11 April 2014

[ΣΤΙΣ ΤΡΙΑΝΤΑΕΞ Τ ΑΠΡΙΛΗ]

Γεννήθηκε χρεωμένος με τριανταέξ ραβδισμούς, εν ονόματι της ελευθερίας
Νούμερο άνευ σημασίας εφόσον άρπαξε πολλούς περισσότερους

Σπάζει τη γη ο μήνας άγουρος και βιαστικός, έτσι
ορίζει τις απώλειες κι αδιαφορεί για όσοι ήσουν πριν
Ας μην είχε τα άνθη της νεραντζιάς και θα λογαριαζόσασταν
Τα 'χει όμως· κι από πάνω έχει τα πιατίνια και τα τούμπανα
Κι ένα λευκό ράσο με γαλάζια γαζιά ίδια με εκείνα που αδίκως σιδέρωσε η μάνα σου

Καλύτερα ας έσπαζε και το μπαούλο που τα 'χε φυλαγμένα όλα αυτά,
Βρέθηκε άδειο από πάνω ως κάτω, λες που το 'ξερε και το κράταγε κλειστό
Σκότωμα ήθελε, κάθε Απρίλης σκότωμα θέλει, αλλά ποιος να το κάνει, τότε
αυτός πάντως όχι, είχε εξημερωθεί μικρός, η οργή του άβουλη χτυπούσε ανάποδα
Είδος προς εξαφάνιση, από εκείνα που μισούν την προδοσία αλλά ερωτεύονται

Στάζει ήσυχα η άνοιξη, ζεστό αίμα σαν απ' το χέρι τ' οργισμένου Καραβάτζιο
Παρ όλες τις σκοπιές της μέρας, τη νύχτα έρχονται οι αιφνιδιασμοί, οσμή
Περνάει αδιάφορα κάτω από κρεμασμένους, αποφεύγει τις φωτιές
Κυλάει γοργά χωρίς να αφήνει ίχνη στους τοίχους και στα έπιπλα

Τότε που χάθηκε η στέγη, μέχρι να πουν ΑΠΡΙ είχε παρέλθει το ΛΗΣ
κι ήρθε το ΩΜΕΓΑ και χτύπησε τρεις φορές σαν αυλαία
Πουλήθηκαν τα ξύλα προ τριμήνου, αλλά δεν έφτασαν̇ απέλπιδα η ψυχή
Μόλις πέρασε ο χειμώνας τα κατάλαβαν, κανένα κέρδος κι η ζημία ολάκερη
Οι μισοί εγκαταλειμμένοι εγκατέλειψαν, έσβησαν τις λάμπες τους
Τρία φου και πέθαναν. Έξω είχε ήλιο αλλά δεν έβλεπαν πια
Άστεγα πρησμένα σώματα που περίμεναν στη σειρά τους για μια αιτία, οποιαδήποτε
Εκ της νόσου της πείνης, έγραψε ο γραφέας, κι ο μάρτυρας βεβαίωσε, και τα λοιπά

Γι' αυτά τα λοιπά, λοιπόν, ξυλεύτηκε το δάσος, πελεκίστηκαν τα ξύλα
Ρίχτηκαν στο νερό καράβια, γίνηκαν εμπόρια, και ονειρεύτηκαν οι άνθρωποι
Υπογράφηκαν χρεώγραφα, χτίστηκαν και μετά χαλάστηκαν χωριά, και χωριά
Λεηλατήθηκαν τα υπάρχοντα, τα εμπορεύματα μοιράστηκαν ως αντίδωρα των φόνων

Έσκυψες να την μυρίσεις, κι έμεινες καιρό σε στάση παράκλησης καθώς ήθελες
Ηδονή γεύτηκες, κι έκλεισες τα μάτια σαν άκουσες τον τριγμό, ή έτσι σου φάνηκε
Όταν μπορείς να αφουγκραστείς το έξω και το μέσα, δεν παρεξηγείς λένε
Αδιάσπαστα κύματα ολοένα έρχονται και τραντάζουν το σώμα σου
Κάτι σα να 'χεις δει, σαν κάτι να 'χεις ακούσει, το φάσμα όλων τους είναι εκεί
Περιμένει η άνοιξη να την αρπάξεις, δεν το είπες, και πέρασαν πολλές
Διστάζεις, αν την γονιμοποιήσεις, θα αποξεχαστεί, θα μείνει μια νύχτα

