηση, ξυρίστηκα λοιπόν ως που βαρέθηκα να ξυρίζομαι και τα παράτησα. Στην πραγματικότητα, για να έχω μια εικόνα για το θέμα, θυμάμαι περισσότερο τον πατέρα μου να ξυρίζεται παρά την αφεντιά μου.
Εκείνο όμως που δεν ξεχνώ είναι ένα ξύρισμα με φαλτσέτα, κάποιο καλοκαίρι στο Πήλιο.
Είδα το κουρείο, παλιό, πέρασα μια, πέρασα δυο, στο τέλος άνοιξα την πόρτα και ζήτησα εκείνο που μου ήρθε πρώτο, μόνο ξύρισμα, αφού το κούρεμα ακόμα το λογαριάζω για πιο βαρύ. Κάθισα στη παλιά πολυθρόνα ο κουρέας σήκωσε το μαξιλαράκι ως το σβέρκο μου, στερέωσε μια πετσέτα στο λαιμό, έριξε μια άλλη -άσπρη κι αυτή- στον αριστερό μου ώμο για να σκουπίζει το ξυράφι, και βάλθηκε να φτιάχνει σαπουνάδα σε ένα τσίγκινο τάσι. Άπλωσε τον αφρό στο σαγόνι και στο λαιμό μου, ήταν χλιαρός, πήρε στο χέρι του τη φαλτσέτα και έκανε μια κίνηση στον αέρα, σαν δοκιμαστική, ανησύχησα κάπως, φαινόταν ηλικιωμένος. Έσκυψε και ακούμπησε την κόψη στο μάγουλο μου τόσο απαλά και αποφασιστικά που αμέσως κατάλαβα πως επρόκειτο για καλλιτέχνη. Πήρε τις πρώτες τρίχες και άρχισε να μιλάει, μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε βγάλει μιλιά, ξεφύσησα σιγανά και αφέθηκα.
Όσο με ξύριζε παρατηρούσα τις χτένες, τα λίγα βαποριζατέρ με τις κολόνιες, την πούδρα, και τα γυάλινα μπουκαλάκια με τη στύψη, το οινόπνευμα και το βαμβάκι για παν ενδεχόμενο, άλλα κυρίως τις παλιές χειροκίνητες κουρευτικές μηχανές στο μαρμάρινο πάγκο, ίδιες με εκείνες που είχε ο πρώτος μου κουρέας στη Νίκαια, ο Στάθης, εκεί που έπιασε μπουζούκι ο Τσομίδης, παιδί ακόμα πριν γίνει ο βιρτουόζος που ξέρουμε, μια γενιά πριν απ΄τη δική μου, τα κουρεία βλέπετε έχουν μεγάλες ιστορίες. Και τώρα άκουγα τις διηγήσεις του Φορλίδα που πύκνωναν στα κενά όταν η φαλτσέτα έπρεπε να σκουπιστεί, και το ξύρισμα λες και πισωπατούσε δεκαετίες σε κάθε καθάρισμα της, έτσι που σε μερικά λεπτά έγιναν ... οι μέρες του '36, τότε που ο Φορλίδας άνοιγε το μαγαζί του για να καλλωπίσει τρεις γενιές αντρών, που έμεναν εδώ ή περαστικών για τον Πλατανιά, την Αργαλαστή και παραπέρα, διότι ήταν ο κουρέας του τόπου.
Μέχρι ... και τους αξιωματικούς των Ες-Ες κούρευα και ξύριζα, είπε και η φωνή του πήρε μια αλλόκοτη χροιά, τώρα που ήταν πια 86 ετών και είχε στα σίγουρα επιβιώσει από όλα αυτά. Η φράση διέσχισε απότομα το κουρείο, βγήκε και έσβησε έξω στη ζέστη του απογεύματος, ενώ εκείνος ατάραχος άφηνε καθαρό τον λαιμό και ίσιωνε τις φαβορίτες μου σχεδόν χωρίς να κοιτάζει. Μέτραγε αλλιώς το πρόσωπο. Πως όμως ; με τους ήχους της φαλτσέτας ; χρατς ; Ίσως.
Άλλαξε θέμα, εδώ, πίσω από το παραβάν έβαφα μια φορά την εβδομάδα και τις γυναίκες, βλέπεις τότε δεν υπήρχαν βαφές στα μάρκετ και το χωριό δεν είχε κομμώτρια ! Κάποιος έπρεπε...
Όσο με ξύριζε παρατηρούσα τις χτένες, τα λίγα βαποριζατέρ με τις κολόνιες, την πούδρα, και τα γυάλινα μπουκαλάκια με τη στύψη, το οινόπνευμα και το βαμβάκι για παν ενδεχόμενο, άλλα κυρίως τις παλιές χειροκίνητες κουρευτικές μηχανές στο μαρμάρινο πάγκο, ίδιες με εκείνες που είχε ο πρώτος μου κουρέας στη Νίκαια, ο Στάθης, εκεί που έπιασε μπουζούκι ο Τσομίδης, παιδί ακόμα πριν γίνει ο βιρτουόζος που ξέρουμε, μια γενιά πριν απ΄τη δική μου, τα κουρεία βλέπετε έχουν μεγάλες ιστορίες. Και τώρα άκουγα τις διηγήσεις του Φορλίδα που πύκνωναν στα κενά όταν η φαλτσέτα έπρεπε να σκουπιστεί, και το ξύρισμα λες και πισωπατούσε δεκαετίες σε κάθε καθάρισμα της, έτσι που σε μερικά λεπτά έγιναν ... οι μέρες του '36, τότε που ο Φορλίδας άνοιγε το μαγαζί του για να καλλωπίσει τρεις γενιές αντρών, που έμεναν εδώ ή περαστικών για τον Πλατανιά, την Αργαλαστή και παραπέρα, διότι ήταν ο κουρέας του τόπου.
