22 February 2014

[χρυσόψαρα]

Γλιστράμε
κρυβόμαστε στα σκοτεινά μέρη της στέρνας,
ακουμπάμε στον πάτο, εκεί σαν ψάρια, ξέπνοοι,
όταν το ίδιο χέρι ή άλλο, δεν μπορώ να ξέρω,
ούτε λεπτό για να μάθω κοντά στην επιφάνεια,
αναδεύει την λαχτάρα μας.

Όμως,
μας προδίδει το χρώμα του κορμιού μας, στιλπνό του έρωτα
ξέρουμε, αλλά προτιμούμε να ξεχνάμε, μας αρέσει η γιορτή,
ύστερα το χέρι πάλι βγαίνει,
για καλό και για κακό μετριόμαστε,
κι η στέρνα γεμίζει ανταύγειες και δροσιά.

Κάποτε,
έξω ή πάνω από τη στέρνα
ανάβουν φωτιές, αστραφτερές, κόκκινες, πορτοκαλιές
που σπαρταρούν και τρεμουλιάζουν δίγνωμες,
πολλοί κοιτάζουν στον ουρανό σαν σε καθρέφτη,

καθ' ομοίωση.

(Σώτος Δασκαλόπουλος)



Κώστας Μπομπός, μυστικός κήπος, νερομπογιές

11 February 2014

[ταυτόχρονα]

Μια ανάμνηση που έχω από εσένα
τέτοια ώρα, κι εποχή, 

Πόσο μοιάζουν οι σκιές το απόγευμα

Να κάθομαι ήσυχα να περιμένω κοντά, 
αλλά όχι τόσο, 
σ' ένα κατάλευκο βάζο φτιαγμένο από αστραφτερή πορσελάνη,
σαν να είμαστε όλοι ταυτόχρονοι, 

Η παρουσία κι η απουσία μαζί και πλάι του,
στο ενσταντανέ ενός αποφασιστικού και θαρραλέου κόσμου, 
της μυθικής δεκαετίας του '30,
όταν οι άνθρωποι ένιωθαν ακόμη την ποίηση και την απειλούμενη αξιοπρέπεια. 

Κι ένα είδωλο, ένας ολοκάθαρος μορφασμός να μακραίνει
γλιστρώντας πάνω στην καμπύλη που είχε πιάσει όλο το δωμάτιο,
όπως εγώ έπιανα την εικόνα, της, στην άκρη του βλέμματος, 
ακόμα και δίχως να ήθελα, εκεί στα δεξιά μου.

Αλλά μπορεί να είναι μόνο μια ιδέα καρφωμένη κάπου
με στραβωμένα παιδικά καρφιά,
όπως κάτι το επείγον.

(Σώτος Δασκαλόπουλος)



28 January 2014

[Το όνειρο του Sayat Nova]

Ίδοὺ ἐγὼ παραδίδωμι ὑποχείριόν σοι τὴν Ἱεριχὼ 
καὶ τὸν βασιλέα αὐτῆς τὸν ἐν αὐτῇ, δυνατοὺς ὄντας ἐν ἰσχύϊ· 
σὺ δὲ περίστησον αὐτῇ τοὺς μαχίμους κύκλῳ.

(κραυγή)
Ιεριχώ και Κίεβο και Σαμψούντα 

Στέργειν μεν ημάς, ως ακίνδυνον φόβω,
Ράον σιωπήν.

Ο Sayat Nova ξαφνικά σταματά, 
βγαίνει από το δρόμο ως μισή λεύγα μακριά,
γλιστράει, σηκώνεται, ιδρώνει και το σώμα του αχνίζει μεσ΄την παγωνιά,
βρίσκει κι ακούμπα το αυτί
στη πέτρα,
να αφουγκραστεί τον Καύκασο.

(όποιος τον βλέπει κρατάει την ανάσα του)

Ακούει, κλαίει, πιέζει τον κρόταφο στο βράχο,
στο τέλος ρουφάει τα δάκρυα με τον δρόμο μαζί, 
κι αποκοιμιέται.
Όταν ξυπνά είναι πια νύχτα, αργά
κάτι έχει χάσει μα ονειρεύεται, 

(ψιθυρισμός)
την Ιεριχώ, το Κίεβο και την Σαμψούντα. 

