04 January 2015

Ιστορίες φαλαινοθήρας, από το συμβολισμό ως το παράδειγμα.

Bary Moser

(...) Lajes, 25 de Dezembro 1919. 
Ποιος ξέρει πως τα κατάφεραν να σύρουν αυτόν το φυσητήρα μέχρι το προαύλιο της εκκλησίας. Θα χρειάστηκαν πολλά ζευγάρια βόδια. Μοιάζει απίστευτο, είναι ένας φυσητήρας τρομακτικά μεγάλος. Έξι ή εφτά παιδιά έχουν σκαρφαλώσει στο κεφάλι του: ακούμπησαν στο πρόσωπο του μια σκάλα και από εκεί πάνω ανεμίζουν μαντίλια και καπέλα. Οι φαλαινοθήρες στέκονται στη σειρά σε πρώτο επίπεδο, με ύφος που δείχνει περηφάνια και ικανοποίηση. Τρεις από αυτούς φοράνε ένα μάλλινο σκουφάκι με πον-πον, ένας φοράει ένα αδιάβροχο καπέλο που θυμίζει αυτά των πυροσβεστών. Είναι όλοι ξυπόλητοι, μόνο ένας φοράει μπότες, πρέπει να είναι ο μάστρος. Πιστεύω ότι αφού έβγαλαν τη φωτογραφία, θα έβγαλαν το καπέλο και θα μπήκαν στην εκκλησία, σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου, ν΄αφήσουν μια φάλαινα στο προαύλιο. Έτσι πέρασαν τα Χριστούγεννα στο Πίκο, το 1919.

(...) έρχονται πάνω σε μικρές γολέτες χωρητικότητας μιας εκατοστής τόνων. Μοιάζουν με πληρώματα πειρατών, χάρη στο μείγμα φυλών που το συνθέτουν: νέγροι, Μαλαισιανοί, φρούτα κοσμοπολίτικων διασταυρώσεων, βρίσκονται ανακατεμένοι με λιποτάκτες και απατεώνες που καταφεύγουν στους ωκεανούς για να γλιτώσουν από τη δικαιοσύνη των ανθρώπων.
Στη μια πλευρά της γολέτας δένουν το νεκρό φυσητήρα, ενώ το κέντρο της καλύπτεται από ένα τεράστιο καζάνι, με μια βράση που θυμίζει κόλαση και που γίνεται ακόμα πιο δύσκολη από τα σκαμπανεβάσματα και τους κλυδωνισμούς του σκάφους, τα κομμένα από το κήτος τεμάχια του λίπους μεταμορφώνονται σε λάδι, ενώ ένας εμετικός καπνός διαχέεται γύρω. Όταν η θάλασσα αγριεύει, κατά τη διάρκεια της επιχείρησης, το θέαμα είναι πραγματικά άγριο. Πράγματι, προκειμένου να αφήσουν να χαθεί το θήραμα που άρπαξαν ηρωικά από την κοιλιά του ωκεανού, οι φαλαινοθήρες προτιμούν να βάλουν σε κίνδυνο την ίδια τους τη ζωή. Για να διπλασιάσουν τα σκοινιά που κρατούν τη φάλαινα κρεμασμένη στο ικρίωμα, κάποιοι άντρες δεν διστάζουν, με κίνδυνο της ζωής τους, να ανέβουν πάνω σε εκείνη την ελαιώδη μάζα που σαρώνεται από τα θαλάσσια κύματα και απειλεί, με τον όγκο της, να κάνει κομμάτια τα πλευρά της γολέτας. Αφού διπλασιάσουν τα σκοινιά περιμένουν, εξακολουθώντας να κινδυνεύουν, μέχρι τη στιγμή που ο κίνδυνος γίνεται αβάστακτος. Τότε αποφασίζουν να κόψουν τα παλαμάρια, κι ολόκληρο το πλήρωμα συνοδεύει με τις βρισιές ενός βίαιου θυμού το κουφάρι που χάνεται μεσα στα κύματα, αφήνοντας μια αβάσταχτη βρόμα στη θέση των ονείρων για πλούτο, που είχε θρέψει.