Μέχρι ... και τους αξιωματικούς των Ες-Ες κούρευα και ξύριζα, είπε και η φωνή του πήρε μια αλλόκοτη χροιά, τώρα που ήταν πια 86 ετών και είχε στα σίγουρα επιβιώσει από όλα αυτά. Η φράση διέσχισε απότομα το κουρείο, βγήκε και έσβησε έξω στη ζέστη του απογεύματος, ενώ εκείνος ατάραχος άφηνε καθαρό τον λαιμό και ίσιωνε τις φαβορίτες μου σχεδόν χωρίς να κοιτάζει. Μέτραγε αλλιώς το πρόσωπο. Πως όμως ; με τους ήχους της φαλτσέτας ; χρατς ; Ίσως.
Άλλαξε θέμα, εδώ, πίσω από το παραβάν έβαφα μια φορά την εβδομάδα και τις γυναίκες, βλέπεις τότε δεν υπήρχαν βαφές στα μάρκετ και το χωριό δεν είχε κομμώτρια ! Κάποιος έπρεπε...
Τέλος μου έβαλε με χτυπηματάκια στα μάγουλα μια κολόνια τόσο παλιά όσο κι αυτός και με ξεπροβόδησε πριν προλάβω να θυμηθώ πως μπήκα για να του ζητήσω την άδεια να φωτογραφίσω το μπαρμπέρικο, αλλά ζήτησα μόνο ξύρισμα.
19 November 2012
του 60 οι εκδρομείς, το 70 ομοτράπεζοι
Οι μέρες έχουν χαρακτήρα και οι δικές μας είναι ολοφάνερο πως ζορίζονται, όπως και οι άνθρωποι τους, στην νότια Ευρώπη, τουλάχιστον, αρχίζουν να υποφέρουν μετά από πολύ καιρό, και το όνειρο του αναπτυγμένου κόσμου χλομιάζει και ξεπλένεται γοργά σαν να 'ταν φτιαγμένο από φτηνά χρώματα. Ο δε υπόλοιπος κόσμος οδηγείται σταθερά, από τις παγκόσμιες ηγεμονίες, στο κακό και στο χειρότερο. Η υπόσχεση της δύσης μοιάζει φάρσα καθώς η μετανάστευση διώχνει και ξεχωρίζει ξανά φίλους και συγγενείς. Δεν λείπουν τα αγαθά, αυτά ακόμα υπάρχουν, λείπουν όμως πολλά άλλα, η αξιοπρέπεια, η ελευθερία και η αθωότητα ή έστω η αναπαράσταση της .
Ο δυτικός άνθρωπος πάσχισε για περίπου τετρακόσια χρόνια, έκανε πολέμους, αποικίες, λεηλάτησε και σκότωσε για να στρωθεί σε ένα γεμάτο τραπέζι και να αποξεχαστεί !
Στην ΠΕΙΝΑ, ο ήρωας του Χάμσουν αγωνιά για την τροφή του και δεν καταφέρνει πάντα να βγάλει το μήνα ή να κοιμηθεί αξιοπρεπώς σε ένα ανθρώπινο κρεβάτι, αλλά περιπλανιέται στους δρόμους της Χριστιάνιας, όπου βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στην παράνοια, στην πείνα για φαγητό αλλά περισσότερο στην λαχτάρα για αξιοπρέπεια, που τον φορτώνει άλλοτε με ενοχές άλλοτε με πωρωμένη αυτοεκτίμηση. Η πείνα του ανώνυμου πρωταγωνιστή έχει πάνω από όλα άξονά της τον αυτοσεβασμό και την καταξίωση, στο δρόμο για τα οποία το στομάχι, σαν άλλος Μεφιστοφελής, μπαίνει για να τον δελεάσει και να τον ξεστρατίσει. Ο Θεός και οι άλλοι, όπως θα έγραφε αργότερα και ο Σαρτρ, μπαίνουν στο χωνευτήρι και γίνονται μια αδιαίρετη κόλαση, όπου όλα ενώνονται στην έλλειψη. Η εργασία, η αυτοεκτίμηση, το όνειρο, η ελευθερία της επιλογής, η δημοκρατία, όλα αποδεικνύονται σκηνικά μιας γκροτέσκο παράστασης.
Στην ΠΕΙΝΑ, ο ήρωας του Χάμσουν αγωνιά για την τροφή του και δεν καταφέρνει πάντα να βγάλει το μήνα ή να κοιμηθεί αξιοπρεπώς σε ένα ανθρώπινο κρεβάτι, αλλά περιπλανιέται στους δρόμους της Χριστιάνιας, όπου βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στην παράνοια, στην πείνα για φαγητό αλλά περισσότερο στην λαχτάρα για αξιοπρέπεια, που τον φορτώνει άλλοτε με ενοχές άλλοτε με πωρωμένη αυτοεκτίμηση. Η πείνα του ανώνυμου πρωταγωνιστή έχει πάνω από όλα άξονά της τον αυτοσεβασμό και την καταξίωση, στο δρόμο για τα οποία το στομάχι, σαν άλλος Μεφιστοφελής, μπαίνει για να τον δελεάσει και να τον ξεστρατίσει. Ο Θεός και οι άλλοι, όπως θα έγραφε αργότερα και ο Σαρτρ, μπαίνουν στο χωνευτήρι και γίνονται μια αδιαίρετη κόλαση, όπου όλα ενώνονται στην έλλειψη. Η εργασία, η αυτοεκτίμηση, το όνειρο, η ελευθερία της επιλογής, η δημοκρατία, όλα αποδεικνύονται σκηνικά μιας γκροτέσκο παράστασης.