(Σώτος Δασκαλόπουλος, 2014)







17 November 2013

Το παράθυρο

Τον σταθμό του πολυτεχνείου δεν τον πιάσαμε εκείνες τις μέρες, νομίζω ήμασταν εκτός της εμβέλειας του, ανέγγιχτοι από τα αναρχικά ραδιοκύματα, αλλά κάπως, με μισόλογα, ψιθυριστά, τα νέα μαθεύτηκαν, πως έγινε μακελειό τη νύχτα στο πολυτεχνείο. Ακούγαμε σπαράγματα, και χουντική προπαγάνδα. Ολόκληρη την ιστορία τη διαβάσαμε αργότερα, αργότερα κι από τα Κυπριακά που έριξαν την Χούντα του Ιωαννίδη, όταν κυκλοφόρησε το πρώτο επετειακό τεύχος των "Επίκαιρων". 
Τότε όμως, το επόμενο πρωί ο Παπαδόπουλος έγδερνε αφτιά παραληρώντας από το κρατικό ραδιόφωνο, και οι λογοκριμένες εφημερίδες κυκλοφορούσαν με ξερή την επιβεβαίωση, το πολυτεχνείο εκκενώθηκε, επενέβησαν άρματα και κατέστειλαν την αναρχία, και πλέον οι Έλληνες θα μπορούσαν να κοιμούνται ήσυχοι, αλλά με απαγόρευση της κυκλοφορίας και των συναθροίσεων από την 6η απογευματινή, βεβαίως, αφού είχε κηρυχθεί στρατιωτικός νόμος.
Όμως η παρέα των παιδιών, εκείνο το απόγευμα, δεν μαζεύτηκε μέσα, τι μας ένοιαζε εμάς ο στρατιωτικός νόμος; η μπάλα μας ένοιαζε, και όταν εμφανίστηκε προς γνώση και συμμόρφωση ένας χοντρός κακοσούσουμος αστυφύλακας, από τους λίγους που είχαν ξεμείνει στο τοπικό τμήμα, ξεκίνησε ένα αλλιώτικο παιχνίδι, μπρος η μπάλα πίσω εμείς τον τρέχαμε από δρόμο σε δρόμο, σε κάθε στροφή στήναμε πάλι τα τέρματα, πέτρες που κουβαλούσαμε από την προηγούμενο στενό, μέχρι που τον σκάσαμε, μέχρι που ίδρωσε και μας παράτησε, απειλώντας με φυλάκιση μας μέχρι τρίτης γενεάς.
Έτσι έγινε εκείνο το απόγευμα, το παιχνίδι των παιδιών έσπασε, πρώτο, τον στρατιωτικό νόμο.
Ο Βαγγέλης όμως, έκλεισε το καπελάδικο, κι έφυγε με κάποιους άλλους να πάνε στην Αθήνα, να δουν τι είχε συμβεί - εκείνο τον καιρό τα οκτώ χιλιόμετρα ήταν απόσταση. Γύρισαν αργά, είχε βραδιάσει, κάθισαν στο καφενείο απέναντι που ούτε αυτό είχε πειθαρχήσει, και πιάσανε να πίνουν ούζα, χωρίς να μιλούν μεταξύ τους, μόνο έπιναν χωρίς σταματημό. Όταν ήρθε σπίτι δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια του, έκλαιγε, παραληρούσε, σαράντα ούζα μέτραγε, ξερνούσε και φώναζε για νεκρούς φοιτητές πάνω σε πόρτες, έβριζε γαμώ το φασίστα τον Παπαδόπουλο, φονιάδες γαμώ τη μάνα σας, ούρλιαζε, και μέχρι το άλλο μεσημέρι έτσι πήγε.
Η Σούλα έκλεινε τα παράθυρα σφιχτά να μην βγει λέξη έξω, φοβόταν, εκείνος αγρίευε, και απαιτούσε να μένουν τα παράθυρα ανοιχτα να παίρνει αέρα, δεν σταματούσε τα κλάματα και τις βρισιές μέχρι που ξεραινόταν σε ένα ύπνο πιο ταραγμένο και από τον ξύπνιο του, ο οποίος δεν κράταγε πολύ και πάλι ξύπναγε και φώναζε.
Εκείνο το γλυκό φθινόπωρο που τα παράθυρα ανοιγοκλείνανε από φόβο, οι καρδιές μας ήταν τόσο σφιγμένες που μπορούσαμε να τις πιάσουμε, να τις σφίξουμε κι άλλο, και να τις πετάξουμε, να πάνε μακριά μας να σπάσουν.
Πολλά από όσα είδε δεν τα έμαθα ποτέ. Κάποια στιγμή με στείλανε έξω στο πεζοδρόμιο, να προσέχω μην περάσει κανένας περίεργος, ακούσει τις βρισιές και βρούμε το μπελά μας. 
Την άλλη, ή μπορεί και την παρ άλλη, μέρα κατάφερε να σηκωθεί από το κρεβάτι, και νωρίς πήγε στο καφενείο, ήπιε καφέ, και μετά άνοιξε το μαγαζί. Όταν τον είδα, καθόταν σκοτεινός, σχεδόν κρυμμένος πίσω από το μαύρο κασινάκι στο βάθος του μαγαζιού, δεν έραβε κάτι, κάπνιζε αμίλητος, και δεν τον ρώτησα τίποτα, ήμουν κι εγώ τρομοκρατημένος, τέτοιο άγριο μεθύσι δεν είχα δει ξανά.
Αργότερα, όταν ερχόταν η κουβέντα σ' αυτά, σπάνια μιλούσε αλλά θυμάμαι, πως πάντα βούρκωνε, κι εγώ, που πια τα είχα μάθει, δεν του είπα ποτέ πως, τότε κλοτσούσα μια μπάλα στο τοίχο, έξω από το παράθυρο, για να φτιάχνω ένα θόρυβο που πίστευα ότι τον φύλαγε από τη φρίκη.

