02 June 2013

Πιθανές απιθανότητες


Όποια ή όποιος έχει διαβάσει ένα δυο σημειώματα εδώ, θα έχει ίσως καταλάβει πως, αυτό με το οποίο καταπιάνομαι είναι οι πιθανότητες μιας παρουσίας, μερικές φορές ξεκινώντας από ισχνά ίχνη που τα βρήκα έτοιμα να διαλυθούν, αλλά σχεδόν ποτέ με τις βεβαιότητες που συνήθως συνοδεύουν μια καλοσχηματισμένη ύπαρξη. Το σχήμα των πραγμάτων είναι στοιχείο της ταυτότητας τους όταν είναι ισχυρό και σαφές. Αλλά τι γίνεται όταν δεν μπορεί κανείς να το περιγράψει με σαφήνεια; Το αφήνει στη λήθη; Συμβαίνει κι αυτό, κι έτσι έχουμε ολόκληρες περιόδους μαζί με τους ανθρώπους και τις δράσεις τους ξεχασμένες εκτός Ιστορίας ή ακόμα χειρότερα στριμωγμένες τόσο που να χωρέσουν σε προκαθορισμένα σχήματα ή αφηγήσεις, ο ιμπρεσιονισμός λέει για παράδειγμα ο ομιλητής κι ο ακροατής πρέπει ήδη να ανακαλεί εικόνες στο μυαλό του, αν αυτές δεν ανακαλούνται τότε δεν λειτουργεί αυτόματα η επικοινωνία.
Η επικοινωνία είναι η θεοποιημένη λειτουργία του καιρού μας, έχουν δαπανηθεί τεράστιες και ευφυείς προσπάθειες και πόροι για την κυριαρχία της, και έχει μόνο ένα εχθρό, τον χρόνο, την ασάφεια ή την ασυνέχεια του χρόνου πιο συγκεκριμένα, διότι όλα πρέπει να ανταλλάσσονται σε σταθερά διακριτούς χρόνους, [από / χρόνος/ προς] ώστε να εκπαιδεύονται οι άνθρωποι στην αναμονή τους. Έτσι η μέτρηση του χρόνου γίνεται αναγκαία προϋπόθεση της επικοινωνίας, ρολόγια, ημερολόγια, εκπομπές, αποστάσεις, ολόκληρη τη γη να έχει χαραχτεί έτσι ώστε να μετράει τον χρόνο, να μετράει δηλαδή κάτι το ανύπαρκτο, όσο ο Θεός που έχει διαδεχθεί.
Αλλά όταν σκέφτεσαι με πιθανότητες ο χρόνος χάνει τα μετρήσιμα χαρακτηριστικά του και δεν ταυτίζεται με τον ρυθμό, παύοντας να είναι το εξωτερικό όργανο μέτρησης μεγεθών. Τότε η ιστορία μπορεί να σταματά την εξέλιξή της ή την συμμετοχή της σε κάποιο μεγαλύτερο κύκλο και να παίρνει ένα αόρατο και ίσως αδιανόητο ως τότε δρόμο, ακόμα και αντίστροφο να αυτονομείται και να ψάχνει άλλη εξέλιξη μη γραμμική, πέρα από εκείνο που της έχει παραδοθεί. Οι άνθρωποι ζούνε, εξελίσσονται και σχετίζονται με τους τρόπους που τους έχει ορίσει η φύση και η κοινωνία, περνάνε μέσα από όλες τις κοινωνικές νόρμες και τελετουργίες και σπανίως αναρωτιούνται αν όντως όλα αυτά ταιριάζουν με ότι βαθιά τους κινεί. Ακόμα κι όταν κάποιοι άνθρωποι σπάζουν μερικές φορές τις νόρμες, και τότε η Ιστορία σπεύδει να τους ονομάσει επαναστάτες διότι είναι πολύ επικίνδυνο πράγμα κάθε τι το ανώνυμο, ακόμα και τότε τις παραβιάζουν σύμφωνα με κάποιο πρότυπο παραβίασης που έχουν διδαχθεί ως παρέκκλιση. Κάθε λειτουργία ή σύστημα συνεπώς έχει προβλέψει και έχει συμπεριλάβει στον κανόνα και στον ρυθμό της τις παρεκκλίσεις. Αλλά όχι την πιθανότητα διότι όποιο λεξικό κι ανοίξουμε δεν βρούμε σαφή ορισμό της αλλά κάποιον αναφορικό σε πείραμα της τύχης!
Η Τύχη όμως ήταν η Θεά των αρχαίων Ελλήνων που μπορούσε να επηρεάσει και να ανατρέψει κάθε έλεγχο στους ανθρώπους και στους νόμους του σύμπαντος. Μια φορά, εντάξει, μπήκε ο Θησέας στον Λαβύρινθο και βγήκε, αλλά δεν ήταν δυνατόν να το διακινδυνεύει συνεχώς. 
Η Τύχη ήταν μια Θεά που εξαιτίας της φύση της ο άνθρωπος δεν μπορούσε να την καλοπιάνει συνεχώς, και αυτό δεν ήταν ανεκτό όταν αποφάσισε να υποτάξει τη φύση στη βουλιμία του.
Τα υπόλοιπα είναι λίγο πολύ γνωστά, ο άνθρωπος επινόησε της μεγάλες αφηγήσεις, ίδρυσε τις θρησκείες και τις ιδεολογίες, ανέπτυξε την επιστήμη και την τεχνική, ίδρυσε θεσμούς και Μουσεία. Όλα όμως κατά κάποιον τρόπο τέλειωσαν κατά το πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, οι καλλιτέχνες, πρώτα, διακήρυξαν το τέλος ενός πολιτισμού που είχε ήδη πεθάνει, επιτέθηκαν στις αξίες που τον έθρεψαν για χιλιετίες, την οικογένεια, την πατρίδα, την θρησκεία, την Τέχνη, έφτιαξαν ομάδες που είχαν αυτή την αποστολή, τις ονόμασαν DADA για να μην σημαίνει τίποτα, να μην περιγράφει τίποτα, πίστεψαν στο απίστευτο και ζήτησαν την απελευθέρωση του ανθρώπου. Όμως επειδή ήταν δημιουργοί, και όχι πολεμιστές δεν το κατάφεραν, διακήρυξαν κάτι που οι ίδιοι δεν μπορούσαν από τη φύση τους να εκπληρώσουν, την καταστροφή του πολιτισμού. Έφτιαχναν έργα πιστεύοντας πως κάμουν αντι-έργα, και εκείνο που κατάφεραν ήταν να ανανεώσουν τις καλλιτεχνικές γλώσσες, έβαλαν μέσα στο έργο, το ανοίκειο, το αποσπασματικό, έκαναν παρουσίες το ετερόκλητο και το ασύγχρονο, το α-νόητο, και την ανθρώπινη σκοτεινιά.
Δεν κατέστρεψαν αλλά δημιούργησαν μια άλλη πραγματικότητα. Ρώτησαν εξ αρχής πως ονομάζονται τα πράγματα και τι κάνουν...και με τις απαντήσεις τους δημιούργησαν ένα σωρό απίθανες πιθανότητες.

