01 February 2013

[στέρηση]

αγαπώ το φθινόπωρο
ίσως που γεννήθηκα εκεί
τώρα πάλι που η μέρα μεγαλώνει
ξοδεύοντας τα σπυριά που μάζεψε πεσμένη στα σκοτάδια

τους μισώ που μου στέρησαν δυο στη σειρά



29 January 2013

αντινικότ

Ο μπαμπάς κάπνιζε με πάθος 22 αντινικότ μαλακό, από όταν τον θυμάμαι μέχρι που έφυγε ταλαιπωρημένος και από το κάπνισμα.
Αγόραζε δυο ή τρία μαζί τα πακέτα και κάπνιζε όλη μέρα ρουφώντας τα τσιγάρα με λαιμαργία μέχρι το φίλτρο, ως που κιτρίνισαν τόσο πολύ τα δάχτυλά του που δεν καθάριζαν ούτε με χλωρίνη. [Σκέφτομαι πως αν ποτέ ξαναρχίζα το κάπνισμα, που δεν το σκοπεύω, το σωστό θα ήταν να καπνίσω και γω 22, και να φτιαχτεί έτσι μια οικογενειακή παράδοση.] [Any way] πολλές φορές έστελνε εμένα να τα πάρω από την ΕΒΓΑ της γειτονιάς, και το έκανα με χαρά όχι γιατί μου άρεσαν τα τσιγάρα, ήταν νωρίς ακόμα γι΄αυτά, αλλά μάλλον διότι κέρδιζα καμιά τουλούμπα ή γαριδάκια, ανάλογα με τα ρέστα.
Αλλά όταν αργότερα άρχισα να επιθυμώ να καπνίσω ούτε λόγος βέβαια να προμηθευτώ τα αναγκαία από το γειτονικό κατάστημα, πάντα υπήρχε ο ψίθυρος πως οι περιπτεράδες ήταν καρφιά της ασφάλειας. Κι αν ήταν ρουφιάνοι στα πολιτικά, στα τσιγάρα θα σταματούσαν; και δεν θα το κάρφωναν χαιρέκακα στους γονείς; Για να μην μας πάρει κανένα μάτι πηγαίναμε πιο μακριά, στον άι Νικόλα ή ακόμα και στην πλατεία Κρήνης που βρίσκεται στην άλλη άκρη της λεωφόρου Παναγή Τσαλδάρη για περισσότερη σιγουριά, έξω από την μεθόριο της οικειότητας. Τις γειτονιές μπορεί τώρα που τις χάσαμε να τις νοσταλγούμε, αλλά τότε ήταν ένας ασφυκτικός, ώρες ώρες, μηχανισμός επιτήρησης, και ίσως αυτό μέτρησε στο να γίνει αποδεχτή, παρά τα όσα κατά καιρούς γράφονται, ακόμα και ως ανακουφιστική η ανοικειότητα των πολυκατοικιών. 