28 October 2013

Η σημαία μου

   Νίκαια 1968, 28 Οκτωβρίου, πρώτη παρέλαση, με το νηπιαγωγείο, ντυμένος στην τρίχα, με το πράσινο τσόχινο μπλέιζερ του σχολείου, άσπρο πουκάμισο, γραβάτα με λάστιχο μάλλον στο λαιμό, γκρι σορτσάκι και μαύρα γυαλισμένα παπούτσια.
Θυμάμαι με ζωντάνια, λες και έχω "κρατήσει" τα ματόκλαδα μου σαν κορνίζα στην εικόνα, την αναμονή στην οδό Καισαρείας, όπου είχαμε μαζευτεί τα σχολεία περιμένοντας τη σειρά μας, να βγούμε στην οδό Κύπρου και όσο καμαρωτά αντέχαμε να περάσουμε σε λίγο από την πλατεία Όσιας Ξένης και, υπό τα εμβατήρια της μπάντας στην οποία κυριαρχούσαν τα τούμπανα, να καταφέρουμε μέσα στο πανδαιμόνιο να στρίψουμε τη δεδομένη στιγμή δεξιά το κεφάλι προς την σημαιοστολισμένη αλλά γκρίζα και ζοφερή εξέδρα, και το ηρώο των πεσόντων, του Ζογγολόπουλου, το οποίο έστεκε, κι ακόμα στέκει, σαν αντικατοπτρισμός του πραγματικού ηρωικού τόπου που βρίσκεται λίγα μέτρα πιο πέρα, η μάντρα όπου τον Αύγουστο του 1944 οι Γερμανοί με τους ταγματασφαλίτες συνεργάτες τους εκτέλεσαν 200 πατριώτες, έτσι λέει η αναθηματική πλάκα για το μπλόκο της Κοκκινιάς. Καθόλου εύκολη δουλειά δηλαδή για ένα πεντάχρονο. Αυτή ήταν η υπόθεση, και γι΄αυτήν μας είχαν συστηματικά προετοιμάσει με προβαρίσματα στην αυλή και στους δρόμους γύρω από το σχολείο από εβδομάδες πριν.
Στην πραγματικότητα όμως, εκείνες ακριβώς τις στιγμές όπου έπρεπε να λειτουργήσουν αποτελεσματικά όλες αυτές οι οδηγίες και οι αυτοματισμοί, και ενώ κοιτούσα τα φρεσκολουσμένα κεφάλια των συμμαθητριών μου αφαιρέθηκα οριστικά, και αμετάκλητα έχασα κάθε επαφή με τον κοινό σκοπό. Τα τούμπανα, τις σημαίες, το ηρώο, ακόμα και τους ήρωες εκείνη την ώρα δεν τους σκέφτηκα καθόλου, το παραδέχομαι, ούτε καν τη δασκάλα ή την ντροπή που θα έδινα στη μάνα μου, και έτσι χωρίς δεύτερη σκέψη όρμισα για να αποσπάσω το πολύτιμο λάφυρο, γιατί ως τέτοιο μάλλον το έβλεπα, από τα χέρια του Θανάση που το σήκωνε ήδη καμαρωτός. Γράπωσα το κοντάρι της σημαίας ταμπέλας και σήματος, όλα αυτά μαζί ήταν το αντικείμενο του πόθου μου, και το τράβηξα απότομα, έκπληξη, ο Θανάσης δεν υποχώρησε αλλά γραπώθηκε κι αυτός από το ξύλο και τραβούσε γερά, για λίγη ώρα χελιδονάκια φτεροκοπούσαν σπασμωδικά στο πράσινο φόντο που τραντάζονταν, η σημαία του σχολείου πήγαινε κι ερχόταν μπροστά από τα προσφυγικά με τα ασπρισμένα λόγω της ημέρας πεζοδρόμια, κάποιοι ήδη γελούσαν. Κανείς δεν υποχωρούσε, νομίζω δεν φωνάζαμε καν, αλλά τραβούσαμε την ταμπέλα μας με όλη τη δύναμη μας σφίγγοντας τα δόντια, ποιος ξέρει τι σόι Ιλιάδα είχαμε ακόμα να παίξουμε, ώσπου όρμησε η δασκάλα και χάλασε τη σκηνή, η σημαία σηκώθηκε σε ύψος που δεν φτάναμε, και δόθηκε η σολομώντεια λύση, στο ΟΧΙ ο Θανάσης, και στο ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ ο Κώστας. Δεν με ικανοποιούσε αφού θα χρειαζόταν να περιμένω για κάτι που δεν ήξερα τι ήταν και πότε ήταν, αλλά δεν μπορούσα να κάνω κι αλλιώς, αλλά και δεν υπήρχε πια χρόνος, ήταν η σειρά μας, χώσαμε τα πουκάμισα μέσα στα πανταλόνια, μας χτένισαν τις φράντζες, και ξεκινήσαμε αναψοκοκκινισμένοι προς τον ήχο από τα τούμπανα.