(ANTONIO TABUCCHI, Ανοιχτό πέλαγος, σελ. 99, ΙΙ.  ΓΙΑ ΤΙΣ ΦΑΛΑΙΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΦΑΛΑΙΝΟΘΗΡΕΣ,
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΠΟΡΤΟ ΠΙΜ & ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, 1983, μετάφραση Ανταίου Χρυσοστομίδη, εκδόσεις ΑΓΡΑ)







03 January 2015

παιδιά γιγάντικα της Γης

(...)
Βουνά, παιδιά γιγάντικα της Γης, βουνά ανυπόταχτα, βουνά αιώνια,
που έχετε τη λαμπράδα της αυγής για χαμογέλιο, για στολή τα χιόνια,

που χύνετε θυμό σας φλογερό την αστραπή, το μαύρο νέφος θλίψη,
και μίλημά σας το γοργό νερό που με βοή κατρακυλά απ'τα ύψη,

που έχετε χίλιες γνώμες και καρδιές κι αγάπη και χαρά και περηφάνια,
σαν τους ίσκιους σας και τις ευωδιές, σαν τα πουλιά, ταγρίμια, τα βοτάνια,

που έχετε τη δική μας τη ζωή και τα δικά μας έχετε πρωτάτα,
και μοναχά σας λείπουν, κ'είστε θεοί, τα γεράματα



πάντα είστε με νιάτα!(...)
Κωστής Παλαμάς, από ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΒΟΥΝΩΝ!

Το τελευταίο βράδυ της Χούντας, τον Ιούλιο του 1974, οι δυο τελευταίοι αντάρτες του ΕΑΜ και του ΔΣΕ στα βουνά της Κρήτης, δίνουν την τελευταία τους μάχη με ένα καταδιωκτικό απόσπασμα των ΤΕΑ. Επτά μήνες μετά, τα ξημερώματα της Κυριακής 23 Φεβρουαρίου 1975, κατεβαίνουν από την κορυφή Όρνιο των Λευκών Ορέων όπου κρύβονταν και εμφανίζονται κοντά στο φαράγγι του Θερίσου.
Ο Σπύρος Μπλαζάκης και ο Γιώργης Τζομπανάκης κρύβονταν για καιρό σε σπηλιές στα βουνά και σε γκρεμούς στη θάλασσα, σε στάνες, σε κατώγια σπιτιών, συχνά οι απλοί χωριάτες τους άνοιγαν τα σπίτια τους, τους έκρυβαν, τους τάιζαν, ενώ κράτος και παρακράτος λυσσάγανε για να τους βρουν. Άντεχαν, αλλά τα χρόνια περνούσαν, τα 33 στη παρανομία. Τρέφονταν με σαύρες, σκορπιούς, ρίζες ή ακόμη και φώκιες, γιατρεύονταν με βότανα. πήγαιναν με τον καιρό. Όταν κάποιος τσοπάνης τους χάριζε κανά ζωντανό, το έψηναν και το έτρωγαν ολόκληρο μέσα σε μια ημέρα. Το φαγητό όμως δεν ήταν η μοναδική απόλαυση που στερούνταν, επειδή φοβούνταν μην τους καταδώσουν απέφευγαν και τις γυναίκες, ακόμη και τα ζώα ζουν τον έρωτα, εμείς όχι, διηγήθηκαν αργότερα οι δύο άντρες.
Ο ήχος μιας λύρα που ένας τους γκρατζουνούσε τους ανακούφιζε κάπως, αλλά για μας όλα αυτά τα χρόνια ήταν σκοτάδι και δεν φαινόταν να χαράζει η ποθητή ημέρα. Καμιά φορά τραγουδούσαν μαζί και άλλοτε πήγαιναν σε διάφορα πανηγύρια για να ακούσουν κρυμμένοι και να χορέψουν από μακριά.
Όταν οι δημοσιογράφοι τους ζήτησαν να αδειάσουν τους σάκους τους για να δουν τι είχαν μέσα, ανάμεσα στα ρούχα, βρήκαν μια ξυριστική μηχανή και μια κρέμα ενυδάτωσης για τον ήλιο.
Την επόμενη ημέρα της ελευθερίας τους ταξίδεψαν στην Αθήνα όπου κατέθεσαν ένα ματσάκι φασκομηλιάς και λίγα αγριολούλουδα από τα Λευκά Όρη, στο μνημείο των Ηρώων του Πολυτεχνείου.
Αρχικά ανήκαν σε μια αντάρτικη ομάδα με 100 μαχητές που εγκλωβίστηκε το 1948 στα βουνά και σταδιακά αποδεκατίστηκε, αλλά τρεις φορές αρνήθηκαν την αμνηστία που τους προσφέρθηκε, για λόγους πολιτικών αρχών, για να μην υπογράψουν.




