12 October 2013

[Σπάρτα Χαλισί ]

Είπανε πως το είχε φέρει στο διωγμό
από την πατρίδα τυλιγμένο σε ρολό
μεγάλη περιπέτεια
κι ήτανε όση Σπάρτα του είχε απομείνει,
με περικοκλάδες ωχρές και γαλάζιες, βαθυκόκκινο φόντο και κρόσσια σαν κρέμα.


Δεν τον γνώρισες αλλά αυτό το καμάρωνες,
έβγαζες τα παπούτσια και περπάταγες διστακτικά, ένιωθες
ώσπου αποξεχάστηκες και δεν το ξανακοίταξες
κι αν πέρναγες κάθετα, κι αν πέρναγες οριζόντια
δεν έμπλεκε η ματιά σου στα σχέδια του
δεν καθυστερούσες άλλο,
αλλά το μετάξι του φαγώθηκε και ξέφτισε
κι εσύ μια μέρα σκόνταψες,
σάστισες, και κοίταξες ξανά, τελικά
αλλά να το πετάξεις πια, να μην πέσεις,
το ήξερες κι εσύ 
πως καταναλώσατε αλλήλους,
εσύ μαλακωσιά και μια πατρίδα
κι εκείνο όσο βάρος χρειάστηκε
να μείνει στη γη της ξένης πόλης.


Ότι είχε το έδωσε και ότι ήθελε το πήρε


Το βρήκα τυλιγμένο πάλι σε ρολό δίπλα σε έναν κάδο,
κι είτε από ευγνωμοσύνη που το μάζεψα
και τώρα το πατώ,
είτε από σκέτο θαύμα,
το χαλί
ψιθύρισε πολλά, ψευδίζοντας, κι ένα βράδυ μάλιστα, την ιστορία σας.

(ΣΔ)



07 October 2013

[Lapin Agile]

Μια νύχτα βαθιά και ήσυχη και μπλε
        ονειρεύτηκα ένα παγόνι ξεχασμένο
σαν κορίτσι που δεν απαντά στα πειράγματα
                                         έξω από το Lapin Agile,
                 με όλο τον κόσμο μέσα να τραγουδά
                                                       για έναν Albert,
                                  στη μια στροφή, αναρχικός
                                           στην άλλη, μαστροπός
                        μα στο ρεφρέν, άτυχος φοιτητής
                         τον βρήκαν σφαγμένο ένα πρωί 
                                         αντίκρυ, στο εικοσιδυό
                                         του δρόμου με τις ιτιές.

Και τότε γέλασες εσύ,
        σαν ο Picasso σε κάποιον φώναξε,
               ευλογημένος αυτός που ξέχασε τις λέξεις

          και τις βρήκε ξανά, όλες και μια παραπάνω.

(Σώτος Δασκαλόπουλος)

((Old Pine Tree and Peacock", Itō Jakuchū (1716–1800), Tokyo)

06 October 2013

[Θ]

Ήθελα να γίνω θάλασσα


για ν΄ αρχινώ με έναν κύκλο με τον ορίζοντα μέσα του
έτσι, να κλέβω τις ματιές και τις επιθυμίες,
δρόμος
να πάει την Ελένη και τον άντρα της στην Τροία
και να παιδέψω κι εγώ τον Οδυσσέα,
για όλα, μα πιο πολύ για τον χωρισμό, τα είκοσι χρόνια.


να έχω χρόνο για να έρχονται παιδιά να βουτούν
πόδια, χέρια και μαλλιά και να με κατουράνε,
να μην με νοιάζει που δεν θα θες,
εγώ να σε σκεπάζω.


με ένα μπλουμ, με μία δίνη να πνίγω τους στρατούς
που με νόμισαν τρυφερή σαν λιβάδι
και βασιλείς, κι ασεβείς, να κάνω 
να αυτοκτονούν στ΄ ακρωτήρια μπροστά μου,
να αρπάζω καράβια κι εργαλεία
ώσπου να ακούσω κραυγές απ΄τη στεριά.


να ρουφάω το φως κάθε πρωί
το βράδυ να χασομερώ να μην το βρίσκω,
να κυλούν αστροπελέκια στα βουνά γύρω μου και να ριγώ από ηδονή
να σπάζω βράχια, βρε αδερφέ
να αλλάζω τη γη.