*Στη φωτογραφία είμαστε όλοι μαζί στην αυλή του σχολείου λίγο πριν ξεκινήσουμε για την παρέλαση και την διελκυστίνδα της σημαίας, εγώ είμαι στην κούνια με το ανοιχτό σακάκι, δίπλα μου ο Καλιγέρης, και πίσω μισοκρυμμένος ο ξανθός Θανάσης κάτω από μια μουσμουλιά, άλλους δεν θυμάμαι.
Ο Θανάσης έγινε ο πρώτος μου φίλος, κάλαντα και σαχλαμάρες, κάθε σχολείο μέχρι και το λύκειο μαζί το πήγαμε, αλλά και μετά κάναμε παρέα, φτιάχναμε ταινιάκια με μια μηχανή σούπερ8, παίζαμε μπιλιάρδο και πόκερ, ίσως η πράσινη τσόχα ανακαλούσε κάποια  οικειότητα παλιά όσο τα σακάκια εκείνης της παρέλασης, ξενυχτούσαμε συζητώντας για λογοτεχνία ή εξερευνούσαμε τα μπαρ στην Πλάκα και στα Εξάρχεια, ακούγαμε λαικά, σχεδιάζαμε περιοδικά, αργότερα κατά την ενηλικίωση σιγά σιγά χαθήκαμε. Τον αποχαιρέτησα πολύ νωρίς, μια σκληρή μέρα της φετινής άνοιξης.
Δεν ξέρω πως να τελειώσω αυτό το σημείωμα, θα το προσπαθήσω με μια τεχνική έκθεση, να αναπαραστήσω εκείνη την επίμαχη σημαία, σήμερα, υπολογίζω πως ήταν κατασκευασμένη από κόντρα πλακέ, ένα παραλληλόγραμμο περίπου 60Χ50 εκατοστά, βαμμένο με πράσινη λαδομπογιά, και ήταν καρφωμένη πάνω σε κοντάρι ύψους περ. 120 εκ, επίσης, πράσινα βαμμένο, πάνω σε κάθε πλευρά αυτής της ατσαλάκωτης σημαίας υπήρχε ένα ζωγραφισμένο χελιδονάκι, μαύρο με έντονη διχαλωτή ουρά και άσπρη κοιλιά σε στάση (οξύμωρο) πτήσης, από κάτω ή από πάνω θα σας γελάσω έφερε την επιγραφή Τ Α  Χ Ε Λ Ι Δ Ο Ν Α Κ Ι Α  σε χαλαρή καμπύλη διάταξη.
Αυτή ήταν η μοναδική σημαία για την οποία πολέμησα.