Εκεί λοιπόν, στις πλατείες, που η μια είναι ημικυκλική με φύτευση και χαρακτήρα πάρκου και η άλλη παραλληλόγραμμη και πιο απλόχωρη, αλλά που και οι δυο είχαν από μια ίδια προτομή του Ελευθέριου Βενιζέλου, πηγαινοερχόμασταν βουρλισμένοι από την επιθυμία, περισσότερο για την ίδια την επιθυμία που ξύπναγε παρά για το τσιγάρο, υπήρχαν τότε δυο περίπτερα όχι σαν τα άλλα τα συνηθισμένα αλλά πιο φωτεινά με γυάλινες βιτρίνες στις πλευρές τους γεμάτες με όλες τις ξένες μάρκες των τσιγάρων: Pall Mall, Lucky Strike, Dunhill, Malboro, Camel και Rothmans ψηλόλιγνα, αυτά και κάτι πράσινα μενθόλ θυμάμαι, που μια φορά που τα δοκίμασα έπαθα βαριά φαρυγγίτιδα στο δεύτερο!
Φοβερά περίπτερα, ενθουσιαστικά όταν σε λίγο ανακαλύψαμε πως εκτός από δυναμιτάκια πουλούσαν κι άλλα απαγορευμένα, όπως τα εξωτικά τσιγάρα, τα πορνοπεριοδικά και τα προφυλακτικά! Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Μαγικά ξύλινα βαμμένα με λαδομπογιά μικρομάγαζα που είχαν πολλά από όσα επιθυμούσαμε και νομίζαμε πως αρκούσαν για να γίνουμε άντρες.
Η πρώτη όμως γνωριμία μου με τα συγκεκριμένα περίπτερα ήταν κάπως ανορθόδοξη, λίγα χρόνια πριν που ήθελα να είμαι στους προσκόπους και πήγαινα κάθε Κυριακή στις 10 το πρωί στο 8ο Σύστημα Προσκόπων που στεγαζόταν στο 2ο Δημοτικό Σχολείο αλλά είχε ξεχωριστή είσοδο από την οδό Αμυραδάκη, μέχρι που μια  τέτοια μέρα, ο υπαρχηγός με έστειλε να του αγοράσω ένα πινελί (έτσι το είπε, έτσι το άκουσα) ! Στο δρόμο προβληματίστηκα, πινελί ; Επίτηδες ή από λάθος, δεν είμαι και σίγουρος πια, πάντως πήρα απόφαση και σίγουρα πήγα τρέχοντας ως το περίπτερο με τα ξένα τσιγάρα, που είχε όλα τα καλά, και του αγόρασα ένα ωραιότατο πινέλο του ξυρίσματος με μαλακή τρίχα, και επίσης τρέχοντας γύρισα, ενώ εκείνου του τρέχαν τα σάλια περιμένοντας (να φέρω) το πεϊνιρλί που είχε παραγγείλει από τον φούρνο του Χάρη, ο οποίος ήταν πραγματικά σπεσιαλίστας στο πεϊνιρλί ! Ο υπαρχηγός δεν εκτίμησε ούτε το πινέλο ούτε την τρεχάλα μου, εκνευρίστηκε και πέταξε ένα τσίγκινο τασάκι στο κεφάλι μου, και εγώ εγκατέλειψα τον προσκοπισμό, από τον οποίο δεν θυμάμαι πολλά πράγματα, ενώ αντίθετα από το περίπτερο θυμάμαι που και τι είχε σε κάθε θαυμαστή πλευρά του, που τις επιθυμίες και που το χιούμορ.