Ήταν μια οποιαδήποτε νύχτα αλλά την περάσαν μαζί κι αυτό έφτανε
Μετά μιαν άλλη, μετά μιαν άλλη, ολόκληρη εποχή ξοδεύτηκε
Πέρασαν οι αναγκαίοι μήνες, στο σύνολο τριανταέξ και τίποτα κακό δεν φάνηκε
Ο αιφνιδιασμός ήταν απόλυτος, ολοφάνερα ανέτοιμοι τους πρόφταιναν όλα
Ούτε ρώτησε να μάθει, κανείς καρπός δεν ρωτά, να σωθεί μόνο, καρπίζει
Πέφτει στο τηγάνι και καβουρντίζεται, μυρίζει ο τόπος, κι αυτό είν΄όλο
Κι ήταν τα λουλούδια της λεμονιάς στην μπροστινή αυλή η τελευταία εικόνα.
Γύρισε, κρύωνε μαζευόταν, ακόμα κράταγε ο καιρός, να φτάσει που
Έσκυβε να μην βλέπει το κενό από πάνω, κι έκανε μια τρυφερή καμπούρα
Θυμόταν τα πάντα εκείνη η καμπούρα, πρώτα τον βούρδουλα κι ύστερα τα καρφιά

έκλαιγες για να μην πεις τα παρακάτω...

Που να βρεθεί γόνιμη γη για να την σπάσει τότε, ούτε νερό τότε, ούτε σταγόνα
Τα σπάργανα πετάχτηκαν άλλωστε, πετάχτηκαν και τα παιδιά με τα νερά, έτσι λένε.
Έπιασε ένα δωμάτιο, έβαλε μια ραπτομηχανή, κλείστηκε, έφτιαχνε καφέ και τσιγάρο
κι έπιασε να γαζώνει τα κομμάτια του, με γερή κλωστή πεταλούδα
Ένα γαζί από θηλιές για κάθε ζωή που έσπρωχνε μέσα του, αδιαχώρητο
Κι έσφιγγε, κι έσφιγγε το στόμα όταν γάζωνε, να μη ξεφύγει τίποτα.

Αργότερα ακούστηκαν γέλια, στα προσφυγικά, στα γιαπιά, η πόλη ομόρφαινε
Οι άνθρωποι πολλαπλασιάστηκαν πάλι, τα γέλια γέμιζαν πλατείες,εκτός
Σε μέρη σκιερά, βαθιά είχαν κρυφτεί οι φόβοι κι οι μετρημένοι κόμποι του αίματος
Ένα απόγεμα οι καπετάνιοι πάγωσαν σαν είδαν τη μαύρη γραμμή στον ορίζοντα
Κακός οιωνός, έρχεται, έσκυψε και ψιθύρισε ο πρόγονος σου, κανείς
Δεν τολμά χωρίς βάρκα να ανοιχτεί για εκδίκηση, ούτε γυρίζει πίσω, δεν γύρισε

Από το όριο, εκεί που τελειώνει το κρασί κρυφά και λαίμαργα, σαν να μην έχει άλλο.

(Σώτος Δασκαλόπουλος)

Κώστας Μπομπός. Το Πορτραίτο του πατέρα, λάδι σε πανί, 120Χ120 εκ.


31 March 2014

[βρίσκω θρύψαλα]

Σκάβω με τα χέρια
Βρίσκω τα πράγματα των ανθρώπων στο χώμα
Τα βγάζω επάνω, διώχνω τη σκόνη, βλέπω το χάλι τους, και τα κουβαλάω
Στο σπίτι τα ξεπλένω τα σκουπίζω και ζω ένα διάστημα μαζί τους
Όπως ζούσανε άλλοι που δεν γνώρισα, πριν