30 March 2013

Όταν η Σιμόν θα έβαζε τα κλάματα

[Οι σημερινές γυναίκες έχουν σχεδόν εκθρονίσει τον μύθο της θηλυκότητας· αρχίζουν να κάνουν αισθητή την ανεξαρτησία τους με πολύ συγκεκριμένους τρόπους· δεν καταφέρνουν όμως εύκολα να βιώσουν απόλυτα την κατάστασή τους ως ανθρώπινα όντα. Έχοντας ανατραφεί από γυναίκες, μέσα στους κόλπους ενός γυναικείου κόσμου, ο φυσιολογικός προορισμός τους είναι ο γάμος, ο οποίος στην πραγματικότητα τις υποδουλώνει ακόμα και σήμερα στον άντρα· το ανδρικό κύρος κάθε άλλο παρά έχει εξαλειφθεί: στηρίζεται ακόμα σε γερές οικονομικές και κοινωνικές βάσεις. Είναι συνεπώς αναγκαίο να μελετήσουμε πολύ προσεκτικά την παραδοσιακή μοίρα της γυναίκας. Θα προσπαθήσω να περιγράψω πώς η γυναίκα μαθαίνει την κατάστασή της, πώς τη βιώνει, σε τι είδος σύμπαντος βρίσκεται εγκλωβισμένη, ποιους τρόπους διαφυγής έχει. Και μόνο αν όλα αυτά γίνουν κατανοητά, μόνο τότε θα μπορέσουμε να καταλάβουμε ποια προβλήματα αντιμετωπίζουν οι γυναίκες που, έχοντας κληρονομήσει ένα βαρύ παρελθόν, προσπαθούν να χτίσουν ένα καινούργιο μέλλον.]
Έτσι προλόγισε η Σιμόν ντε Μποβουάρ το "Δεύτερο φύλο" που κυκλοφόρησε το 1949 και αποτέλεσε το απόλυτο έργο αναφοράς του φεμινιστικού κινήματος. Εξήντα χρόνια μετά, η φεμινιστική ουτοπία ξεφτάει καθώς σεξιστικές αντιλήψεις και πρακτικές επανέρχονται σε πολλά σημεία της δημόσιας ζωής.

Το σημείωμα αυτό δεν περιέχει τίποτα παραπάνω από σκόρπιες σκέψεις, περισσότερο γράφω για την αίσθηση ενός αδιεξόδου που βρέθηκε αναπάντεχα στο τέλος ενός μεγάλου δρόμου, όπως σε κάποιες ταινίες δράσης που η καταδίωξη των αυτοκινήτων καταλήγει στο κενό μιας υπό κατασκευή γέφυρας και τότε το πρώτο, το καταδιωκόμενο, αυτοκίνητο με τέρμα τα γκάζια επιχειρεί το άλμα στο κενό... Χόλιγουντ είναι αυτό, και έτσι το άλμα πετυχαίνει ενώ ο διώκτης μένει φρενάροντας στην απέναντι όχθη.  Σε ένα τέτοιο αδιέξοδο έχει βρεθεί συνολικά η κοινωνία, αλλά, εδώ, το θέμα είναι ο κόσμος της τέχνης. 
Η αφορμή, χθες βράδυ βρέθηκα σε μια εικαστική έκθεση, από όπου έφυγα για πολλοστή φορά απογοητευμένος, σχεδόν θυμωμένος, κάτι που μάλλον το έχω συνηθίσει την τελευταία δεκαετία, όπου η τέχνη μοιάζει αμήχανη, σχεδόν άναρθρη μπροστά στις ραγδαίες αλλαγές της ζωής.
Δεν γνωρίζουμε από την ιστορία, εκτός ίσως από τις περιπτώσεις των δικτατορικών ρεαλισμών, εποχές που η τέχνη ακολουθούσε τόσο κουρασμένη τις εξελίξεις στη ζωή.  Σε αυτή την έκθεση τυχαίας αναφοράς οι καλλιτέχνες ήταν νέες γυναίκες, και το φύλο τους ήταν το κοινό νήμα που γύρω του εξελίχθηκε η έκθεση, κάτι που βέβαια από μόνο του δεν πειράζει, αν και δεν έχω ακούσει για έκθεση με αποκλειστικά άντρες καλλιτέχνες εξαιτίας του φύλου τους!
(anyway) Εξήντα χρόνια μετά την εμφάνιση του φεμινιστικού κινήματος φαίνεται πως οι νέες καλλιτέχνιδες φτιάχνουν τα έργα τους με τους τρόπους της υποδούλωσης των μητέρων και των γιαγιάδων τους, κεντούν, ράβουν, πλέκουν, υφαίνουν, καμιά φορά μαγειρεύουν ή ανοίγουν φύλλο, αλλά αποκομμένους από κάθε πλαίσιο κοινωνικής αναγκαιότητας ή τουλάχιστον νοσταλγίας. Οι καλλιτέχνες κάθε φύλου καθώς έχουν απαρνηθεί την επιθυμία αναμέτρησης τους με τα μεγάλα έργα του παρελθόντος, ψελλίζουν πια άναρθρες κραυγές και υπεκφυγές, και μοιάζουν εντελώς παγιδευμένοι στον επιδερμικό τρόπο προσέγγισης της πραγματικότητας που έχει επιβληθεί έτσι κι αλλιώς σε όλους τους ανθρώπους από την κυρίαρχη αγοραία αντίληψη.
Σχεδόν σύσσωμη η καλλιτεχνική κοινότητα έχει περιπέσει σε έναν ιδιότυπο αυτισμό γεμάτο με μικρές, αδέξιες χειρονομίες πάνω στα υλικά ή δίχως στοχασμό στις ιδέες, ο οποίος εμφανίστηκε ταυτόχρονα με τα μεγάλα πολιτικά γεγονότα της εποχής, την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και τους πολέμους των δυτικών στο Ιράκ. Μέχρι τότε η Ιστορία μπορούσε να δίνει στην Τέχνη το ρόλο της πρωτοπορίας, αλλά καθώς άρχισαν να καταρρέουν οι μύθοι του μοντερνισμού, φάνηκε ο αυξανόμενος βαθμός απομάκρυνσης και υστέρησης της από την πραγματικότητα. Όταν δε οι Ιρακινοί ή Αφγανοί φανατικοί ανέβασαν στο διαδίκτυο ακόμα και απευθείας αποκεφαλισμούς, μόνο οι ανεπαρκείς δεν κατάλαβαν ότι μαζί με τα κεφάλια των δύστυχων ομήρων έπεσε και ο μύθος της τέχνης ως γροθιάς στο στομάχι των εφησυχασμένων αστών
Από τότε, στρατιές νέων καλλιτεχνών που έλαβαν το μήνυμα της επικράτησης των αγορών, άρχισαν να παράγουν σωρηδόν έργα και εργάκια προορισμένα είτε να στολίζουν τα νεόδμητα καθιστικά των προαστίων, είτε να γεμίζουν τα λόμπι των νέων μουσείων, (αυτά όμως τα περιγράφει πολύ καλά ο Ζαν Κλαιρ). Η αγορά βλέπετε απαιτούσε πολλά έργα και αν οι καλλιτέχνες ακολουθούσαν τους στοχαστικούς ρυθμούς των προγόνων τους δεν θα προλάβαιναν να τα παράξουν ποτέ, ο Βερμέερ για παράδειγμα ζωγράφισε περίπου 50 έργα σε όλη του ζωή, η υπερβολική ζήτηση και η επιτάχυνση του κύκλου παραγωγής του έργου έφερε και την πτώση στην ποιότητα αλλά ποιος νοιαζόταν, εδώ ανέλαβε η θολότητα μιας κατευθυνόμενης πλευράς της θεωρίας να "εξηγήσει" και να καλύψει το φαινόμενο. 
Τώρα έχει γίνει σαφές πως ο καιρός αυτός πάει πέρασε και οι καλλιτέχνες που παρόλα αυτά είναι οι πιο ευαίσθητοι δέκτες της κοινωνίας το ΄χουν μεν νοιώσει εγκαίρως αλλά δυστυχώς παραμένουν εγκλωβισμένοι από αδράνεια σε  παρωχημένες πρακτικές. Σίγουρα κάτι καινούργιο θα γεννηθεί όπως συμβαίνει πάντα, αλλά ίσως αυτό δεν βγει από τις δικές μας κοινωνίες ή δεν συμπεριλάβει στο νέο σκάφος όσους από εμάς τους καλλιτέχνες δεν κοιτάξουμε να βρούμε εκείνα που παραλείψαμε από τεμπελιά ή από ευδαιμονία. Νομίζω πως τώρα είναι ο καιρός να ρωτήσουμε τα πάντα εξαρχής και να αναζητήσουμε νέες αφηγήσεις, αντί να φτιάχνουμε μισά σκίτσα, βιαστικές φωτογραφίες και ψελλίσματα.  