12 January 2013

Έτσι είπε ο Μπράιαντ....

Ένα λευκό Ford pickup που ταξίδευε νύχτα στον αυτοκινητόδρομο 59 παρεξέκλινε και προσέκρουσε σε δέντρα, σκοτώνοντας 14 ανθρώπους.
Αυτοί είναι η περισσότεροι άνθρωποι που έχω δει ποτέ σε οποιοδήποτε επιβατικό όχημα, δήλωσε ο Μπράιαντ, που έφτασε εκεί επικεφαλής σωστικού συνεργείου,
και έξι από αυτούς που έχασαν τη ζωή τους ήταν ακόμα μέσα στην καμπίνα του οχήματος, όταν τα πληρώματα έκτακτης ανάγκης έφθασαν στη σκηνή, δήλωσε ο Μπράιαντ. Άλλοι ήταν διάσπαρτοι στο δρόμο και σε ένα χαντάκι ανάμεσα στο πεζοδρόμιο και τη γραμμή φράχτη, όπου το φορτηγό κατέληξε.
Ο Μπράιαντ είπε ότι είδε τουλάχιστον δύο μικρά παιδιά ανάμεσα τους, και πως υπήρχαν πολύ λίγα πράγματα από τα υπάρχοντα ή ταυτότητες τους, είπε. 
Μια γυναίκα που αναζητήθηκε, είπε, ότι είχε πουλήσει το φορτηγό και δεν ήταν πλέον δική  της υπόθεση... 
Το λευκό Ford κατευθυνόμενο βόρεια στις ΗΠΑ έφυγε στη δεξιά πλευρά της εθνικής οδού κοντά στο Berclair και χτύπησε σε δύο μεγάλα δέντρα, δήλωσε ο Μπράιαντ.
Το Berclair βρίσκεται περίπου 150 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Σαν Αντόνιο, και είναι πραγματικά δύσκολο να βρεις εκεί δυο μεγάλα δέντρα μαζί.
Ο Μπράιαντ είπε ότι αρκετοί από τους επιζώντες της συντριβής της Κυριακής ήταν βαρύτατα τραυματισμένοι και μεταφέρθηκαν σε νοσοκομεία στο Σαν Αντόνιο, στη Βικτώρια και στο Κόρπους Κρίστι.
Κανείς δεν γνωρίζει πως μπήκαν στις ΗΠΑ και από που ήταν οι επιβάτες, ίσως ήταν από την Γουατεμάλα, ίσως όχι.
 