Τα ποτήρια των ανθρώπων λείπουν, άλλα γιατί εκείνοι έφυγαν, άλλα γιατί έσπασαν οι σχέσεις, και μαζί με τα ποτήρια λείπει το κρασί της (ψεύτικης μερικές φορές) αθωότητας του άφθονου τραπεζώματος των '70.
Η Ελλάδα είχε κάνει 1/4 του αιώνα για να συνέλθει από τον πόλεμο, τον εμφύλιο και τη χούντα, μια σχεδόν μόνιμη στέρηση, άλλοτε υλική, άλλοτε πνευματική, άλλοτε και των δυο τέλειωνε μαζί με τη Χούντα και οι άνθρωποι που είχαν επιβιώσει από όλα αυτά θέλοντας να ξεχάσουν ρίχτηκαν στις υπερβολές, για να κερδίσουν τον χαμένο χρόνο, τις χαμένες θερμίδες, τις χαμένες σχέσεις και όσο καταλάβαιναν πως τίποτα δεν ξανακερδίζονταν, τόσο ρίχνονταν σε ένα ξόδεμα πόρων και εαυτών, άνευ ορίων.
*Υπήρχε τότε μια ψησταριά στο Κερατσίνι (παντού θα υπήρχε) στη γειτονιά Νερό, όπου στις γιγαντιαίες μερίδες της μαζί με τις 4 σούβλες κεμπάπ, τις πολλές πίτες, και τα άφθονα συνοδευτικά έβαζαν από πάνω ως επιστέγασμα και μια κουταλιά φρέσκο βούτυρο, τι πιο σίγουρο από μια λιπαρή επιβεβαίωση του ανεπίστρεπτου της πείνας!
Οι άνθρωποι τότε, συνήθως τα Σαββατόβραδα, μετά από τέτοιο φαγητό γλυκαίνονταν με εκμέκ και καϊμάκια, και μαζί με τα κρασιά (στα οποία έριχναν ένα κομμάτι μήλο για να μην μεθούν) ρουφούσαν βαριά τσιγάρα μέχρι το φίλτρο, ακούγοντας τον Καζαντζίδη ή τον Διονυσίου από Τζουκ-μποξ. Ακολουθούσαν τα φουσκώματα, οι σόδες, τα αλκασέντζερ και οι ασπιρίνες, αλλά η συλλογική άγνοια για την χοληστερόλη και τα αδέρφια της, επέτρεπε την άλλη μέρα που ήταν Κυριακή μια ράθυμη εκδρομή ως τις χασαποταβέρνες της Χασιάς και της Σταμάτας, ένα ταξίδι δηλαδή στα σύνορα ενός αντικατοπτρισμού της ευδαιμονίας, αφού όσο άγγιζαν την εικόνα της τόσο αυτή άλλαζε ράφι και αμπαλάζ, και φτου κι απ΄την αρχή.
Οι άνθρωποι τότε, συνήθως τα Σαββατόβραδα, μετά από τέτοιο φαγητό γλυκαίνονταν με εκμέκ και καϊμάκια, και μαζί με τα κρασιά (στα οποία έριχναν ένα κομμάτι μήλο για να μην μεθούν) ρουφούσαν βαριά τσιγάρα μέχρι το φίλτρο, ακούγοντας τον Καζαντζίδη ή τον Διονυσίου από Τζουκ-μποξ. Ακολουθούσαν τα φουσκώματα, οι σόδες, τα αλκασέντζερ και οι ασπιρίνες, αλλά η συλλογική άγνοια για την χοληστερόλη και τα αδέρφια της, επέτρεπε την άλλη μέρα που ήταν Κυριακή μια ράθυμη εκδρομή ως τις χασαποταβέρνες της Χασιάς και της Σταμάτας, ένα ταξίδι δηλαδή στα σύνορα ενός αντικατοπτρισμού της ευδαιμονίας, αφού όσο άγγιζαν την εικόνα της τόσο αυτή άλλαζε ράφι και αμπαλάζ, και φτου κι απ΄την αρχή.
01 November 2012
Ο noνem (ένατος) των Ρωμαίων, που έγινε ενδέκατος
Ο Νοέμβριος, ή Βιέστ (Αρβανίτικα) είναι ο ενδέκατος μήνας του έτους και και ως γνωστόν έχει 30 ημέρες κατά τις οποίες, ανά τους αιώνες, έχουν συμβεί θαυμαστά πράγματα.
Πρώτα πρώτα αρχίζει η περίοδος σπουδαίων εορτών, των Αρχαγγέλων, του Μηνά, των Εισοδίων της Θεοτόκου, της Αικατερίνης, του Στυλιανού προστάτη των παιδιών, του Ανδρέα και του Φιλίππου που μας εισάγουν στην προσμονή των Χριστουγέννων, αλλά παραδόξως και στον διονυσιακό κόσμο των χειμωνιάτικων κυκλαδίτικων πανηγυριών.