08 March 2013

ΩΦ


   Γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του 1914, κι αν ήταν δυνατόν θα θυμόταν ως κακό οιωνό τα δυο επιβλητικά Γερμανικά καταδρομικά που ήρθαν κι αγκυροβόλησαν απέναντι από την κούνια της, στον κόλπο της Προύσας, λίγο πριν από τον βομβαρδισμό της Οδησσού,  "γεννήθηκες μέσα στο μεγάλο πόλεμο", της έλεγε η μάνα της.
"Ελιές κι αμπέλια" είχαν, κι ένα σπίτι "περιθαλάσσιο" στην Προποντίδα θυμόταν. Μεγάλωσε στα Μουντανιά ήσυχα ως που ήρθε ο Ελληνικός στρατός, "το σύνταγμα ευζώνων" και έκπληκτη είδε τα αδέλφια της να ενθουσιάζονται, "όλα τα νέα παιδιά πήγανε τότε εθελοντές", "κι αγύμναστους τους στείλανε στη πρώτη γραμμή", τον Σαγγάριο", και γύρισαν, όσα γύρισαν, ντροπιασμένα με τον τρόμο στο βλέμμα, για να τους κρύψει η μάνα τους στη σοφίτα, λιποτάκτες τον Σεπτέμβριο του 1921!
Οι εύζωνες του Πλαστήρα όμως κράτησαν τους τσέτες και τους έσωσαν μέχρι να έρθουν τα βαπόρια να τους πάρουν. Θυμόταν τη θάλασσα τους κόκκινη από το αίμα των στρατιωτών, και το εγγλέζικο πλοίο που τους έφερε στην Ελλάδα και τον αδελφό της "τον Φουντούκο" την τελευταία στιγμή, "την ώρα που το πλοίο σάλπαρε" να επιβιβάζεται "ντυμένος γριά, με μαύρο το πετσί του από τις κακουχίες", γιατί αν τον έπιαναν, είτε οι Τούρκοι είτε οι Έλληνες, θα τον σκότωναν ή θα τον εκτελούσαν για λιποταξία. Τη νύχτα πέρασαν, "σεριάνισαν", τα στενά πιστεύοντας πως αργά ή γρήγορα θα επέστρεφαν. Δεν επέστρεψαν, έγιναν άλλα κι άλλα. Πολλά είδε, για μια σφαγμένη γάτα μίλαγε, πάλι καλά...
Στην αρχή έμειναν ενάμιση χρόνο φιλοξενούμενοι στον Πειραιά, στο σπίτι του αξιωματικού που είχαν πριν εκείνοι φιλοξενήσει στoν τόπο τους, και αργότερα τους έδωσαν προσφυγικό στην Κοκκινιά, "από τα αψηλά με το πάτωμα, περηφανευόταν, γιατί τα χαμηλά είχαν χώμα κάτω", τον πρώτο καιρό μια ξύλινη διαολόσκαλα υπήρχε για όλη τη γειτονιά, και τότε για να κατέβει κάποιος από το σπίτι του φώναζε σε όποιον περαστικό έβλεπε να του την φέρει... και μία μόνο βρύση για νερό στην πλατεία, αλλά ζήσανε.
Όταν θυμόταν τον μπαμπά της έκλαιγε, ήταν πράος, "αμπελόβοδο, τον έλεγε η μάνα μου", πόσο δυσκολεύτηκε στην Ελλάδα, κι πώς αν έπινε κάνα ούζο παραπάνω έβγαζε κι "έσκιζε την τραγιάσκα που τον έφερε εδώ" και καταριόταν Βενιζέλο και Βασιλιά, τότε νοσταλγούσε το φεσάκι του και χάιδευε το κλειδί από το σπίτι τους στα Μουδανιά που έκρυβε αντί για ρολόι στο τσεπάκι του γιλέκου του.
Εκείνη όμως ήταν νέα και πολύ πολύ όμορφη όπως λέγανε όλοι, και παντρεύτηκε νωρίς, τον Σωτήρη, τον όμορφο Ανατολίτη από την Σπάρτα που ήταν καλλιτέχνης, σχεδίαζε χαλιά, και είχε φαίνεται τον τρόπο να την ρίξει. Έκαναν δυο κόρες αλλά ο Σωτήρης αρρώστησε από φθίση και πέθανε λίγες μέρες πριν ξεσπάσει ο δεύτερος μεγάλος πόλεμος. Χήρα με δυο μικρά γύρισε τότε στη μάνα της στο προσφυγικό, εν τω μεταξύ είχε πεθάνει κι ο πατέρας της, κι ο πόλεμος έκανε τα πάντα δυσοίωνα αλλά εκείνη είπε πως θα ζήσουν, εκείνη και τα παιδιά της! Έτρεξε, μάλωσε, αλλά κατάφερε και πήρε από την αποθήκη του οργανισμού τα χαλιά του Σωτήρη, που θέλανε κάποιοι να της τα “φάνε”, ωραία χαλιά χειροποίητα δικά του σχέδια. Από εκείνα τα χαλιά ζήσανε στην κατοχή, εμπόριο, μαύρη αγορά. Άφηνε τα παιδιά στη Φρόσω και γύριζε ακόμα και με τα πόδια την επαρχία, μέχρι τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία έφτανε, έδινε χαλιά έπαιρνε λάδι ή στάρι, χιόνια και βροχές θυμόταν, έδωσε όλη της την προίκα της, μεταξωτά και δαντέλες, κρύο και λάσπη, "έπαιρναν οι χωριάτισσες τα μεταξωτά κομπινεζόν και τα φόραγαν πάνω από τα ρούχα τους, για στολίδι, δεν είχαν ξαναδεί τέτοια", "αλλού μας έδιωχναν οι άντρες με τα στειλιάρια" - μόνο δυο τάπητες απόμειναν από εκείνα τα εμπόρια της επιβίωσης, ένα για κάθε κόρη του Σωτήρη, να θυμούνται εκείνον που δεν πρόλαβαν.  