27 December 2014

[ήμαρτον]

Αφήνουμε τα ίχνη μας
στερεωμένα με την πιο ισχυρή επιθυμία
για κυριαρχία
για συγχώρεση
για έλεος
Κι εκείνα βουλιάζουν αδιάκοπα
αναλυμένα αλλά αυτούσια
πλεγμένα με τις αμαρτίες μας καταπατούν το θάνατο
μουλιασμένα στις εκκρίσεις μας
διηθημένα
στην ασάφεια μιας μόνον ύπαρξης
Αναριγούν σιωπηλά και τετελεσμένα
έκτοτε, γυρίζουν μαζί της
ολόδικα εντός της.

(Σώτος Δασκαλόπουλος, 2014)

Lake Iznik, Nicaea, Turkey, aerial photography by archaeologist Mustafa Sahin 

17 December 2014

[Ύπνος στα σύννεφα]

Στην άλλη μεριά από τα σύννεφα,

σαν το αεροπλάνο που τα τρυπά,

αντικρίζεις κοιλάδες

τραίνα που σφυρίζουν

λιακάδες και ειρήνη

Σε τουτή 'δω τη πλευρά όμως

στριφογυρίζεις εντός

απλώνεις να πιάσεις κάτι που νόμισες

σκεπάζεσαι με κουρέλια από αέρα

και κοιμάσαι ανήσυχα



(Σώτος Δασκαλόπουλος 2014)

 René Magritte, La bataille de l’argonne, 1964

05 December 2014

[ο στόκος και το αεροβόλο]

Χάζευαν έξω, ψηλά σαν προσευχή
από το παράθυρο περνούσαν πουλιά
Αν είχαν αεροβόλο θα πετύχαιναν ένα
μα όταν το βρήκαν, σκοπεύσανε απέναντι
σε τζάμια τόσο λεπτά που το βόλι μόνο τα τρύπαγε, αθόρυβα.
Μια Κυριακή το σχολείο έγινε ήσυχα το σουρωτήρι των γνώσεων
από εκεί να χώνεται η φασαρία κι η σκόνη του δρόμου
από εκεί να βγαίνουν έξω οι ερωτήσεις κι οι ματιές
να πέφτουν ξαφνικές πάνω σε περαστικούς που σάστιζαν
και σκόνταφταν σε έναν κομμένο ευκάλυπτο, μερικοί έπεφταν
Μέσα από τρύπες στο τζάμι, κάτω από το χάρτη με τα χίλια χωριά
που είναι το ... Καλλίδρομο;
έφταναν ακατανόητες οι κουβέντες
μισολέξεις, σκέτοι φθόγγοι κάποτε
παύσεις εκατέρωθεν, μετά κάποιος φώναζε
έφτιαχναν από ανάγκη δικές τους σειρές και δικές τους ιστορίες.

Το χειμώνα, το κατάλαβαν πια, σκούραινε το φως κι έμπαινε κρύο
άλλαξαν τα τρύπια τζάμια με κρύσταλλα, ανθεκτικά
Περίσσεψε στόκος, οι σβόλοι του στέγνωναν στο περβάζι
έτσι, μαζί με τα άλλα, ξεχάστηκαν η ερώτηση κι ο χάρτης.