[Κάποιο Νοέμβρη, στη Σίφνο, με τίμησαν και - μπροστά μπροστά να περπατώ όπως με ευγένεια με ορμήνευαν κάθε που βραδυπορούσα - έφερα τον άρτο ως το ξωκλήσι του Άγιου Στυλιανού έξω από τον Αρτεμώνα, και τέσσερις μέρες μετά πήραμε το μονοπάτι, μια μακριά σειρά ανθρώπων, έως πάνω στο Μοναστήρι του Αγίου Ανδρέα, που στέκει πλάϊ στα απομεινάρια αρχαίου ναού, για να λειτουργηθούμε, να φάμε νοστιμότατη καπαροσαλάτα, να πιούμε κρασί και να ακούσουμε τον Κουτσουνά να παίζει βιολί, με την Πάρο, την Αντίπαρο και την Φολέγανδρο στο πιάτο αντίκρυ, στο Αιγαίο, την ώρα που άρχιζαν τα μετέωρα από τον αστερισμό του Λέοντα]. Αυτά τα πανηγύρια όποιος άπαξ τα ζήσει δεν τα ξεχνάει ποτέ.
Κατά τ΄άλλα αρχίζει η περίοδος της ελιάς, και οι άνθρωποι που μαζεύουν τον καρπό της διαβιούν την ημέρα στην ύπαιθρο εφόσον ο καιρός ακόμα το επιτρέπει όχι δίχως απρόσμενα μουσκέματα από τις φθινοπωρινές μπόρες που κάμουν την εμφάνιση τους στις κοιλάδες μας. Μπαίνουν μπροστά στο φουλ και τα λιοτρίβια, γυρίζουν οι κοχλίες και σφίγγουν οι πρέσες, στάζει ο χυμός και όσο διαρκεί η αναμονή για να τρέξει το λάδι στις κάδες και από κει στους ντενεκέδες, κόβονται και ψήνονται μεγάλες φέτες ψωμιού και περιχύνονται με αγουρέλαιο, αλάτι και ρίγανη, για να πιούνε τα τελευταία περυσινά κρασιά, και να πούνε ευχές και ιστορίες.
Αλλού, στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 73, μερικές εκατοντάδες, στην αρχή, νέοι που ένιωσαν πόσο γελοίοι ήταν εκείνοι που (και) τότε κυβερνούσαν, μπήκαν στο πολυτεχνείο και έζησαν τις τρεις (3) καλύτερες μέρες ελευθερίας του καιρού μας ... (αλλά τα ξέρετε αυτά).
[Όταν, την δεκαετία του '80, πέρασα στη Σχολή Καλών Τεχνών προσπάθησα κάπως να φανταστώ εκείνο το σπουδαίο 3ήμερο, αλλά δεν κατάφερα πολλά πράγματα διότι "έπεφτα" σταθερά πάνω στην ισχυρή εικόνα του που ήταν ήδη έτοιμη.]
Τον Νοέμβρη που το Πήλιο γίνεται χρυσοκόκκινο, σιγομπαίνει ο χειμώνας, αν και στις πόλεις αυτό συνήθως δεν γίνεται αισθητό, αλλά στην ύπαιθρο ... ούτε τσοπάνος στο βουνά ούτε ζευγάς στους κάμπους. Ούτε παπούτσια και σκούπες έξω το βράδυ της παραμονής των Αρχαγγέλων, να μην τα δει ο Μιχαήλ και του μπουν τίποτα ιδέες.
15 October 2012
Ο άνθρωπος της Νεκρής φύσης
Νεκρή φύση με ψάρια, Βώκος Νικόλαος (1859 - 1902), Λάδι σε μουσαμά , 55 x 100 εκ.
Ο όρος νεκρή φύση - διαβάζουμε από το site της Εθνικής Πινακοθήκης -
natura morta, εισάγεται στην ιταλική ορολογία της τέχνης τον 18ο αιώνα
ως ζωγραφική δεύτερης κατηγορίας η οποία συχνά αντιδιαστέλλεται προς την
«ευγενή» natura vivente, τη ζωντανή φύση, όπου πρωταγωνιστεί ο
άνθρωπος. Το είδος άνθισε ιδιαίτερα στις Κάτω Χώρες.
Η νεκρή φύση αναπτύχθηκε στην Ελλάδα το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, με σκοπό να ανταποκριθεί στη ζήτηση της νέας αστικής τάξης. Απεικονίζει με ψευδαισθησιακή ή εξιδανικευμένη έμφαση υλικά αγαθά, συμβολίζει και φανερώνει την ευμάρεια και προορίζεται να στολίσει τραπεζαρίες ή σαλόνια.
Η νεκρή φύση αναπτύχθηκε στην Ελλάδα το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, με σκοπό να ανταποκριθεί στη ζήτηση της νέας αστικής τάξης. Απεικονίζει με ψευδαισθησιακή ή εξιδανικευμένη έμφαση υλικά αγαθά, συμβολίζει και φανερώνει την ευμάρεια και προορίζεται να στολίσει τραπεζαρίες ή σαλόνια.
Σήμερα που η τάξη "που τα έφτιαχνε"
ενταφιάζεται και η επιθυμία της ευμάρειας γίνεται ανάμνηση αυτοί οι
χώροι χλωμιάζουν αμήχανοι λίγο πριν μετατραπούν σε νοσταλγικά τμήματα
ενός αδιανόητου μουσείου.