Τα βάζω σε στοίβες που κάθε μέρα τις αλλάζω
Τα κρεμάω σε σακουλάκια γύρω μου, όταν φυσάει, για να χαίρονται
Παρατηρώ πώς κάνουν οικογένειες, και πώς χωρίζουν
Τα πράγματα συνέχεια διαλέγουν άλλα πράγματα και ζουν μαζί
Γεμίζουν τον χώρο τους, δεν έχουν ιδέα για τον χρόνο τους, που πάει

Κάποιες φορές, μια λέξη έρχεται και κάθεται επίμονα πάνω τους, την αφήνω
Σιωπηλά για ώρες στέκονται στην άκρη από τα δάχτυλα μου
Με κοιτάζουν που τα κοιτώ, ιδρώνουν κι έξαφνα λένε,
είχα χνούδι στα μάγουλα, είχα μακριές βλεφαρίδες κι έκανα στράκες
Θυμάμαι τις ιστορίες τους, τις ανασύρω δεν τις επινοώ

Τις φτιάχνω με τα υλικά τους, όπως χτίζει κανείς μια γέφυρα
Πρώτα τα υποστυλώματα και από πάνω κατάστρωμα, για να περνώ
Από την μια μέχρι την άλλη, πάντα, οι γέφυρες σε πηγαίνουν σε γιορτές
Αλλά από κάτω, στα ποτάμια πλέουν τα πτώματα, γκρι θολό νερό
Όλες οι διαβαθμίσεις της θολότητας μέχρι το αδιαπέραστο των εκβολών.

Έχω όμως άλλα από το χρώμα ή τους τονισμούς για να σκέφτομαι
Επισκέπτομαι εκείνον που δεν καλέστηκε, ξεχνάω όμως τι θα ρώταγα,
Έτσι πάει στράφι το δώρο που έφερα και έχει σχέση με το ερώτημα, τι
Καθόμαστε λοιπόν απέναντι απέναντι αμίλητοι, ούτε κομπολόι δεν έχω
Αν θυμόμουν κάτι θα το ΄λεγα, για παράδειγμα το χρώμα της σκόνης στο φως

Κάθε πρωί βρίσκω φρέσκα μπάζα, μουστάκια, νυφικά, κουμπιά, λέξεις
Τέτοια πράγματα, πεταμένα νύχτα, το πολύ πολύ (τα) ξημερώματα
Γονατίζω και τα σκαλίζω με τα χέρια, στην αρχή επιφυλακτικά, ιδέα δεν έχω
Τα νύχια μου σπάζουν, γρήγορα δεν έχω πια νύχια και δεν είναι καλό τούτο
Ό,τι αγγίζω πονάει μέχρι που μαζεύω αρκετά και κοιμάμαι χορτασμένος πάνω τους

Ο ήλιος καίει τα βλέφαρα μου, αλλά καθυστερώ να ανοίξω τα μάτια
Ό,τι βλέπω είναι μέσα μου, ένα απέραντο κόκκινο βλέπω που πάλλεται
Καρμίνιο καθαρό που απορροφά φως κι αναθυμιάσεις από τα χώματα
Περισσότερο ακούω, αλλά είναι όλα φρέσκα και φωνάζουν ακατάληπτα, οχλαγωγία
Κάθε κομμάτι νομίζει πως είναι ακόμα το ολόκληρο.

Που να τους εξηγώ...

(Σώτος Δασκαλόπουλος)


* φωτογραφία του Tony Ray-Jones με κόκκινο φίλτρο

24 March 2014

[στο δρόμο]

Θα βγάλω τα παπούτσια μου για να ΄ρθω να σε βρω

Στην αρχή ο δρόμος, έμαθα, είναι από πέτρες κοφτερές
που θα σκίσουν το δέρμα και θα ματώσουν τα πέλματα μου,
θα σκύψω τότε, θα προχωρήσω στα τέσσερα γλείφοντας τις ακμές,
έτσι, το τρίτο της απόστασης θα ΄ρθω σαν ζώο.

Μετά δεν έχει γη, παρά μόνο νεαρά καλάμια, άκουσα,
που φυσούν μυστικά στις προηγούμενες πληγές κι ανοίγουν νέες,
αδιάβατο έδαφος, θα αφήσω βάρος τότε για να πετάξω,
έτσι, το τρίτο της απόστασης θα ΄ρθω σαν πουλί.