Σώτος Δασκαλόπουλος, 2014


10 November 2014

Να μείνει (να γίνει) το ΕΜΣΤ δημόσιο μουσείο

“Αν μια (διευθυντική) θητεία συμπυκνώνεται σε ένα πρόγραμμα κατασκευής, τότε κάτι θεμελιώδες έχει χαθεί. Κι αυτό νομίζω είναι σημαντικό, είναι η συλλογή, τα προγράμματα και οι άνθρωποι.”_ Glenn D. Lowry, director of the Museum of Modern Art ΝΥ

(Bob & Roberta Smith) 

Στη περιπέτεια του πολιτισμού στη χώρα μας, είμαστε αναγκασμένοι να δημιουργούμε σε περιβάλλον πολιτικής αυθαιρεσίας και νεποτισμού. Σήμερα, με 2 εκ. ανέργους στη χώρα, θα έμοιαζε χωρίς νόημα η αναφορά στη διαμάχη για αρμοδιότητες σε ένα ίδρυμα με μηδαμινή αλληλεπίδραση με τη κοινωνία, αν αυτό δεν ήταν μέρος της παθογένειας της δημόσιας ζωής. Η αντίδραση της θεσμικής πλευράς της Τέχνης στη πολύπλευρη κρίση είναι η επίδειξη "αριστοκρατικής"αναισθησίας, και η εμμονή στις ιεραρχήσεις του μικρόκοσμου της. Όμως όταν η τέχνη ή η έρευνα της αναπαράγονται αποκομμένες από τη ζωή γίνονται ιστορικό απολίθωμα ανάξιο ιστόρησης. Ο καλλιτεχνικός κόσμος είχε χαρεί όταν η πολιτεία, παρά τα τότε ιδεολογήματα της, ίδρυσε το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, ωστόσο σύντομα φάνηκε ως μια ακόμα περίπτωση θεσμού που αφορά στους θεσμοθέτες παρά στους πολίτες ή στους δημιουργούς. Κάτι είχε χαθεί, εξ’ αρχής,και στις αιτίες αναγνωρίζουμε τις επιλογές της πολιτικής ηγεσίας, και τις επιλογές αυτών των επιλογών, καθώς όλα τα μέλη διοίκησης ήταν και παραμένουν διορισμένα.
Μέσα στη γενική ένδεια πόρων και ιδεών του καιρού μας, το σφιχταγκάλιασμα αξιωματούχων του πολιτισμού με μέλη της οικονομικής εξουσίας στάθηκε η ύβρις που μετέτρεψε τις διαφορές στις απόψεις σε ντροπιαστικό πόλεμο μηχανισμών που αναζητούν την εύνοια του χειρότερου πολιτικού προσωπικού που είχε ποτέ η χώρα, με ψιθυρισμούς στον τύπο, και βυζαντινισμούς στους προθαλάμους της φαύλης εξουσίας, μαζί με ιδιώτες που επιχειρούν να αναλάβουν ως υπεργολαβία τον πολιτισμό για να εκμεταλλευτούν δημόσιους πόρους και τον επικυρωτικό ρόλο της πολιτείας.
Η διαμάχη στο ΕΜΣΤ, αφορά στο ποιοι ιδιώτες θα καταλάβουν το δημόσιο χώρο της Τέχνης και στο πώς θα μεθοδευτεί ώστε η αρπαγή να εμφανιστεί ως ευεργεσία.
 Αν δούμε το ΕΜΣΤ ως κατασκευή θα αναγνωρίσουμε ότι υπάρχει, όπως υπάρχει, επειδή το θέλησε η αρχοντοχωριάτικη ελίτ της χώρας, και κυρίως χάρη στις προσπάθειες της Άννας Καφέτση, που σίγουρα δικαιούταν να εγκαινιάσει αυτό το ΦΙΞ. Θα μπορούσε όμως να εγκαινιάσει κι ένα μουσείο δίχως εξαρτήσεις από ιδιωτικά συμφέροντα; Δίχως να πάρει ο ένας ιδιώτης τον πρώτο όροφο κι ο άλλος το δώμα; Σήμερα όμως η Α.Κ. οφείλει να υποδείξει τον πραγματικό υπαίτιο των αντιδημοκρατικών μεθοδεύσεων, την κυβέρνηση της οποίας όμως την πολιτιστική πολιτική υλοποιούσε ως χθες, πιστεύοντας ίσως πως δρα ανεξάρτητα. Κυρίως οφείλει τον μουσειολογικό απολογισμό της, καθώς οι επιλογές της συχνά ήταν κατασκευαστικές μιας μονομερούς εικόνας του σύγχρονου, που μιμείται δίχως πλαίσιο αναφοράς κεντρικές εικαστικές σκηνές. Από τα στοιχεία συνάγεται μια τοπολογία όπου ανακυκλώνονται αυτές οι επιλογές, αλλά και κάποιες εντελώς ακατανόητες, δίχως καν το απαιτούμενο καλλιτεχνικό έργο!