Δεν έγινα όμως,
έμεινα χώμα που κάθε τόσο ανακατεύεται με λίγο, μόνο, νερό.
(Σώτος Δασκαλόπουλος)




















"παίζοντας με το ψαράκι μου", 2013, μολύβι σε χαρτί, Κώστας Μπομπός

05 October 2013

[φώτα πορείας]

Να είχαμε, λέει
το 'να μάτι κόκκινο,
τ' άλλο πράσινο,
σαν τα καράβια που δείχνουν τη νύχτα

να βλέπανε τουλάχιστον οι άλλοι
τη ρότα μας

(Σώτος Δασκαλόπουλος)



30 September 2013

[Δός ήμίν σήμερον]

Τα απομεσήμερα των εραστών
που ακροπατούν κι αφουγκράζονται
όταν
ξεμακραίνουν οι σκιές σερνάμενες πάνω στη πόλη
όπως οι αμαρτωλοί τα μάγουλα του
στο τείχος του βασιλιά Σολομώντα


Τα δάκρυα κυλάνε στις πέτρες
ρέουν στα βρώμικα σοβατεπιά
κι από κει γεμίζουν τα σπασμένα πεζοδρόμια
σαν
στάθμες ανεβαίνουν κάποτε ως τον ορίζοντα, φτάνουν
και πνίγουν ήσυχα τα νεογέννητα στις κούνιες τους


"Δός ήμίν σήμερον"

 (Σώτος Δασκαλόπουλος)


10 September 2013

[Ταγγέρη]


Να θυμηθείτε έναν τόπο σαν εκείνον που κατοικήσατε

έναν τοίχο ποτισμένο με τις δαχτυλιές σας
και ματιές που δεν ξεκαρφιτσώνονται χωρίς να αφήσουν χατάδες
μια χαμένη άνοιξη, κι ένα ρολόι, εκεί, που δεν σταματά
από κάτω τα φλυτζάνια ενός μισοτελειωμένου καφέ
και παντού οι λέξεις που είπατε
ανάκατα τα ψιθυρίσματα και οι φωνές.

Σκιές και ίχνη για να τα παίρνετε ξωπίσω
δίχως ελπίδα επιστροφής. 
Δεν είναι προστακτική,
μπορεί να είναι νοσταλγία
ίσως κάποιο απόγευμα απ' το όνειρο στη Ταγγέρη
ή ίσως κάτι άλλο που δεν ονοματίστηκε εγκαίρως, κι έτσι χάθηκε.

(Σώτος Δασκαλόπουλος)

01 August 2013

[Τα χαρτάκια]



Σαν ρίχτηκαν τα γυαλιστερά χαρτάκια από ψηλά
να στροβιλίζονται ως κάτω, στους αστυνόμους,
       δεν τα πρόσεξα καθόλου,
       θα μπορούσα να το ορκιστώ, κοιτούσα αλλού.
Ούτε ό,τι έσταξε στο μπετόν μπροστά μου πρόσεξε κανείς,
κι ήταν χιλιάδες εκεί βρίζοντας, και βλαστημώντας,
χειρονομούσαν θυμωμένους αντρικούς ρόλους, ακόμα κι οι γυναίκες.
       Τι γύρευα εκεί ψηλά; χωμένος στις ιαχές τους,
       δεν με ένοιαζε ούτε η ήττα ούτε η νίκη τους, κι όταν άναψαν οι προβολείς,
τα γυαλιά για τον ήλιο έμειναν κατεβασμένα.
       Κοιτούσα πέρα, ως να ξανάκουσα τη φράση,
σκυφτός πάνω από το φλιτζάνι με καφέ, οικειότητα,
       χωρίς εμένα,
πότε ειπώθηκε; ή δεν ειπώθηκε;
να τι γινόταν εκεί! με όλες τις βρισιές, ανάμεσα σε απελπισμένα σφυρίγματα
       μπόρεσα να ακούσω καθαρά τον ψιθυρισμό της
..............................................................................................................
εκείνη τη στιγμή που όλοι πετάχτηκαν ουρλιάζοντας,
δυο χαρτάκια ιρίδισαν και ξέκοψαν
       μπροστά στα μάτια μου, με ένα φουρφούρισμα ανεπαίσθητο,
στροβιλίστηκαν σαν τ΄ άλλα που έπεφταν, αλλά αυτά τράβηξαν προς τα 'πάνω,
δεν το πρόσεξε κανείς, κι ήταν χιλιάδες εκεί.
...............................................................................................................
       Θα μπορούσα και να το ορκιστώ.

(Σ Δ)