Ο άνθρωπος ως διαμορφωτής της ιστορίας, αφού πρώτα κατέστρεψε με την απληστία του την ίδια τη φύση, έχει πάψει προ πολλού να πρωταγωνιστεί οπουδήποτε χάνοντας τη θέση του και στην natura vivente αλλά και την αστική του υπόσταση. Δεν του μένει ίσως τίποτα άλλο πια από το να πάρει την πένθιμη θέση του ανάμεσα στα άλλα υλικά αγαθά της νεκρής φύσης; Από παρατηρητής και υποκείμενο μετατρέπεται σε αντικείμενο και ποζάρει άβουλος, ακριβώς όπως τα μήλα, τα χρυσά ψωμιά και τα μπακιρένια σκεύη.
Μπορεί άραγε κάποιος να προσδοκά σε ανάσταση νεκρών όντας ο ίδιος πλέον μια παλιά ψευδαίσθηση δεύτερης κατηγορίας;
Ο άνθρωπος ως διαμορφωτής της ιστορίας, αφού πρώτα κατέστρεψε με την απληστία του την ίδια τη φύση, έχει πάψει προ πολλού να πρωταγωνιστεί οπουδήποτε χάνοντας τη θέση του και στην natura vivente αλλά και την αστική του υπόσταση. Δεν του μένει ίσως τίποτα άλλο πια από το να πάρει την πένθιμη θέση του ανάμεσα στα άλλα υλικά αγαθά της νεκρής φύσης; Από παρατηρητής και υποκείμενο μετατρέπεται σε αντικείμενο και ποζάρει άβουλος, ακριβώς όπως τα μήλα, τα χρυσά ψωμιά και τα μπακιρένια σκεύη.
Μπορεί άραγε κάποιος να προσδοκά σε ανάσταση νεκρών όντας ο ίδιος πλέον μια παλιά ψευδαίσθηση δεύτερης κατηγορίας;
20 September 2012
Ένα φιλμ για μια (τρομερή) προπαγάνδα
O ακούραστος -στην επινόηση του κακού- Γκέμπελς ζήλεψε την απήχηση που είχε στη Ρωσία το «Θωρηκτό Ποτέμκιν» του Σεργκέι Αϊζενστάιν, και σκέφτηκε την ιδέα ενός ιδανικού φιλμ που θα είχε ισάξια τουλάχιστον απήχηση στο γερμανικό κόσμο, με θέμα - τι άλλο;- την αντισημιτική εμμονή των Ναζί. Ήθελε ωστόσο, η ταινία να μην είναι απροκάλυπτη αλλά το αντισημιτικό μήνυμα της να λειτουργούσε υπογείως και με καλλιτεχνικά κριτήρια, και όχι ως «φτηνή, στρατευμένη προπαγάνδα».
Η ταινία αυτή γυρίστηκε το 1939 με τίτλο «Jud Suss» ή "Jud Sud" με σκηνοθέτη τον Βέιτ Χάρλαν και πρωταγωνιστή έναν σταρ της δεκαετίας του 1930, τον γερμανό ηθοποιό Φέρντιναντ Μάριαν.
Αρχικά ο Μάριαν δεν ήθελε να υποδυθεί τον ρόλο του Σους επειδή φοβόταν το πολιτικό παιχνίδι του Γκέμπελς και δεν ήθελε να τυποποιηθεί ως εβραίος. Τελικά αναγκάστηκε να παίξει στην ταινία και, παρά την τεράστια επιτυχία της, το «Jud Suss» υπήρξε η αρχή του τέλους όχι μόνο της καριέρας του αλλά και της ζωής του. Ενώ στην αρχή απολάμβανε τους καρπούς της επιτυχίας, όταν ο Αδόλφος Χίτλερ άρχισε να χάνει έδαφος, ο Μάριαν αντιλήφθηκε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεφύγει από τη σκιά του διασημότερου ρόλου της καριέρας του. Κατέληξε αλκοολικός, παραλίγο να τον σκοτώσουν κάποιοι Εβραίοι που γλίτωσαν από το Ολοκαύτωμα και τελικά αυτοκτόνησε.
Η τραγική μοίρα του Φέρντιναντ Μάριαν είναι μια ιστορία ανόδου και πτώσης ενός ατόμου αλλά και ενός ολόκληρου συστήματος, είπε ο σκηνοθέτης Οσκαρ Ρέλερ, ο οποίος γύρισε το 2010 την αναφορική ταινία «Εβραίος Σους - Ταινία χωρίς συνείδηση».
Η ιστορία του Μάριαν είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που βαδίζει στα ίχνη της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, ανίκανος να ξεφύγει από το εγκληματικό σύστημα του οποίου έχει γίνει ο ίδιος μέλος.
Συγχρόνως το «Εβραίος Σους - Ταινία χωρίς συνείδηση» δίνει στον θεατή μια πλήρη εικόνα του τεράστιου ρόλου που έπαιξε η κινηματογραφική βιομηχανία στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης στη ναζιστική Γερμανία.