Έζησαν όμως, κι εκεί στις κομπανίες που έκαναν για να ταξιδεύουν με κάποια ασφάλεια συνάντησε τον Στέφανο, αυτός είχε έρθει από τη Ρωσία, άντρουκλας με άγρια όψη αψηλός, και τον παντρεύτηκε, για να αποκτήσει από εκεί και πέρα όλη η οικογένεια κάτι εξωτικό, ένα επίθετο που τέλειωνε σε ωφ και έβαζε σε υποψίες, αργότερα, την κρατική ασφάλεια. Και ίσως όχι άδικα γιατί τότε κοντά στο τέλος της κατοχής που ήταν και το πιο επικίνδυνο, ο Στέφος φαίνεται πως είχε κάποιες παρτίδες με τον ΕΛΑΣ και κουβαλούσε εκρηκτικά, του έκοψε όμως μόλις άκουσε τα χωνιά των μπουραντάδων και κρύφτηκε, και έτσι γλύτωσε από το μπλόκο της Κοκκινιάς. Έκαναν άλλο ένα κορίτσι, αλλά ο Στέφος αρρώστησε βαριά, πάλι η φυματίωση ήταν που απειλούσε να την αφήσει χήρα, θέριζε τότε, αλλά όχι τον Στέφανο που σώθηκε χάρη στην “αμερικανική βοήθεια”. Ήταν από μεγάλο σόι που σκόρπισε το 17 από τη Ρωσία, εμιγρέδες, και κάποιοι είχαν φτάσει στην Αμερική, έκατσε λοιπόν και τους έγραψε την κατάσταση, εκεί μόλις είχε βγει η στρεπτομυκίνη. Οι ρώσοι συγγενείς  από την Αμερική έστειλαν 10 ενέσεις, και ο Στέφος θεραπεύτηκε, δούλεψε μάλιστα οικοδόμος μετά την κατοχή! Κάπως ηρέμησαν τα πράγματα μετά κι από τον εμφύλιο, έπιασε δουλειά τραπεζοκόμος στην αεροπορία στο Τατόι και πήγαινε με τα πόδια από την Κοκκινιά ως την Ομόνοια, για να γλυτώνει το εισιτήριο, και από ΄κεί μετά έπαιρνε το υπηρεσιακό
Ο Στέφος όμως την ζήλευε, ήταν πολύ όμορφη γυναίκα, και την σταμάτησε από τη δουλειά, έκατσε εκείνη τότε στη βεράντα της, φρόντιζε τις τριανταφυλλιές της και κοίταζε τον κόσμο που πηγαινοερχόταν από ψηλά.
Πέρασαν τα χρόνια, μα δεν σταμάτησε να την ζηλεύει, ιδίως όταν την έβλεπε να λούζει και να χτενίζει τα μαύρα γυαλιστερά μαλλιά της, που όταν τα έλυνε έφταναν μέχρι τις βελουδένιες γάμπες της που ποτέ δεν χρειάστηκαν αποτρίχωση. Δεν τα είχε κόψει ποτέ, έτσι έλεγε, τα χτένιζε μπροστά του κάθε βράδυ και το πρωί τα τύλιγε στον κότσο που έβλεπαν όλοι, εκείνος τρελαινόταν. Καυγάδες και πείσματα, μάζευε τότε τα πράγματα του και πήγαινε  να μείνει στη μάντρα που φύλαγε την ξυλεία του, μέχρι που ξεθύμαινε και γύριζε μετανιωμένος. Μια μέρα γύρισε από το καφενείο και της έκανε καυγά για το ραβασάκι, "ποιο ραβασάκι βρε τρελέ ;", με τα πολλά της είπε πως ένας άγνωστος ομορφάντρας έγραφε ένα γράμμα στο καφενείο και εκείνος νόμισε..., άρρωστος τρελά ερωτευμένος μαζί της μέχρι τα εβδομηνταπέντε του, το 1975 που πέθανε, κι εκείνη έμεινε πάλι μόνη.  
Τρόπος του λέγειν μόνη, αφού το προσφυγικό της γνώρισε δόξες και πολυκοσμία, η μεγάλη βεράντα με τις τριανταφυλλιές έγινε κέντρο διερχομένων από κόρες, γαμπρούς, φίλες, συγγενείς και κυρίως εγγόνια. Καφέδες και καφέδες καθημερινά και τραπεζώματα στις γιορτές, με λίγα συνήθως αλλά και με πολλά μερικές φορές όπως τα σπάταλα μπορς, τα πιροσκί και η σπλήνα η γεμιστή, που την έφτιαχνε με μεράκι σε σπέσιαλ τραπέζια. Ο φρεσκοκομμένος καφές ήταν το δώρο των καλεσμένων που εκτιμούσε περισσότερο από όλα.
Τα είχε καταφέρει περνώντας δια πυρός και σιδήρου όπως πέρασαν πολλοί της σειρά της. Δεν χαλάρωσε όμως ποτέ  μέχρι τα 92 της χρόνια που έζησε, και δεν ξεχνούσε τον αγώνα της, δεν γκρίνιαζε όμως για όσα της έλειψαν, αλλά επαναλάμβανε τις ιστορήσεις με όσα εκείνη είχε κάνει για να μην αφεθεί στη μοίρα της, λες και ήθελε να είναι πάντα σε ετοιμότητα, "έζησα τρεις πολέμους" έλεγε, "αν βάλεις και την Κύπρο τέσσερις". Φοβόταν μόνο τον σεισμό, εκεί έτρεμε κατουριόταν κι έχανε τη μιλιά της. Κάθε χρόνο έβαφε το σπίτι μόνη της, σκούπιζε και σφουγγάριζε κάθε μέρα την βεράντα και τα σκαλιά μέχρι κάτω το δρόμο, έτρωγε λίγο αλλά πάντα φρεσκομαγειρεμένο φαγητό.
Επτά λύπες τρεις χαρές η ζωή της αλλά είχε μια έμφυτη αρχοντιά που την χαρά την πολλαπλασίαζε. Είχε ένα χιούμορ πηγαίο, τρομερό, έλεγε όσα τράβηξε, διωγμούς, κατοχή, στο μπλόκο ράγιζε αυτό δεν ήθελε να το θυμάται, και όλα τα βάσανα, λέξη προς λέξη, αλλά όσοι ακούγαμε κρατούσαμε την κοιλιά από τα γέλια. Έλεγε όλη την ιστορία, τη ζωή της, ανάλαφρα, μα δίχως να παραλείπει τίποτα, κι εκείνη απορούσε με τα γέλια και την αναισθησία μας, "εγώ σας λέω τι τράβηξα κι εσείς γελάτε!"
Κάποια μέρα που την επισκέφτηκα, ήταν 90 ετών και είχε εργάτες στο σπίτι που άλλαζαν τη στέγη, στεκόταν σαν ναοκολώνα στη μέση της κάμαρας και τους κοίταζε από κάτω, μόλις με κατάλαβε γυρίζει και μου λέει, "αν μετά από αυτό, πεθάνω... δεν θα μου το συγχωρήσω ποτέ".
Έφυγε δυο χρόνια μετά , τον Φεβρουάριο του 2006. 
Ήταν η Άννα από τα Μουδανιά της Προποντίδας, κόρη του Παναγιώτη και της Φρόσως Γιασιμάκου, ήταν η γυναίκα του Σωτήρη Δασκαλόπουλου και του Στέφανου Ταχμαζώφ, ήταν η γιαγιά μου και ήταν η σπουδαιότερη γυναίκα που γνώρισα.