Έπειτα υπάρχουν οι επιθυμίες σε έρημα τρίστρατα, ελπίζω,
αναπαραστάσεις από γυαλισμένες μαρμάρινες ψηφίδες,
θα ξαπλώσω τότε, όπως έκανα παιδί τα καλοκαίρια,
ώσπου να αποφασίσω, και ίσως ξεχαστώ, σίγουρα,
αλλά το τρίτο της απόστασης θα ΄ρθω σαν άνθρωπος.

Με άδεια χέρια θα φτάσω, ξέρω,
θα έχω χάσει όλα τα δώρα που κράτησα,
λίγες λέξεις θα βρω μόνο, και μια γκριμάτσα για να γελάσεις,
αλλά θα φτάσουν, πιστεύω.

(Σώτος Δασκαλόπουλος)


*φωτογραφία, Vikram Kushwah

03 March 2014

Ο άνθρωπος είναι δύο

Ο άνθρωπος είναι δύο

Αξιώθηκα να κρατήσω στα χέρια μου το βουβό, πλέον, μπουζούκι του στρατηγού Μακρυγιάννη. Ρεμπέτικα δεν τραγουδούσαν οι γυναίκες (αυτές συνήθως αργά κατανοούν το πόσο αγαπήθηκαν), ούτε τα τραγουδούσ
αν οι σκληρόκαρδοι, ο έρως συμβαίνει σαν δυστύχημα.
(...)εφέτος ανήμερα το Πάσχα έβρεχε και η δολιότης πίκραινε την καρδιά μου, είμασταν ακόμη παιδιά όταν μας μάραναν και ζήσαμε σαν γέροι.

Δεν είμαι δικός μου.
Χαίρομαι την παραφροσύνη μου τώρα.

Το αληθές απόβαρον ενός ανθρώπου ισούται με τις αγάπες, τον οίκτο και την αηδία πού ένιωσε στη ζωή. Δύο μεγάλες αδικίες εγνώρισα: την φτώχεια και την ερωτική καταφρόνια, αλλά το να υποφέρεις απ' του κόσμου τις πίκρες είναι αναγκαίον, και ίσως νόμιμο.
Πάθος έδωσα και πάθος δεν έλαβα, κι ό,τι έπιασα έγινε στάχτη. (...) αν πρόκειται κανείς να διατηρήσει την ευαισθησία του ας είναι ο ηττημένος. (...) άφησέ με νάμαι παράφορος, αφού η λογική είναι ο προθάλαμος της τρέλας. Υπήρξα άλλωστε ένας Ιδανικός Φαύνος. Ο θεηφόρος έρως μόνη πειθώ τής ζωής, φυλακτά σε σχήμα καρδίας αντίκρυσα στο βυζαντινό μουσείον Αθηνών. Στα λάσια μπράτσα των ρεμπέτηδων συχνά βλέπω κεντημένη μιά καρδιά με φυλλοκάρδια, όπου στη μέση της έχει το όνομα της πολυαγαπημένης, μόνο ο Γιάννης Τσαρούχης τα ήξερα καλά αυτά τα πράγματα, οι άλλοι δεν καταλαβαίνουν γιατί στρίβουν και ξαναστρίβουν.
(...) Στον έρωτα ο χρόνος ετάχθη υπέρ των ανδρών, και γι αυτό, ο έρως, στερείται νίκης. Αρχίζει και τελειώνει με ήττα του ανδρός.
Θα σταδιοδρομήσω του λοιπού ως προδότης. Κατάβαθα κι εγώ, κατάβαθα κι εσύ, πληγώσαμε τις καρδιές μας. Σαν τον Αχιλλέα ήσουνα υπερήφανη και σκληρόκαρδη· η απαισιοδοξία είναι απόδειξη ανθρωπιάς.

Εγώ ειμί ο εχθρός μου.