28 November 2012

το ξύρισμα

στις φροντίδες του Φορλίδα

Κάποτε ήταν μια καθημερινή φροντίδα που δεν κατάφερε όμως να μου γίνει συνήθεια. Την πρώτη φορά ξυρίστηκα με BIC, σχεδόν φαντασιακά, αφού ήμουν αμούστακος ακόμα, μετά όμως που έβγαλα γένια ήταν χαλκόχρωμα και μ' αρέσανε, έτσι άφησα μούσι. Αργότερα, πήγα ναύτης και ξυριζόμουν στη σειρά, ο ένας πίσω από τον άλλον για δεν φτάνανε οι καθρέφτες, αλλά μάλλον χωρίς επιτυχία αφού συχνά οι εντεταλμένοι επί του θέματος αξιωματικοί με "έβρισκαν" αξύριστο στις πρωινές κλήσεις. Δεν παρέλειψα, στο τέλος, να ξυριστώ και ως γαμπρός εφόσον μάταια περίμενα να λειτουργήσουν οι άγνωστες στα μέρη μου παραδόσεις και να με ξυρίσουν κάποιοι άλλοι, για ταψιά ούτε συζήτηση, ξυρίστηκα λοιπόν ως που βαρέθηκα να ξυρίζομαι και τα παράτησα. Στην πραγματικότητα, για να έχω μια εικόνα για το θέμα, θυμάμαι περισσότερο τον πατέρα μου να ξυρίζεται παρά την αφεντιά μου.
Εκείνο όμως που δεν ξεχνώ είναι ένα ξύρισμα με φαλτσέτα, κάποιο καλοκαίρι στο Πήλιο. 
Είδα το κουρείο, παλιό, πέρασα μια, πέρασα δυο, στο τέλος άνοιξα την πόρτα και ζήτησα εκείνο που μου ήρθε πρώτο, μόνο ξύρισμα, αφού το κούρεμα ακόμα το λογαριάζω για πιο βαρύ. Κάθισα στη παλιά πολυθρόνα ο κουρέας σήκωσε το μαξιλαράκι ως το σβέρκο μου, στερέωσε μια πετσέτα στο λαιμό, έριξε μια άλλη -άσπρη κι αυτή- στον αριστερό μου ώμο για να σκουπίζει το ξυράφι, και βάλθηκε να φτιάχνει σαπουνάδα σε ένα τσίγκινο τάσι. Άπλωσε τον αφρό στο σαγόνι και στο λαιμό μου, ήταν χλιαρός, πήρε στο χέρι του τη φαλτσέτα και έκανε μια κίνηση στον αέρα, σαν δοκιμαστική, ανησύχησα κάπως, φαινόταν ηλικιωμένος. Έσκυψε και ακούμπησε την κόψη στο μάγουλο μου τόσο απαλά και αποφασιστικά που αμέσως κατάλαβα πως επρόκειτο για καλλιτέχνη. Πήρε τις πρώτες τρίχες και άρχισε να μιλάει, μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε βγάλει μιλιά, ξεφύσησα σιγανά και αφέθηκα.
Όσο με ξύριζε παρατηρούσα τις χτένες, τα λίγα βαποριζατέρ με τις κολόνιες, την πούδρα, και τα γυάλινα μπουκαλάκια με τη στύψη, το οινόπνευμα και το βαμβάκι για παν ενδεχόμενο, άλλα κυρίως τις παλιές χειροκίνητες κουρευτικές μηχανές στο μαρμάρινο πάγκο, ίδιες με εκείνες που είχε ο πρώτος μου κουρέας στη Νίκαια, ο Στάθης, εκεί που έπιασε μπουζούκι ο Τσομίδης, παιδί ακόμα πριν γίνει ο βιρτουόζος που ξέρουμε, μια γενιά πριν απ΄τη δική μου, τα κουρεία βλέπετε έχουν μεγάλες ιστορίες. Και τώρα άκουγα τις διηγήσεις του Φορλίδα που πύκνωναν στα κενά όταν η φαλτσέτα έπρεπε να σκουπιστεί, και το ξύρισμα λες και πισωπατούσε δεκαετίες σε κάθε καθάρισμα της, έτσι που σε μερικά λεπτά έγιναν ... οι μέρες του '36, τότε που ο Φορλίδας άνοιγε το μαγαζί του για να καλλωπίσει τρεις γενιές αντρών, που έμεναν εδώ ή περαστικών για τον Πλατανιά, την Αργαλαστή και παραπέρα, διότι ήταν ο κουρέας του τόπου.
Μέχρι ... και τους αξιωματικούς των Ες-Ες κούρευα και ξύριζα, είπε και η φωνή του πήρε μια αλλόκοτη χροιά, τώρα που ήταν πια 86 ετών και είχε στα σίγουρα επιβιώσει από όλα αυτά. Η φράση διέσχισε απότομα το κουρείο, βγήκε και έσβησε έξω στη ζέστη του απογεύματος, ενώ εκείνος ατάραχος άφηνε καθαρό τον λαιμό και ίσιωνε τις φαβορίτες μου σχεδόν χωρίς να κοιτάζει. Μέτραγε αλλιώς το πρόσωπο. Πως όμως ; με τους ήχους της φαλτσέτας ; χρατς ; Ίσως. 
Άλλαξε θέμα, εδώ, πίσω από το παραβάν έβαφα μια φορά την εβδομάδα και τις γυναίκες, βλέπεις τότε δεν υπήρχαν βαφές στα μάρκετ και το χωριό δεν είχε κομμώτρια ! Κάποιος έπρεπε...
Τέλος μου έβαλε με χτυπηματάκια στα μάγουλα μια κολόνια τόσο παλιά όσο κι αυτός και με ξεπροβόδησε πριν προλάβω να θυμηθώ πως μπήκα για να του ζητήσω την άδεια να φωτογραφίσω το μπαρμπέρικο, αλλά ζήτησα μόνο ξύρισμα.