04 February 2013

Ο πρίγκηπας και το διάφανο σκοτάδι του

Στη Νάπολη, στο παρεκκλήσι του Sansevero, δίπλα στην Piazza San Domenico Maggiore υπάρχει μια μοναδική συλλογή μαρμάρινων γλυπτών αξιοθαύμαστων για τον ακραίο νατουραλισμό τους. 



Τα γλυπτά αυτά και ιδιαίτερα ο «Κεκαλυμμένος Χριστός» του Giuseppe Sanmartino που βρίσκεται στο κέντρο του ναού και το πέπλο τής «Σεμνότητας» του Antonio Corradini είναι δουλεμένα με εξωπραγματικό τρόπο ώστε φαίνονται να είναι ούτε λίγο ούτε πολύ από… διαφανές μάρμαρο! Με τι εργαλεία έγινε μπορετό να σμιλευτεί το μάρμαρο σε πάχος 2 χιλιοστών κανείς δεν ξέρει και είναι αδύνατον ως σήμερα ακόμα και με την σύγχρονη τεχνολογία να επαναληφθούν.



Τα γλυπτά που φιλοτεχνήθηκαν από τον Corradini και τον Sanmartino -που ανέλαβε μετά από τον θάνατο του πρώτου- σε παραγγελία του Πρίγκηπα Raimondo di Sangro περί τα 1753, ερμηνεύουν την baroque αίσθηση της εποχής και επιδεικνύουν την υφολογική εκλέπτυνση και το συναίσθημα τεχνικής υπεροχής των δυο καλλιτεχνών. 
Πέρα όμως από την πραγματική ιστορία η σχεδόν εξωπραγματική πλαστικότητα των γλυπτών έχει τροφοδοτήσει έναν θρύλο με εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον. 

[Ο πρίγκηπας του Σανσεβέρο ήταν ένας μεγάλος αλχημιστής ο οποίος, ψιθυριζόταν πως, συνεργάστηκε με τους δυο εκπληκτικούς αλλά άσημους μαέστρους του μαρμάρου, και ενεπλάκη ενεργά στη κατασκευή των γλυπτών. Όπως προκύπτει μάλιστα από μια διασωθείσα συμβολαιογραφική πράξη η οποία συνήφθη στις 25/11/1752 μεταξύ του Ραιμόνδου Ντι Σάνγκρο και τού Giuseppe Sanmartino, η μαρμάρινη σινδόνη που καλύπτει τον «Κεκαλυμμένο Χριστό» κάποτε υπήρξε… ένα κανονικό βαμβακερό σεντόνι, ένα πέπλο κυριολεκτικά «απολιθωμένο», το οποίο βάσει κάποιας παράξενης αλχημιστικής μεθόδου, μετατράπηκε σε ένα λεπτό στρώμα μαρμάρου αναμεμιγμένο με καρμίνιο! Δηλαδή κανονική μεταστοιχείωση! 