Η εκτέλεσης του Joseph Süß Oppenheime, 1738, χαρακτικό
Ωστόσο, ο Ελληνικός τίτλος της, «Περιπλανώμενος Ιουδαίος», είναι πολύ πιο αποκαλυπτικός των προθέσεων των συντελεστών της. Ο Περιπλανώμενος Ιουδαίος είναι ένα φανταστικό πρόσωπο που εξελίχθηκε σε μύθο της Χριστιανικής μεσαιωνικής Ευρώπης, τον 13ο αιώνα. Ο μύθος ίσως να είναι εμπνευσμένος από την Γένεση της Παλαιάς διαθήκης, όπου ο Θεός καταδίκασε τον Κάιν σε εξορία νομαδικής ζωής μακριά από την περιοχή όπου βρισκόταν, προστατεύοντάς τον όμως και από τον θάνατο. Ίσως όμως και να προέρχεται από τα λόγια του Ιησού, όπως μας τα μεταφέρει το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο:
16,28 ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσίν τινες τῶν ὧδε ἑστώτων οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσιν τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ.
Μια παραλλαγή του μύθου καταγράφεται στο Flores Historiarum του Roger of Wendover του 1228: Ένας Αρχιεπίσκοπος από την Αρμενία ρωτήθηκε από τους μοναχούς της μονής του Αγίου Άλμπαν για τον Ιωσήφ της Αριμαθείας, για τον οποίον πίστευαν ότι είναι ακόμα ζωντανός. Ο Αρχιεπίσκοπος απάντησε ότι τον ξέρει προσωπικά. Τον λένε Καρθάφιλο και είναι ένας Εβραίος τσαγκάρης. Είχε αποπάρει τον Ιησού όταν αυτός για μια στιγμή ξαπόστασε με τον σταυρό στους ώμους, και χτυπώντας τον, του είπε: «Πήγαινε πιο γρήγορα, Ιησού! Συνέχισε το δρόμο σου! Γιατί χασομεράς;». Ο Χριστός τότε με ήρεμο τόνο του απάντησε: «Εγώ θα σταθώ και θα ξεκουραστώ, αλλά εσύ θα συνεχίσεις μέχρι την δευτέρα παρουσία.»
Ντάντε και Βιργίλιος κοιτάζουν την αιώνια τιμωρία του Ιούδα
Τέτοιοι πρωτόγονοι μύθοι με επικινδύνους περιπλανώμενους ανιχνεύονται σε πάρα πολλές αφηγήσεις που αφορούν μειονοτικούς πληθυσμούς στην Ευρώπη. Ειδικότερα στην πρώιμη ιστορία των βόρειων λαών υπάρχουν πληθώρα αρχετυπικών ενσαρκώσεων και μοτίβων της περιπλανώμενης απληστίας, της προδοσίας και του φόνου, όπως ο Δράκος (ο εκδικητικός περιπλανώμενος ιππότης), οι γύφτοι, οι σαλοί (βλ. Το πλοίο των Τρελών, Μ. Φουκό), οι κλέφτες παιδιών, οι άρρωστοι (αμαρτωλοί τιμωρημένοι), οι μάγοι, οι ξένοι γενικά και σε περίοπτη θέση των καταραμένων σε περιπλάνηση, στο βαθύτερο σημείο της Κόλασης ο Εβραίος Ιούδας, ο προδότης του Χριστού (Θεία Κωμωδία, Ντάντε), καρφωμένος μεν στο απώτατο όριο της γεωγραφίας, αλλά καταδικασμένος δε σε αέναη περιπλάνηση στο συλλογικό υποσυνείδητο της Χριστιανοσύνης ως ικανός διεγέρτης των πιο μύχιων φόβων.
31 August 2012
Ο Βόλος μπορεί πολλά περισσότερα από έναν "μακρύ χορό"
Ο
Βόλος είναι μια σχετικά νέα πόλη (ιδρύθηκε
το 1883) που εδράζεται σε υπόβαθρο με πολύ
μεγάλη ιστορική, ακόμα και μυθολογική,
πυκνότητα. Κάθε κάτοικος της πόλης φέρει
σε ένα βαθμό αυτό το ιδιαίτερο ιστορικό
αποτύπωμα.
Η
πόλη κατά τη ραγδαία ανάπτυξης της, λόγω
της γεωγραφικής θέσης και του λιμανιού
της, ενσωμάτωσε την βιοτεχνική και
γεωργική παράδοση του Πηλίου και του
κάμπου και δημιούργησε την εμπορική
και βιομηχανική ταυτότητα της Βολιώτικης
αστικότητας. Πιο απλά, ο Βόλος δεν είχε
ποτέ τουριστικό χαρακτήρα, ενώ ακόμα
και στο Πήλιο η Τουριστική ανάπτυξη
ευτυχώς δεν πήρε τα χαρακτηριστικά του
μαζικού τουρισμού. Πολύ περισσότερο, ο
Βόλος δεν ήταν ποτέ μια “χαρούμενη”
πόλη με, έντονη νυχτερινή ζωή, αλλά
χαρακτηρίζεται κυρίως από την διαρκή
προσπάθεια και τη προσήλωση σε πολιτιστικές
δράσεις υψηλής αξίας (Ωδεία, ΔΗΠΕΘΕ,
εργαστήρια Τεχνών, θεσμικά φεστιβάλ,
ορχήστρα συμφωνικής μουσικής κ.α.). Την
τελευταία δεκαετία, ίσως που η πόλη,
μετά την αποβιομηχάνιση, προσπαθεί να
βρει ξανά βηματισμό ανάπτυξης έχει
εμφανιστεί μια τάση επιβράβευσης του
εφήμερου στοιχείου, μια βιασύνη για
κάτι πιο σύγχρονο προβάλλοντας
περισσότερο από όσο χρειάζεται το
προφανές, δηλαδή το τουριστικό της
πλεονέκτημα (τσίπουρο, βουνό και θάλασσα).