19 November 2012

του 60 οι εκδρομείς, το 70 ομοτράπεζοι


Οι μέρες έχουν χαρακτήρα και οι δικές μας είναι ολοφάνερο πως ζορίζονται, όπως και οι άνθρωποι τους, στην νότια Ευρώπη, τουλάχιστον, αρχίζουν να υποφέρουν μετά από πολύ καιρό, και το όνειρο του αναπτυγμένου κόσμου χλομιάζει και ξεπλένεται γοργά σαν να 'ταν φτιαγμένο από φτηνά χρώματα. Ο δε υπόλοιπος κόσμος οδηγείται σταθερά, από τις παγκόσμιες ηγεμονίες, στο κακό και στο χειρότερο. Η υπόσχεση της δύσης μοιάζει φάρσα καθώς η μετανάστευση διώχνει και ξεχωρίζει ξανά φίλους και συγγενείς. Δεν λείπουν τα αγαθά, αυτά ακόμα υπάρχουν, λείπουν όμως πολλά άλλα, η αξιοπρέπεια, η ελευθερία και η αθωότητα ή έστω η αναπαράσταση της .
Ο δυτικός άνθρωπος πάσχισε για περίπου τετρακόσια χρόνια, έκανε πολέμους, αποικίες, λεηλάτησε και σκότωσε για να στρωθεί σε ένα γεμάτο τραπέζι και να αποξεχαστεί !
Στην ΠΕΙΝΑ, ο ήρωας του Χάμσουν αγωνιά για την τροφή του και δεν καταφέρνει πάντα να βγάλει το μήνα ή να κοιμηθεί αξιοπρεπώς σε ένα ανθρώπινο κρεβάτι, αλλά περιπλανιέται στους δρόμους της Χριστιάνιας, όπου βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στην παράνοια, στην πείνα για φαγητό αλλά περισσότερο στην λαχτάρα για αξιοπρέπεια, που τον φορτώνει άλλοτε με ενοχές άλλοτε με πωρωμένη αυτοεκτίμηση. Η πείνα του ανώνυμου πρωταγωνιστή έχει πάνω από όλα άξονά της τον αυτοσεβασμό και την καταξίωση, στο δρόμο για τα οποία το στομάχι, σαν άλλος Μεφιστοφελής, μπαίνει για να τον δελεάσει και να τον ξεστρατίσει. Ο Θεός και οι άλλοι, όπως θα έγραφε αργότερα και ο Σαρτρ, μπαίνουν στο χωνευτήρι και γίνονται μια αδιαίρετη κόλαση, όπου όλα ενώνονται στην έλλειψη. Η εργασία, η αυτοεκτίμηση, το όνειρο, η ελευθερία της επιλογής, η δημοκρατία, όλα αποδεικνύονται σκηνικά μιας γκροτέσκο παράστασης.




Τα ποτήρια των ανθρώπων λείπουν, άλλα γιατί εκείνοι έφυγαν, άλλα γιατί έσπασαν οι σχέσεις, και μαζί με τα ποτήρια λείπει το κρασί της (ψεύτικης μερικές φορές)  αθωότητας του άφθονου τραπεζώματος των  '70. 
Η Ελλάδα είχε κάνει 1/4 του αιώνα για να συνέλθει από τον πόλεμο, τον εμφύλιο και τη χούντα, μια σχεδόν μόνιμη στέρηση, άλλοτε υλική, άλλοτε πνευματική, άλλοτε και των δυο τέλειωνε μαζί με τη Χούντα και οι άνθρωποι που είχαν επιβιώσει από όλα αυτά θέλοντας να ξεχάσουν ρίχτηκαν στις υπερβολές, για να κερδίσουν τον χαμένο χρόνο, τις χαμένες θερμίδες, τις χαμένες σχέσεις και όσο καταλάβαιναν πως τίποτα δεν ξανακερδίζονταν, τόσο ρίχνονταν σε ένα ξόδεμα πόρων και εαυτών, άνευ ορίων.