Στην ηλικία όπου τώρα πια έφτασα το νιώθω πεντακάθαρα πως είμαι ένας αποτυχημένος. Γέρασα με ερωτευμένη καρδιά εφήβου. Είναι υπερβολή να ζεις με αγάπη κι είναι επικίνδυνο να κατέχεις, τόσο πολύ, τα μυστικά της ψυχής σου. Αργείς· σκότωσαν, κάποτε, πολλούς φίλους γύρω μου κι από τότε ζω σαν πουλί τρομαγμένο. Ήκμασαν τα ρεμπέτικα τραγούδια την εποχή που μετρούσαμε τάφους. (...) Έρωτα μάθετε οι ενοικούντες επί της γης.

Πάντα οι απογοητευθέντες σώζουν την οικουμένη.

Μια ειδική λεβεντιά απαιτείται για νάναι κανείς ανήθικος. Η λογική μου εδρεύει στην καρδιά μου. Ο οίκτος έρχεται με τα χρόνια. Εξ οίκτου αμαρτάνω. Τρομάζω όταν σκέφτομαι. Υπήρξες τόσον ωραία που σε σεβόμουνα(...)

Αντιφάσκω, άρα ζω.

Εσύ, η λύκων βρώσις κι ο άγγελος των επιγείων λιβαδιών. Έπραξαν το πάν για να μαράνουν την ζωντανή καρδιά των ρεμπέτηδων.
Οι μεγάλες ψυχές αντιφάσκουν. Ισχυρότερη μνήμη είναι η μνήμη της καρδιάς, τουλάχιστον τα μισά ρεμπέτικα έχουν τον έρωτα θέμα τους, και τα πιο πολλά απ' αυτά θρηνούν τον ερωτικό χωρισμό· την πικρότατη ορφάνια. Στα δημώδη άσματα ο εραστής καταπλήσσει με την ανδρεία, ενώ ο εραστής των ρεμπέτικων τραγουδιών εκλιπαρεί, καθικετεύει, ελκύει διά του οίκτου.
Σε λιτανεία μετήλλαξε (...), η φιληδονία είναι αληθινή αρρώστια. Το γυμνό κορμί σου (ευφροσύνη της οράσεώς μου) οδηγεί στο φθινόπωρο, στο φθινόπωρο. Ο άνθρωπος είναι δύο. Είπες παντού πως με μισείς, σαν όμως ξανανταμώσαμε, την ύστατη φορά, εδάκρυσες και με τρυφερότητα άπλωσες το πολύτιμο φιλντισένιο χέρι σου στο ιδρωμένο μέτωπό μου. Τώρα εδώ κοντά φτερουγίζεις — μακριά μου όσο ποτέ. Με θυμάσαι άραγε ακόμη(...)
Τέτοιους έρωτες ψάλλουν τ' αδέρφια μου, οι έσχατοι ρεμπέτες.


# ανακατώματα και παραλείψεις, ένα ανήθικο πείραγμα ενός κειμένου του Ηλία Πετρόπουλου από το βιβλίο του "Ρεμπέτικα Τραγούδια", τον Μάιο του 1967 #




* Όταν ο πυρετός ανεβαίνει μου φαίνεται πως θα του άρεσε, κι όταν κατεβαίνει πειράζω κι άλλο τα γραπτά του... θα κάνει τον κύκλο της η ίωση.

24 February 2014

[χρυσό χνούδι]

Η Χατσεπσούτ κοιμάται με ανοιχτή την τηλεόραση
τραντάζεται από όνειρα που δεν θέλει να θυμάται,
πριν ξημερώσει ακινητεί, της πέφτει βαριά η μάσκα,
την βγάζει, αργά, χρυσά , στενάχωρα.
σαν πως η ίδια δηλητηρίασε με χάδια τον εαυτό της.


Δεν τολμούσαμε πια τις βόλτες ως την χαμένη άκρη του δρόμου,
τα άδεια όστρακα που έτριβαν στα χρωματοπωλεία
σε 'κάναν να κλαις, ή έτσι ευχόμουν τότε
πάνω από ένα γουδί γεμάτο με ήλεκτρο και ζάχαρη,
όταν ένα ανατρίχιασμα έσταξε στη ράχη σου.