Σύμφωνα δε με τον θρύλο, ο «Πρίγκιπας τού Σανσεβέρο» ο οποίος «στην εποχή του θεωρήθηκε ένας σκοτεινός μάγος που προκαλούσε τρόμο στις λαϊκές μάζες, αναζητούσε είτε "εθελοντές" είτε έβρισκε σώματα πολύ πρόσφατα πεθαμένων και ασκούσε πάνω τους την τέχνη του! Τα δε εκπληκτικά γλυπτά είναι απλώς τα αποτελέσματα των πειραμάτων του σκοτεινού Πρίγκηπα, όπου εφαρμόστηκαν μέθοδοι που δεν είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε και να εξηγήσουμε σήμερα. Ο Πρίγκηπας του Σανσεβέρο μπορούσε πράγματι να μετατρέπει σε μάρμαρο όποια ύλη ήθελε, όπως ρητά λέει το συμβόλαιο που έχει διασωθεί και περιέχει μάλιστα και την -ακατανόητη για μας - αλχημιστική συνταγή που χρησιμοποίησε...
Στα υπόγεια εργαστήρια του παλατιού του, στο Largo San Domenico Maggiore, ο Ραιμόνδος αφοσιώθηκε σε πειράματα σκοτεινά και παράξενα, στα πιο διαφορετικά πεδία των επιστημών και των τεχνών. Από τη χημεία και την υδροστατική, ως την τυπογραφία και την μηχανική, πέτυχε δε αποτελέσματα που του έδωσαν τον χαρακτηρισμό του "καταπληκτικού"  από τους συγχρόνους του. Ωστόσο, όλοι φάνηκαν πάντοτε εξαιρετικά απρόθυμοι να αποκαλύψουν τα μυστικά και τις λεπτομέρειες για τις εφευρέσεις του.


Στους επιστημονικούς κύκλους της εποχής, ο Ραïμόντο Ντι Σάνγκρο Σανσεβέρο είναι γνωστός ως εφευρέτης. Από  φοιτητής, ακόμη, εντυπωσίασε τους δασκάλους του με την κατασκευή ενός πτυσσόμενου μηχανισμού, σώζοντας έτσι μια σημαντική θεατρική παράσταση. Ο πρίγκιπας μιλούσε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες, όπως επίσης αραβικά και εβραϊκά, ήταν δε μεγάλος θαυμαστής του Leonardo da Vinci και είχε κι αυτός πάθος για τις πολεμικές μηχανές. 
Επίσης είναι γνωστό ότι ο Ραïμόντο Ντι Σάνγκρο ήταν ηγετικό μέλος του Τεκτονισμού, επικεφαλής της ναπολιτάνικης Μασονικής Στοάς, μέχρι που τον αφόρισε η Εκκλησία. Περιέργως όμως, ο Πάπας Βενέδικτος ο XIV ανακάλεσε πολύ σύντομα τον αφορεσμό του. Για ορισμένους σχολιαστές, αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι ο Πάπας ανακάλυψε ότι όλες οι κατηγορίες εναντίον του πρίγκιπα ήταν προϊόν συκοφαντίας και φθόνου από τους εχθρούς και τους πολεμίους του. Για άλλους, ήταν απλώς το αποτέλεσμα πολιτικών ελιγμών που εφάρμοζε ο ποντίφικας, ενώ για κάποιους τρίτους ήταν το αποτέλεσμα μιας σκοτεινής συμμαχίας που συνήφθη μεταξύ των δύο ισχυρών εκείνων ανδρών. Ο Ντι Σάνγκρο επίσης συνδέεται και με τον κόμητα Καλιόστρο (Cagliostro), άλλη μια αινιγματική φυσιογνωμία και έναν από τους πιο διάσημους Τέκτονες, ο οποίος σύμφωνα με την παράδοση ήταν εμπνευστής του.
Το 1790, μπροστά σε ένα δικαστήριο της ρωμαϊκής Ιεράς Εξέτασης, ο Καλιόστρο ισχυρίστηκε ότι όλες οι γνώσεις του σχετικά με την αλχημεία (αυτή ήταν η κατηγορία που τον βάραινε), προέρχονταν από "έναν πρίγκιπα ο οποίος είχε ένα μεγάλο πάθος για τη χημεία" και πως εκείνος τον είχε διδάξει, πολλά χρόνια πριν στη Νάπολη.

Όλα τα πρακτικά από τη δίκη χαρακτηρίστηκαν απόρρητα και μέχρι σήμερα παραμένουν κρυμμένα στο Βατικανό

Η Παπική κρυψίνοια και το τοπικό συμφέρον έκαναν τον θρύλο να "ξεφύγει" τόσο που ο κώδικας Ντα Βίντσι να ωχριά μπροστά του. Οι φήμες για τα παράξενα πειράματα δεν μπορούσαν να καταλαγιάσουν. Πιστεύεται μάλιστα ότι μέσα στην εκκλησία του Σανσεβέρο περιέχεται πράγματι μια κρυπτογραφημένη μασονική επιγραφή, ένα μήνυμα που πολλοί έχουν προσπαθήσει να ξεδιαλύνουν, πλην όμως ανεπιτυχώς. Παρόλα αυτά οι ξεναγοί εκμεταλλεύονται σήμερα κάθε παλιό ψίθυρο και ίσως επινοούν μερικούς νέους, όπως τα χαρακτηριστικά του ναού που έχουν «διπλό entendre» (διπλή σημασία), για να  υποδηλώσουν ότι ο Ντι Σάνγκρο μπορεί να ήταν πράγματι γνώστης κάποιας απόκρυφης παράδοσης. Συνήθως, στο τέλος της ξενάγησης, ο επισκέπτης οδηγείται κάτω σε ένα μικρό σπηλαιώδες δωμάτιο, όπου σύμφωνα με τα αρχικά σχέδια προοριζόταν για τον ενταφιασμό κάποιων ανθρώπων. Στο δάπεδο υπάρχει μια ορθογώνια μαρμάρινη πλάκα, που ερμηνεύεται ως ένδειξη ότι εδώ κάποτε είχε εναποτεθεί ο «Κεκαλυμμένος Χριστός» του Giuseppe Sanmartino. Ωστόσο εκεί μέσα, σε δύο γυάλινες προθήκες βρίσκονται οι παράξενοι μεταλλικοί σκελετοί ενός άνδρα και μιας γυναίκας. Φλέβες και αρτηρίες και των δύο αυτών ατόμων, παραμένουν απολύτως άθικτες! Ο σκελετός της γυναίκας, φαίνεται να έχει τα μάτια άθικτα, σχεδόν γυαλιστερά, αλλά με μια πραγματικά τρομοκρατημένη έκφραση. Αλλά αυτό που είναι αξιοσημείωτο είναι οι φλέβες και τα εσωτερικά της όργανα, τα οποία λογικά θα έπρεπε να διαλυθούν αμέσως μετά το θάνατο. Αντ’ αυτού, παραμένουν σε άριστη κατάσταση αιώνες μετά.Η καρδιά της διατηρείται ολόκληρη και μπορείτε να δείτε ακόμα και τα αιμοφόρα αγγεία μέσα στο στόμα της. Ήταν έγκυος και στην κοιλιά της, είναι ορατός ο πλακούντας από τον οποίο φαίνεται ο ομφάλιος λώρος που ένωνε το έμβρυο.