27 October 2013

Ο ΩΡΑΙΟΣ ΔΡΑΠΕΤΗΣ*

[* "Φτηνό το φως, φτηνά μαγαζιά, φθηνότερα λόγια./ Άλλοι έφυγαν, άλλοι κοιμούνται, άλλοι πεθάνανε./ Κι αυτοί κι εκείνοι το ίδιο γερνάνε./ Εσύ αρνήθηκες τον γενικό κανόνα./ Άφησες... _ Γ. Ρίτσος]

Η διπολική διαταραχή (μανιοκατάθλιψη) είναι μια ψυχική ασθένεια που χαρακτηρίζεται από δύο συναισθηματικές διαταραχές, τη μανία και την κατάθλιψη. Αναρωτιέμαι αν από αυτό μπορεί να πάσχει ένας τόπος, ο δικός μας έχει όλα τα συμπτώματα διαχρονικά.
Ας αφήσουμε έξω τα πολύ γνωστά δίπολα που μας ταλάνισαν και το ιστορικό τους, τον εθνικό διχασμό και τον εμφύλιο, κι ας δούμε τα καθημερινά, πριν λίγα χρόνια ακόμα ήμασταν ο περιούσιος λαός του πλανήτη (μόνοι μας τα λέγαμε, και για του λόγου το αληθές μπουκώναμε αναβολικά κάτι γομάρια για να φέρνουν τα χρυσά που πολύ τα θέλαμε), σήμερα έχουμε βρεθεί στην άλλη πλευρά, στην κατηγορία σκουπίδια. Η συναισθηματική διαταραχή της κοινωνίας ή των μικροκοινωνιών είναι, σήμερα, για μια ακόμα φορά σε κατάσταση παροξυσμού, είτε μιλάμε για τις πολιτικές ταυτότητες ή γενικότερα για τον δημόσιο χώρο. Γι αυτό το πείραμα "φροντίζει", τουλάχιστον, η μισή ηγεσία του πλανήτη. Στο επίπεδο της πόλης όμως, αφού πρώτα ιδρύσαμε πόλεις δίπολα (Αθήνα - Θεσσαλονίκη), γειτονιές δίπολα (βόρεια και νότια προάστια), πλατείες που λειτουργούν ως κοινωνικά δίπολα, Εξάρχεια και Κολωνάκι, αυτό το τελευταίο μάλιστα δίπολο κλωνοποιήθηκε σε κάθε πολη, ως το εκείνο του καφενείου έφτασε η μανία μας, παράδειγμα, στο καφέ που συχνάζουν οι νεόπλουτοι, "βλάχοι", όπου όλα είναι σηματοδοτημένα από την λαμπερή διεθνοποιημένη αισθητική του καινούργιου, απέναντι σχεδόν πάντα "στέκει" το καφενείο των "ψαγμένων", με την αντίστοιχη ομογενοποιημένη αλλά ματ αισθητική του μεταχειρισμένου.
Τα αστικά δίπολα βέβαια αν και φιλοδοξούν να ορίζουν την απόσταση από το οικείο ως το ανοίκειο, είναι επινοημένα για να φαντασιώνονται τη διαφορά των φυλών, αλλά βιώνουν την απευκταία πραγματικότητα, να ανήκουν στον ίδιο (διχασμένο) κόσμο ή οργανισμό, και στην περίπτωση της πόλης (μας) στον τρέχοντα πολιτισμό (life style) όπου η επιθυμία είναι φτιαγμένη από γυψοσανίδα, inox σε αυτοκόλλητο, και ψευδοροφές, ανεξαρτήτως προθέσεων, είναι τόποι σχεδόν παραδειγματικοί, όπου καταναλώνεται μια προκατασκευασμένη αισθητική παρά παράγεται μια νέα. Ίσως περισσότεροι πια κατανοούν πως δεν χρειαζόμαστε νέα δίπολα, όσο μια νέα αντίληψη και ηθική της χρήσης για τα υλικά και τα άυλα που συγκροτούν τον δημόσιο χώρο πέρα από το αγοραία αναμενόμενο.


** αργότερα, την ίδια μέρα, μαθεύτηκε η είδηση πως πέθανε ο Λου Ρηντ, η πρώτη σκέψη μου ήταν, μαλακία έκανε, και μετά πως θα του πήγαινε ο τίτλος της ανάρτησης.

[ σαν την ευωδιά του Λιβάνου ]

Κοιμήθηκα όπως κοιμούνται τα ζαρκάδια στη Γαλαάδ,
με το τρεχαλητό ετοιμασμένο,
κι ονειρεύτηκα, δυο λόγια, ψιθυριστά,
                   σαν την ευωδιά του Λιβάνου
σαν την ευωδιά του Λιβάνου,
χωρίς πριν και χωρίς μετά,
άσχημο είναι να ξεχνάς,
μα χειρότερο να πάψεις να ονειρεύεσαι.

Κι ήρθε μια χιλιόχρονη χελώνα το πρωί, 
με ζωγραφισμένο ένα χαμόγελο στο καβούκι της,
και είπε, άσμα ασμάτων, μάτια μου,
αλλά πρώτα, σκούπισε τα χείλια σου, 
στάζουν στο μαξιλάρι το νυφιάτικο.

ΣΔ