Το απομεσήμερο, χρυσό φως
φυτρώνει ανάμεσα στις ωμοπλάτες της,
κάθε τόσο, κοράκια ανοίγουν φτερούγες
πάνω από τα χωράφια με τη σίκαλη,
Ιούνης μήνας, που κοροϊδεύει σαν περαστικός ύπνος.
Το χνούδι αυτό ήταν ο χάρτης.

Ζυγιάστηκαν για μια στιγμή,
και μια στιγμή είναι πάντα μια στιγμή
είτε ρουφάς τη μύτη σου είτε πέφτει η Πόλη,
μετά όλα γίνονται αμετάκλητα,
ποιος άλλος τα ξέρει; ρώτησε,
ούτε εκείνος ο διάβολος που ζούσε στις αντηρίδες.


Ήτανε τέλος της άνοιξης,
κοίταζε τα βράχια και τα μάτια της σκούρυναν,
έσπαζαν τα φυτρωμένα τη γη,
κι ήτανε τόσα όμορφα μαζεμένα γύρω της,
κι αυτό ήταν κάτι που δεν το άντεχε.


Ξυπνώ τραχύς και μουσκεμένος,
καθαρή παραξενιά φτιαγμένη από σμυρίδα
κρυμμένη στη καμπούρα της φάρα μου,
τριακόσια χρόνια, να ακονίζει στιλέτα
τόσα λεπτεπίλεπτα
που χάνονταν κάποτε στα σώματα των σκοτωμένων.


Χωρίς αίμα.


(Σώτος Δασκαλόπουλος)


(Jon Estward)

22 February 2014

[χρυσόψαρα]

Γλιστράμε
κρυβόμαστε στα σκοτεινά μέρη της στέρνας,
ακουμπάμε στον πάτο, εκεί σαν ψάρια, ξέπνοοι,
όταν το ίδιο χέρι ή άλλο, δεν μπορώ να ξέρω,
ούτε λεπτό για να μάθω κοντά στην επιφάνεια,
αναδεύει την λαχτάρα μας.

Όμως,
μας προδίδει το χρώμα του κορμιού μας, στιλπνό του έρωτα
ξέρουμε, αλλά προτιμούμε να ξεχνάμε, μας αρέσει η γιορτή,
ύστερα το χέρι πάλι βγαίνει,
για καλό και για κακό μετριόμαστε,
κι η στέρνα γεμίζει ανταύγειες και δροσιά.

Κάποτε,
έξω ή πάνω από τη στέρνα
ανάβουν φωτιές, αστραφτερές, κόκκινες, πορτοκαλιές
που σπαρταρούν και τρεμουλιάζουν δίγνωμες,
πολλοί κοιτάζουν στον ουρανό σαν σε καθρέφτη,

καθ' ομοίωση.

(Σώτος Δασκαλόπουλος)



Κώστας Μπομπός, μυστικός κήπος, νερομπογιές

11 February 2014

[ταυτόχρονα]

Μια ανάμνηση που έχω από εσένα
τέτοια ώρα, κι εποχή, 

Πόσο μοιάζουν οι σκιές το απόγευμα

Να κάθομαι ήσυχα να περιμένω κοντά, 
αλλά όχι τόσο, 
σ' ένα κατάλευκο βάζο φτιαγμένο από αστραφτερή πορσελάνη,
σαν να είμαστε όλοι ταυτόχρονοι

Η παρουσία κι η απουσία μαζί και πλάι του,
στο ενσταντανέ ενός αποφασιστικού και θαρραλέου κόσμου, 
της μυθικής δεκαετίας του '30,
όταν οι άνθρωποι ένιωθαν ακόμη την ποίηση και την απειλούμενη αξιοπρέπεια. 

Κι ένα είδωλο, ένας ολοκάθαρος μορφασμός να μακραίνει
γλιστρώντας πάνω στην καμπύλη που είχε πιάσει όλο το δωμάτιο,
όπως εγώ έπιανα την εικόνα, της, στην άκρη του βλέμματος, 
ακόμα και δίχως να ήθελα, εκεί στα δεξιά μου.

Αλλά μπορεί να είναι μόνο μια ιδέα καρφωμένη κάπου
με στραβωμένα παιδικά καρφιά,
όπως κάτι το επείγον.

(Σώτος Δασκαλόπουλος)