Πιστεύεται ότι χορηγήθηκε κάποιο είδος ενδοφλέβιας ένεσης με κάποια ουσία, η οποία κατά την είσοδό της στο κυκλοφορικό σύστημα, μπλοκάρισε τα αγγεία σταδιακά, μέχρι του σημείου που προκάλεσε και το θάνατο του θύματος. Σε αυτό το σημείο, η ουσία μπορεί να «μεταλλοποίησε» φλέβες και αρτηρίες, διατηρώντας τις, χωρίς αποσύνθεση. Άλλοι αναφέρουν ότι η μέθοδος διατήρησης πραγματοποιήθηκε σε πτώματα, αλλά ωστόσο, το αίμα δεν ταξιδεύει σε ένα νεκρό σώμα, πολλαπλασιάζοντας έτσι το μυστήριο. 
Εάν σε όλα αυτά προσθέσουμε και το όνομα του Αλχημιστή, το: di Sangro που ετυμολογικά τουλάχιστον παράγεται από το ισπανικό sangre (αίμα), και που παραπέμπει εύκολα σε προσωνύμιο ανθρώπου που ήξερε τα πάντα σχετικά με το αίμα και την κυκλοφορία του, τότε το μυστήριο μεγαλώνει.
Πρόβλημα και μυστήριο είναι… ότι η σύριγγα που θα έπρεπε να πραγματοποιήσει την υποδόρια ένεση, εφευρέθηκε εκατό χρόνια αργότερα από έναν χειρουργό της Λυών, τον Carlo Gabriele Pravaz (1791-1853).
Δεν είναι λοιπόν περίεργο που κουτσομπολιά και άγριες φήμες, ξέσπασαν στη θέα των συγκεκριμένων σκελετών. Κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι ο Ραïμόντο Ντι Σάνγκρο «ήταν μάγος και διαβολικός αλχημιστής που άρπαζε ανθρώπους, με σκοπό να εκτελεί ειδεχθή πειράματα στους οργανισμούς τους».
Μια ακόμα εικασία δημιουργήθηκε από μια μικρή "ανωμαλία" στον Χριστό που καλύπτεται με το πέπλο, καθώς πάνω από το ρουθούνι του, διακρίνεται μια μικρή εσοχή ως εάν η σινδόνη να έχει διηθηθεί από την ανάσα κάποιου που προσπαθεί να εισπνεύσει εναγωνίως αέρα. Αυτός που χρησίμευσε ως μοντέλο για τον Ιησού, ήταν ζωντανός, εκείνη τη στιγμή, προσπαθώντας να ανασάνει, ή νεκρός;

Ο πρίγκιπας όμως πέθανε στις 22 Μαρτίου του 1771, "από μια ξαφνική ασθένεια που προκλήθηκε από τα πειράματά του. Κατά τη διάρκεια μιας μακράς νύχτας που πέρασε στο εργαστήριό του, κατά πάσα πιθανότητα εισέπνευσε, ή κατάπιε κάποια τοξική ουσία, κι η οποία αποδείχθηκε μοιραία". 
Έτσι, φαίνεται πως πιάστηκε στην ίδια του την παγίδα, και τάφηκε στο παρεκκλήσι όπως δηλώνει η ταφόπλακα του, η σαρκοφάγος του, ωστόσο, δεν περιέχει το σώμα του, "ήταν άδεια", όπως ισχυρίζονται όλοι, κι ας έχουν περάσει 240 χρόνια από τότε!]

01 February 2013

[στέρηση]

αγαπώ το φθινόπωρο
ίσως που γεννήθηκα εκεί
τώρα πάλι που η μέρα μεγαλώνει
ξοδεύοντας τα σπυριά που μάζεψε πεσμένη στα σκοτάδια