*Υπήρχε τότε μια ψησταριά στο Κερατσίνι (παντού θα υπήρχε) στη γειτονιά Νερό, όπου στις γιγαντιαίες μερίδες της μαζί με τις 4 σούβλες κεμπάπ, τις πολλές πίτες, και τα άφθονα συνοδευτικά έβαζαν από πάνω ως επιστέγασμα και μια κουταλιά φρέσκο βούτυρο, τι πιο σίγουρο από μια λιπαρή επιβεβαίωση του ανεπίστρεπτου της πείνας!   
Οι άνθρωποι τότε, συνήθως τα Σαββατόβραδα, μετά από τέτοιο φαγητό γλυκαίνονταν με εκμέκ και καϊμάκια, και μαζί με τα κρασιά (στα οποία έριχναν ένα κομμάτι μήλο για να μην μεθούν) ρουφούσαν βαριά τσιγάρα μέχρι το φίλτρο, ακούγοντας τον Καζαντζίδη ή τον Διονυσίου από Τζουκ-μποξ. Ακολουθούσαν τα φουσκώματα, οι σόδες, τα αλκασέντζερ και οι ασπιρίνες, αλλά η συλλογική άγνοια για την χοληστερόλη και τα αδέρφια της, επέτρεπε την άλλη μέρα που ήταν Κυριακή μια ράθυμη εκδρομή ως τις χασαποταβέρνες της Χασιάς και της Σταμάτας, ένα ταξίδι δηλαδή στα σύνορα ενός αντικατοπτρισμού της ευδαιμονίας, αφού όσο άγγιζαν την εικόνα της τόσο αυτή άλλαζε ράφι και αμπαλάζ, και φτου κι απ΄την αρχή.

01 November 2012

Ο noνem (ένατος) των Ρωμαίων, που έγινε ενδέκατος

  

Ο Νοέμβριος, ή Βιέστ (Αρβανίτικα) είναι ο ενδέκατος μήνας του έτους και και ως γνωστόν έχει 30 ημέρες κατά τις οποίες, ανά τους αιώνες, έχουν συμβεί θαυμαστά πράγματα.
Πρώτα πρώτα αρχίζει η περίοδος σπουδαίων εορτών, των Αρχαγγέλων, του Μηνά, των Εισοδίων της Θεοτόκου, της Αικατερίνης, του Στυλιανού προστάτη των παιδιών, του Ανδρέα και του Φιλίππου που μας εισάγουν στην προσμονή των Χριστουγέννων, αλλά παραδόξως και στον διονυσιακό κόσμο των χειμωνιάτικων κυκλαδίτικων πανηγυριών. 
[Κάποιο Νοέμβρη, στη Σίφνο, με τίμησαν και - μπροστά μπροστά να περπατώ όπως με ευγένεια με ορμήνευαν κάθε που βραδυπορούσα - έφερα τον άρτο ως το ξωκλήσι του Άγιου Στυλιανού έξω από τον Αρτεμώνα, και τέσσερις μέρες μετά πήραμε το μονοπάτι, μια μακριά σειρά ανθρώπων, έως πάνω στο Μοναστήρι του Αγίου Ανδρέα, που στέκει πλάϊ στα απομεινάρια αρχαίου ναού, για να λειτουργηθούμε, να φάμε νοστιμότατη καπαροσαλάτα, να πιούμε κρασί και να ακούσουμε τον Κουτσουνά να παίζει βιολί, με την Πάρο, την Αντίπαρο και την Φολέγανδρο στο πιάτο αντίκρυ, στο Αιγαίο, την ώρα που άρχιζαν τα μετέωρα από τον αστερισμό του Λέοντα]. Αυτά τα πανηγύρια όποιος άπαξ τα ζήσει δεν τα ξεχνάει ποτέ. 
Κατά τ΄άλλα αρχίζει η περίοδος της ελιάς, και οι άνθρωποι που μαζεύουν τον καρπό της διαβιούν την ημέρα στην ύπαιθρο εφόσον ο καιρός ακόμα το επιτρέπει όχι δίχως απρόσμενα μουσκέματα από τις φθινοπωρινές μπόρες που κάμουν την εμφάνιση τους στις κοιλάδες μας. Μπαίνουν μπροστά στο φουλ και τα λιοτρίβια, γυρίζουν οι κοχλίες και σφίγγουν οι πρέσες, στάζει ο χυμός και όσο διαρκεί η αναμονή για να τρέξει το λάδι στις κάδες και από κει στους ντενεκέδες, κόβονται και ψήνονται μεγάλες φέτες ψωμιού και περιχύνονται με αγουρέλαιο, αλάτι και ρίγανη, για να πιούνε τα τελευταία περυσινά κρασιά, και να πούνε ευχές και ιστορίες.
Αλλού, στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 73, μερικές εκατοντάδες, στην αρχή, νέοι που ένιωσαν πόσο γελοίοι ήταν εκείνοι που (και) τότε κυβερνούσαν, μπήκαν στο πολυτεχνείο και έζησαν τις τρεις (3) καλύτερες μέρες ελευθερίας του καιρού μας ... (αλλά τα ξέρετε αυτά).
[Όταν, την δεκαετία του '80, πέρασα στη Σχολή Καλών Τεχνών προσπάθησα κάπως να φανταστώ εκείνο το σπουδαίο 3ήμερο, αλλά δεν κατάφερα πολλά πράγματα διότι "έπεφτα" σταθερά πάνω στην ισχυρή εικόνα του που ήταν ήδη έτοιμη.]
Τον Νοέμβρη που το Πήλιο γίνεται χρυσοκόκκινο, σιγομπαίνει ο χειμώνας, αν και στις πόλεις αυτό συνήθως δεν γίνεται αισθητό, αλλά στην ύπαιθρο ... ούτε τσοπάνος στο βουνά ούτε ζευγάς στους κάμπους. Ούτε παπούτσια και σκούπες έξω το βράδυ της παραμονής των Αρχαγγέλων, να μην τα δει ο Μιχαήλ και του μπουν τίποτα ιδέες.