Όμως
δεν έχει συγκροτηθεί ένας ουσιαστικός
διάλογος γύρω από το θέμα και τους
πιθανούς δρόμους που θα πάρει η ανάπτυξη
στη περιοχή, με αποτέλεσμα τις
αποσπασματικές και ασύνδετες προτάσεις
που κατά καιρούς θεωρούνται περίπου
θαυματουργές και επικοινωνιακά
ενθουσιάζουν. Ας θυμηθούμε μερικές από
τις ιδιωτικές ή δημόσιες αναπτυξιακές
προτάσεις που μας απασχόλησαν αρκετά
αλλά τελικά για διάφορους λόγους δεν
πραγματοποιήθηκαν, όπως ήταν τα
Μέγα-ξενοδοχεία στο Σωρό και στον Αλατά,
το Γκολφ στις Νηές, τη νεροκουρτίνα στο
λιμάνι, το πλωτό μπαρ και την μαρίνα στο
κορδόνι, τους Μεσογειακούς αγώνες που
αναμφίβολα ήταν η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση,
το θεματικό πάρκο στο πεδίο του Άρεως
κ.α. Υπήρξαν βέβαια και προτάσεις που
πραγματοποιήθηκαν (είτε απέδωσαν, είτε
δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα), όπως είναι
το ανανεωμένο και προικισμένο με επιπλέον
χώρο Ξενία, τα νέα μεγάλα ξενοδοχεία σε
Βόλο και Αγριά, το σουλούπωμα της
παραλίας, το πάρκο Αναύρου (χρειάζεται
παρέμβαση για να αναδειχθούν τα γλυπτά),
το σχεδόν άχρηστο Πανθεσσαλικό Στάδιο,
ο μισός και τυφλός περιφερειακός, ο
ποδηλατοδρόμος (που έγινε και δεν έγινε),
το νέο Μουσείο της πόλης (δεν άνοιξε
ακόμα), αλλά και δράσεις με τουριστικό
και ψυχαγωγικό χαρακτήρα που κατά τη
γνώμη μου δεν ταιριάζουν στον ψυχισμό
των κατοίκων όπως το καρναβάλι.
Το
συμπέρασμα νομίζω είναι αβίαστο, από
τις διάφορες προτάσεις που κατά καιρούς
διατυπώθηκαν λειτούργησαν μόνο όσες
από τις δημόσιες ήταν σοβαρά προετοιμασμένες
όπως τα φεστιβάλ του Μουσικού θεάτρου
ή όσες ήταν αμιγώς ιδιωτικής πρωτοβουλίας
και όλες απαντούσαν σε υπαρκτές ανάγκες.
Όλες
όμως, επιτυχημένες ή όχι τόσο, πάσχουν
σε ένα κρίσιμο σημείο, ανήκουν λες σε
άλλους παράλληλους κόσμους καθώς δεν
είναι ενταγμένες σε κάποια διατυπωμένη
συνολική στρατηγική ανάπτυξης της
πόλης, αλλά έχουν αποσπασματικό χαρακτήρα,
ενώ υλοποιούνται με προχειρότητα, όταν
υλοποιούνται, και με διαδικασίες
επείγοντος και συνήθως μένουν χωρίς
συνέχεια ή μετέωρες.
Σίγουρα
ο Βόλος πρέπει να έχει το αύριο που του
αξίζει και δεν κρίνω εδώ τις καλές
προθέσεις όλων των εμπλεκομένων (φορέων
ή προσώπων). Οι προθέσεις τους σίγουρα
είναι άριστες αλλά τα ως τώρα αποτελέσματα
δείχνουν ότι είναι αναγκαία η διατύπωση
ενός νέου αναπτυξιακού δόγματος της
πόλης. Αν η πόλη αποφασίσει μέσω ενός
εντατικού διαλόγου των φορέων της ότι
θα αναπτύξει και θα στηριχθεί στον
τουρισμό κάτι που μοιάζει ρεαλιστικό
τότε θα πρέπει να απαντήσει και ως προς
το τι τουρισμό επιθυμεί και μετά να
επανεξετάσει το είδος της βιομηχανικής
δραστηριότητας που θα είναι συμβατό
και ανεκτό σε αυτή την προοπτική. Δεν
μπορούμε όμως να τα θέλουμε όλα, και να
παριστάνουμε πως το ένα δεν ενοχλεί το
άλλο. Δεν γίνεται να θέλουμε τουρισμό
πόλης και υποδοχή κρουαζιέρας και
ταυτόχρονα το λιμάνι να λειτουργεί με
χύδην φορτία σκραμπ και πετ-κοκ, να
υπάρχουν σε ελάχιστη απόσταση ραδιενεργές
χαλυβουργίες, και η αερορύπανση να
παραμένει ανενόχλητη. Ούτε να συζητάμε
για εναλλακτικό φυσιολατρικό τουρισμό
στο Πήλιο ενώ η ΑΓΕΤ συνεχίζει να πληγώνει
το περιβάλλον, ή να επιζητούμε θαλάσσιο
τουρισμό χωρίς μαρίνες. Και τέλος ενώ
αντιλαμβανόμαστε ότι όλα αυτά περνούν
-όπως σε όλο τον κόσμο- μέσα από την
ανάπτυξη του πολιτισμού τελικά να
συμβιβαζόμαστε με “φτηνές” συμμετοχικές
εκδηλώσεις σαν το συρτάκι-μακριά
γαϊδούρα.