τους μισώ που μου στέρησαν δυο στη σειρά



29 January 2013

αντινικότ

Ο μπαμπάς κάπνιζε με πάθος 22 αντινικότ μαλακό, από όταν τον θυμάμαι μέχρι που έφυγε ταλαιπωρημένος και από το κάπνισμα.
Αγόραζε δυο ή τρία μαζί τα πακέτα και κάπνιζε όλη μέρα ρουφώντας τα τσιγάρα με λαιμαργία μέχρι το φίλτρο, ως που κιτρίνισαν τόσο πολύ τα δάχτυλά του που δεν καθάριζαν ούτε με χλωρίνη. [Σκέφτομαι πως αν ποτέ ξαναρχίζα το κάπνισμα, που δεν το σκοπεύω, το σωστό θα ήταν να καπνίσω και γω 22, και να φτιαχτεί έτσι μια οικογενειακή παράδοση.] [Any way] πολλές φορές έστελνε εμένα να τα πάρω από την ΕΒΓΑ της γειτονιάς, και το έκανα με χαρά όχι γιατί μου άρεσαν τα τσιγάρα, ήταν νωρίς ακόμα γι΄αυτά, αλλά μάλλον διότι κέρδιζα καμιά τουλούμπα ή γαριδάκια, ανάλογα με τα ρέστα.
Αλλά όταν αργότερα άρχισα να επιθυμώ να καπνίσω ούτε λόγος βέβαια να προμηθευτώ τα αναγκαία από το γειτονικό κατάστημα, πάντα υπήρχε ο ψίθυρος πως οι περιπτεράδες ήταν καρφιά της ασφάλειας. Κι αν ήταν ρουφιάνοι στα πολιτικά, στα τσιγάρα θα σταματούσαν; και δεν θα το κάρφωναν χαιρέκακα στους γονείς; Για να μην μας πάρει κανένα μάτι πηγαίναμε πιο μακριά, στον άι Νικόλα ή ακόμα και στην πλατεία Κρήνης που βρίσκεται στην άλλη άκρη της λεωφόρου Παναγή Τσαλδάρη για περισσότερη σιγουριά, έξω από την μεθόριο της οικειότητας. Τις γειτονιές μπορεί τώρα που τις χάσαμε να τις νοσταλγούμε, αλλά τότε ήταν ένας ασφυκτικός, ώρες ώρες, μηχανισμός επιτήρησης, και ίσως αυτό μέτρησε στο να γίνει αποδεχτή, παρά τα όσα κατά καιρούς γράφονται, ακόμα και ως ανακουφιστική η ανοικειότητα των πολυκατοικιών. 
Εκεί λοιπόν, στις πλατείες, που η μια είναι ημικυκλική με φύτευση και χαρακτήρα πάρκου και η άλλη παραλληλόγραμμη και πιο απλόχωρη, αλλά που και οι δυο είχαν από μια ίδια προτομή του Ελευθέριου Βενιζέλου, πηγαινοερχόμασταν βουρλισμένοι από την επιθυμία, περισσότερο για την ίδια την επιθυμία που ξύπναγε παρά για το τσιγάρο, υπήρχαν τότε δυο περίπτερα όχι σαν τα άλλα τα συνηθισμένα αλλά πιο φωτεινά με γυάλινες βιτρίνες στις πλευρές τους γεμάτες με όλες τις ξένες μάρκες των τσιγάρων: Pall Mall, Lucky Strike, Dunhill, Malboro, Camel και Rothmans ψηλόλιγνα, αυτά και κάτι πράσινα μενθόλ θυμάμαι, που μια φορά που τα δοκίμασα έπαθα βαριά φαρυγγίτιδα στο δεύτερο!
Φοβερά περίπτερα, ενθουσιαστικά όταν σε λίγο ανακαλύψαμε πως εκτός από δυναμιτάκια πουλούσαν κι άλλα απαγορευμένα, όπως τα εξωτικά τσιγάρα, τα πορνοπεριοδικά και τα προφυλακτικά! Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Μαγικά ξύλινα βαμμένα με λαδομπογιά μικρομάγαζα που είχαν πολλά από όσα επιθυμούσαμε και νομίζαμε πως αρκούσαν για να γίνουμε άντρες.
Η πρώτη όμως γνωριμία μου με τα συγκεκριμένα περίπτερα ήταν κάπως ανορθόδοξη, λίγα χρόνια πριν που ήθελα να είμαι στους προσκόπους και πήγαινα κάθε Κυριακή στις 10 το πρωί στο 8ο Σύστημα Προσκόπων που στεγαζόταν στο 2ο Δημοτικό Σχολείο αλλά είχε ξεχωριστή είσοδο από την οδό Αμυραδάκη, μέχρι που μια  τέτοια μέρα, ο υπαρχηγός με έστειλε να του αγοράσω ένα πινελί (έτσι το είπε, έτσι το άκουσα) ! Στο δρόμο προβληματίστηκα, πινελί ; Επίτηδες ή από λάθος, δεν είμαι και σίγουρος πια, πάντως πήρα απόφαση και σίγουρα πήγα τρέχοντας ως το περίπτερο με τα ξένα τσιγάρα, που είχε όλα τα καλά, και του αγόρασα ένα ωραιότατο πινέλο του ξυρίσματος με μαλακή τρίχα, και επίσης τρέχοντας γύρισα, ενώ εκείνου του τρέχαν τα σάλια περιμένοντας (να φέρω) το πεϊνιρλί που είχε παραγγείλει από τον φούρνο του Χάρη, ο οποίος ήταν πραγματικά σπεσιαλίστας στο πεϊνιρλί ! Ο υπαρχηγός δεν εκτίμησε ούτε το πινέλο ούτε την τρεχάλα μου, εκνευρίστηκε και πέταξε ένα τσίγκινο τασάκι στο κεφάλι μου, και εγώ εγκατέλειψα τον προσκοπισμό, από τον οποίο δεν θυμάμαι πολλά πράγματα, ενώ αντίθετα από το περίπτερο θυμάμαι που και τι είχε σε κάθε θαυμαστή πλευρά του, που τις επιθυμίες και που το χιούμορ.


12 January 2013

Έτσι είπε ο Μπράιαντ....

Ένα λευκό Ford pickup που ταξίδευε νύχτα στον αυτοκινητόδρομο 59 παρεξέκλινε και προσέκρουσε σε δέντρα, σκοτώνοντας 14 ανθρώπους.
Αυτοί είναι η περισσότεροι άνθρωποι που έχω δει ποτέ σε οποιοδήποτε επιβατικό όχημα, δήλωσε ο Μπράιαντ, που έφτασε εκεί επικεφαλής σωστικού συνεργείου,
και έξι από αυτούς που έχασαν τη ζωή τους ήταν ακόμα μέσα στην καμπίνα του οχήματος, όταν τα πληρώματα έκτακτης ανάγκης έφθασαν στη σκηνή, δήλωσε ο Μπράιαντ. Άλλοι ήταν διάσπαρτοι στο δρόμο και σε ένα χαντάκι ανάμεσα στο πεζοδρόμιο και τη γραμμή φράχτη, όπου το φορτηγό κατέληξε.
Ο Μπράιαντ είπε ότι είδε τουλάχιστον δύο μικρά παιδιά ανάμεσα τους, και πως υπήρχαν πολύ λίγα πράγματα από τα υπάρχοντα ή ταυτότητες τους, είπε. 
Μια γυναίκα που αναζητήθηκε, είπε, ότι είχε πουλήσει το φορτηγό και δεν ήταν πλέον δική  της υπόθεση... 
Το λευκό Ford κατευθυνόμενο βόρεια στις ΗΠΑ έφυγε στη δεξιά πλευρά της εθνικής οδού κοντά στο Berclair και χτύπησε σε δύο μεγάλα δέντρα, δήλωσε ο Μπράιαντ.
Το Berclair βρίσκεται περίπου 150 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Σαν Αντόνιο, και είναι πραγματικά δύσκολο να βρεις εκεί δυο μεγάλα δέντρα μαζί.
Ο Μπράιαντ είπε ότι αρκετοί από τους επιζώντες της συντριβής της Κυριακής ήταν βαρύτατα τραυματισμένοι και μεταφέρθηκαν σε νοσοκομεία στο Σαν Αντόνιο, στη Βικτώρια και στο Κόρπους Κρίστι.
Κανείς δεν γνωρίζει πως μπήκαν στις ΗΠΑ και από που ήταν οι επιβάτες, ίσως ήταν από την Γουατεμάλα, ίσως όχι.