Ακατανόητη και μέγιστης σημασίας, είναι η παραδοχή ότι “λείπουν” περίπου 4 εκ. ευρώ ώστε ν' ανοίξει το έτοιμο(;) μουσείο! Πως προέκυψε η έλλειψη αυτή και γιατί αυτά τα ποσά κρατικής υποχρέωσης, αναζητήθηκαν μέσω της πολύπλευρης σχέσης με συγκεκριμένους συλλέκτες, οι οποίοι αποκτούν έτσι προνομιακή θέση και ρόλο στο μουσείο; Είναι ολοφάνερο πως έχει ξεσπάσει ένας πόλεμος συμφερόντων γύρω από επιτελικά σημεία στο πολιτισμό με πρώτο θύμα το ίδιο το ΕΜΣΤ, όπου ένας παρακμιακός στο σύνολο του κόσμος αλληλοσπαράζεται για έλεγχο και εξουσία, αδυνατώντας να κατανοήσει πως δεν δικαιούται πλέον να ηγείται μιας κοινωνίας βαριά πληγωμένης από τις πολιτικές του. Κανείς δεν τολμά να βγει και να εξηγήσει τι συμβαίνει, αλλά φροντίζουν να μαθαίνουμε πως ο υπουργός, ως Καίσαρας, απολύει τη διευθύντρια του ΕΜΣΤ. Ο πολιτισμός όμως θα ευεργετηθεί αν παραιτηθεί πρώτα ο ίδιος, ο υπουργός, πριν ολοκληρώσει τη παράδοσή του στους ιδιώτες, αφού ο λαός έχει ήδη δρομολογήσει την αποπομπή του νεοφιλελεύθερου καθεστώτος που υπηρετεί.
Η καλλιτεχνική κοινότητα ενδιαφέρεται για το τι συμβαίνει στο εμβληματικό ΕΜΣΤ και για τη προοπτική του. Τι περικλείει το μουσείο; Ποιες συλλογές, εκθέσεις, με ποιο εννοιολογικό πλαίσιο, αφού κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να ανεχθεί πια το διευθυντικό αλάθητο. Οι απεριόριστες δυνατότητες με τις οποίες είχαν προικιστεί οι θέσεις ευθύνης ήταν κρίσιμο λάθος. Στις δημοκρατίες τα θέματα στρατηγικής ανάπτυξης των θεσμών συζητιούνται οργανωμένα και δεν καθορίζονται μονομερώς, ούτε προκαθορίζεται η καλλιτεχνική κατεύθυνση από τον διευθύνοντα, ενώ η πολιτεία ακυρώνεται όταν μετατρέπεται σε μεροληπτικό τεχνοκριτικό που με δημόσιες εκθέσεις επιβεβαιώνει κάποιες ιδιωτικές συλλογές, ή όπως τα ολοκληρωτικά καθεστώτα υποστηρίζει μόνον το είδος της τέχνης που την υπηρετεί. Η διαμάχη όμως είναι περιοδικό φαινόμενο, εμφανίζεται στη λήξη κάθε διευθυντικής θητείας κι αποσκοπεί στην επόμενη, η προϊστορία φανερώνει ένα μοτίβο, η απερχόμενη κυβέρνηση να δεσμεύει την επόμενη. Το ίδιο επιχειρείται σήμερα από τους συγκυβερνήτες, να ιδιωτικοποιηθούν οι δομές πολιτισμού ώστε να εγκλωβιστεί η πολιτιστική πολιτική της επόμενης κυβέρνησης, της αριστεράς, η οποία όμως διεκδικεί λαϊκή εντολή συνολικής τομής με το παρελθόν.
Το θέμα στο ΕΜΣΤ δεν είναι η εναλλαγή προσώπων, και μάλιστα με ακόμα μεγαλύτερο συσχετισμό με τους ιδιώτες, καθώς δεν είναι αποκλειστικά μουσειολογικό, ούτε ηθικό, αλλά πολιτικό. Οι θεσμοί στη Τέχνη είναι πολιτικά εργαλεία, διαμορφώνουν ταυτότητες, κι εκφράζουν κοινωνικές σχέσεις, σήμερα υπάρχει αναντιστοιχία ανάμεσα στη κατασκευή ενός ήδη παρωχημένου“διεθνούς στιλ”, και στις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες για δημιουργία και εκπαίδευση. Καιρός είναι, να μιλήσουμε οργανωμένα, για τη στρατηγική ανάπτυξής του μουσείου, για τη συλλογή, τους καλλιτέχνες, και την κοινωνία στην οποία απευθύνονται.
Στο πλαίσιο της συγκρότησης μιας νέας εθνικής στρατηγικής στον πολιτισμό που θα στηρίζεται στη δημιουργικότητα, και θα υπερασπίζεται το δημόσιο χώρο, το μουσείο πρέπει να γίνει το βλαστοκύτταρο ενός κοινοτικού αισθήματος, και το στοχαστικό καταφύγιο όπου θα χαρτογραφείται και θα ανακαλείται η πολιτισμική βιοποικιλότητα, ένας δημοκρατικός εκπαιδευτικός θεσμός στην υπηρεσία μιας κοινωνικά δίκαιης ανάπτυξης. Για να επιτελέσει το ΕΜΣΤ τέτοιο έργο πρέπει να αλλάξει ριζικά. Χρειαζόμαστε λιγότερο μια νέα διεύθυνση και περισσότερο μια καινούργια κατεύθυνση, προς μια κοινοτική στη φύση της νέα μουσειολογία που να προκαλεί το μουσείο ως θεσμό, κόντρα στη παντοδυναμία και στη παντογνωσία των διευθυντών του, κόντρα στην απόλυτη προτεραιότητα των αντικειμένων έναντι της ζωής και της εγγενούς φύσης της ιστορίας τους, και κυρίως κόντρα στις αξίες μιας ελίτ που στρέφει προς όφελός της τις πηγές πληροφοριών του πλανήτη, και τη δημιουργικότητα των κατοίκων του.