Το
πρόβλημα του Βόλου είναι το δομικό
πρόβλημα συγκρότησης ταυτότητας που
έχει όλος ο Ελληνικός χώρος. Αν βρούμε
το τι μπορούμε και το τι θέλουμε -και
μπορούμε να τα βρούμε διότι ο Βόλος
διαθέτει το επιστημονικό δυναμικό που
χρειάζεται για να αναλύσει την
πραγματικότητα και να συνθέσει μια
στρατηγική ανάπτυξης- τότε μπορούμε με
μεγαλύτερη σιγουριά και αποδοτικότητα
να σχεδιάσουμε τα κτίρια, τα μνημεία
και τις δράσεις που θα εξυπηρετούν αυτό
το όραμα.
Στο
τέλος του Αυγούστου αρκετοί συμπολίτες
μας και φορείς θα επιχειρήσουν να μπουν
στο ρεκόρ γκίνες με ένα πολύ μακρύ
συρτάκι το οποίο θα προσφέρει όπως
ελπίζουν τουριστική προβολή στο Βόλο!
Αν
όλο αυτό το δούμε σαν ένα παιχνίδι, ένα
στοίχημα, είναι εντάξει και θα το χαρούμε.
Το όποιο “κακό” θα περιοριστεί στο
αισθητικό μέρος και γρήγορα θα ξεχαστεί
χωρίς να αφήσει αποτύπωμα στη πόλη.
Αν
όμως κάποιοι σοβαρολογούν και πιστεύουν
πως με αυτό το σοβιετικού τύπου θέαμα
θα δοθεί ώθηση και κατεύθυνση στην
τουριστική ανάπτυξη και στον πολιτισμό της περιοχής, τότε
είναι λυπηρό και επικίνδυνο. Λυπηρό
διότι ο τόπος και οι κάτοικοι του δεν
έχουν καμία ψυχική συγγένεια με τα
κουρασμένα σύμβολα της περασμένης
τουριστικής τεσσαρακονταετίας εφόσον
έχουν εξελιχθεί πολιτισμικά, όσο κι αν
θέλουν κάποιοι να τους καθηλώσουν στο
1965! Είναι δε επικίνδυνο, διότι φανερώνει
πόσο τυχοδιωκτικά λειτουργούν εκείνοι
που σχεδιάζουν και υλοποιούν φτηνά αλλά
εντυπωσιακά (από τηλεοράσεως) θεάματα
θεωρώντας ότι έχουν την συμφωνία των
πολιτών σε καιρό μάλιστα μέγιστης
πολιτισμικής κρίσης.
Πριν
λίγα χρόνια η πόλη και το λιμάνι της
είχαν την τύχη να φιλοξενήσουν την
θαυμάσια και ποιοτική ΡΕΓΚΑΤΑ, γέμισε
τότε ο Παγασητικός χρώμα και ενέργεια.
Τι έμεινε από όλο αυτό, πέρα από πολύ
καλές φωτογραφίες στα άλμπουμ; Ποια
συνέχεια δόθηκε και γιατί η πόλη δεν
κατάφερε να αξιοποιήσει και να χτίσει
πάνω σε αυτή τη μοναδική ευκαιρία
προβολής της ομορφιάς της σε όλο τον
κόσμο;
Σήμερα
υπάρχει κανείς πραγματικά που να πιστεύει
ότι θα καταφέρουμε καλύτερα τώρα με τα
παρωχημένα και κακοποιημένα σύμβολα
του πάλαι ποτέ ΕΟΤ (συρτάκι, ρετσίνα, ΟΠΑ) τα οποία όταν
έπαψαν να “πουλάνε” στο εξωτερικό τα
“αγοράζουμε” μετά μανίας εμείς; Με ένα
μακρύ συρτάκι θα κερδίσουμε τον θαυμασμό
ή την συγκατάβαση προς τους ταλαίπωρους
Έλληνες της κρίσης;
*
Το
συρτάκι
είναι
ένας ελληνικός χορός που δημιουργήθηκε
το 1964 για την κινηματογραφική ταινία
Ζορμπάς ο Έλληνας. Η
μουσική για το συρτάκι γράφτηκε από τον
Μίκη Θεοδωράκη. Κύριο χαρακτηριστικό
του χορού αυτού και της μουσικής του
είναι η επιτάχυνση στο ρυθμό. Το όνομα
συρτάκι προέρχεται από την λέξη συρτός,
ένα κοινό όνομα για μια ομάδα παραδοσιακών
ελληνικών χορών στους οποίους οι χορευτές
"σέρνουν" τα πόδια τους σε αντιδιαστολή
με τους πηδηχτούς χορούς. Στο συρτάκι
ενσωματώνεται και ο συρτός (στο πιό αργό
μέρος του) και στοιχεία πηδηχτού (στο
γρηγορότερο μέρος του).
Σήμερα
το συρτάκι είναι ένα από τα τουριστικά
αξιοθέατα της Ελλάδας και χορεύεται
στις ελληνικές ταβέρνες σε όλο τον
κόσμο.
Subscribe to:
Posts (Atom)