15 October 2012

Ο άνθρωπος της Νεκρής φύσης

Νεκρή φύση με ψάρια, Βώκος Νικόλαος (1859 - 1902), Λάδι σε μουσαμά , 55 x 100 εκ.

Ο όρος νεκρή φύση - διαβάζουμε από το site της Εθνικής Πινακοθήκης - natura morta, εισάγεται στην ιταλική ορολογία της τέχνης τον 18ο αιώνα ως ζωγραφική δεύτερης κατηγορίας η οποία συχνά αντιδιαστέλλεται προς την «ευγενή» natura vivente, τη ζωντανή φύση, όπου πρωταγωνιστεί ο άνθρωπος. Το είδος άνθισε ιδιαίτερα στις Κάτω Χώρες.
Η νεκρή φύση αναπτύχθηκε στην Ελλάδα το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, με σκοπό να
ανταποκριθεί στη ζήτηση της νέας αστικής τάξης. Απεικονίζει με ψευδαισθησιακή ή εξιδανικευμένη έμφαση υλικά αγαθά, συμβολίζει και φανερώνει την ευμάρεια και προορίζεται να στολίσει τραπεζαρίες ή σαλόνια.
Σήμερα που η τάξη "που τα έφτιαχνε" ενταφιάζεται και η επιθυμία της ευμάρειας γίνεται ανάμνηση αυτοί οι χώροι χλωμιάζουν αμήχανοι λίγο πριν μετατραπούν σε νοσταλγικά τμήματα ενός αδιανόητου μουσείου.
Ο άνθρωπος ως διαμορφωτής της ιστορίας, αφού πρώτα κατέστρεψε με την απληστία του την ίδια τη φύση, έχει πάψει προ πολλού να πρωταγωνιστεί οπουδήποτε χάνοντας τη θέση του και στην natura vivente αλλά και την αστική του υπόσταση. Δεν του μένει ίσως τίποτα άλλο πια από το να πάρει την πένθιμη θέση του ανάμεσα στα άλλα υλικά αγαθά της νεκρής φύσης; Από παρατηρητής και υποκείμενο μετατρέπεται σε αντικείμενο και ποζάρει άβουλος, ακριβώς όπως τα μήλα, τα χρυσά ψωμιά και τα μπακιρένια σκεύη.
Μπορεί άραγε κάποιος να προσδοκά σε ανάσταση νεκρών όντας ο ίδιος πλέον μια παλιά ψευδαίσθηση δεύτερης κατηγορίας;