Κώστας Μπομπός, ζωγράφος ΑΣΚΤ
(* το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, 9/11/2014)


06 November 2014

[Έξυπνη λάμπα]

Αγόρασα μια έξυπνη λάμπα με φως ημέρας,
κι έτσι έπαψα να χρειάζομαι το σούρουπο,
για να καταλαβαίνω πως βραδιάζει.
Η λάμπα ανάβει μοναχή της μόλις σκοτεινιάζει,
ακόμα αν δεν το θέλω, εκείνη φέγγει όλη νύχτα,
σύμφωνα με την αποστολή της.

Μπορώ να κοιμάμαι σε άλλο δωμάτιο,
κι εσείς όλοι να με νομίζεται ξύπνιο σε τούτο 'δω,
ένας άνθρωπος που ξενυχτά πάνω στις έννοιες του
ή πως κάποια αρμένικη επίσκεψη κρατάει όλη νύχτα
Το πρωί πια σα φέξει η λάμπα σβήνει μόνη της,
-τέτοια εξυπνάδα έχει,
ας έδιωχνε και τις χνουδάτες πεταλουδίτσες,
αλλά αυτές τις μαζεύει να καίγονται με αναστεναγμό πάνω της-
ενώ επιστρέφω.

(Σώτος Δασκαλόπουλος, 2014)