23 August 2014

Η τρέλα του τόπου

Στα 1917 οι σύμμαχοι της ΑΝΤΑΝΤ που για να εκβιάσουν την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο έχουν καταλάβει την Θεσσαλονίκη, μετά από πρόσκληση του πρωθυπουργού Βενιζέλου η οποία απευθύνθηκε παρά τη διαφωνία βασιλιά και βουλής, προς ώρας παρατούν τον πόλεμο στα ανατολικά και πιάνουν να λύσουν το Ελληνικό ζήτημα. Φτιάχνεται η ουδέτερη ζώνη Γρεβενών-Δεσκάτης-Σερβίων.
Οι Γάλλοι καταλαμβάνουν την Ελασσόνα, καταδιώκοντας τους Εύζωνες σχεδόν ως την Λαμία. οι οποίοι Εύζωνες πρωτίστως ήθελαν να διασώσουν την σημαία του συντάγματος τους και όχι να πολεμούν τους Ζουάβους. Λίγο νωρίτερα Τούρκοι της συμμορίας εκ φενταήδων (εθελοντών), οργανωθείσης υπό του διευθύνοντος το Νεοτουρκικόν Κομιτάτον εις Γρεβενά διαβοήτου Μπεκίρ αγά δέρνουν και σφάζουν όποιον νομίζουν. Ρουμανίζοντες κληρικοί με την στήριξη των συμμάχων καταλαμβάνουν τις μητροπόλεις και τα σχολεία της δυτικής Μακεδονίας.
Εν τω μεταξύ, οι Βούλγαροι ξεγλιστρούν και προελαύνουν μέχρι έξω από την Κοζάνη,  εις Βούλγαρος ο οποίος μεταμφιέζεται μουσουλμάνος προσπαθώντας να μπει στη πόλη της Κοζάνης συλλαμβάνεται και ανακρίνεται, αποκαλύπτει πως σκοπός των ήταν να φθάσουν προελαύνοντας μέχρι τη Μελούνα. Ο αιχμάλωτος εκτελείται.
Οι Έλληνες, άλλοι Αντάρται άλλοι λησταί, καταδιώκονται παρά Κρητών Χωροφυλάκων που έχει φέρει ο Βενιζέλος για να επιβάλλει την Εθνική Άμυνα, ενώ Μαροκινοί σπαχήδες εφορμούν εκ Θεσσαλονίκης για να ξεκαθαρίσουν τους αντιβενιζελικούς θύλακες. Άραβες, Νεότουρκοι, Σέρβοι, Βλάχοι και Σαρακατσανέοι όλοι μαζί βολοδέρνουν στη Δυτική Μακεδονία, εν Σιατίστη εδολοφονείτο ο εκλέκτωρ Παύλος Νεράντζης (Περδίκας) υπό αστυνομικών οργάνων σταλέντων εκ Λαψίστης (Νεαπόλεως Βοΐου), ο δε Μητροπολίτης Γρεβενών, κρατoύμενος εν περιορισμώ εντός της έδρας της επαρχίας του, αποτελούσης ουδετέραν ζώνην υπό φρουράν εκ Σενεγαλέζων, απεστάλη δέσμιος εις Κοζάνην μετά των τριών ιερέων και άλλων προκρίτων της πόλεως Γρεβενών, αγνοείται δε η περαιτέρω τύχη του.
Οι Σύμμαχοι δεν έπαυσαν να έχουν την σταθεράν υποψίαν ότι εντεύθεν της ουδετέρας ζώνης οργανούνται και κρύπτονται ανταρτικαί συμμορίαι και ο στρατηγός Σαράϊγ διέταξε τον αρχηγόν των εν Γρεβενοίς συγκεντρωθέντων στρατευμάτων να υπερβή την ουδετέραν ζώνην και συλλάβη τους αντάρτας ζώντας ή νεκρούς. Ακολούθησαν τυφεκισμοί χωρικών άνευ διαδικασίας, στο φτερό δηλαδή, σε ολόκληρον την επαρχίαν. Αι επιτάξεις κτηνών, αροτήρων βοών, ποιμνίων, αραβοσίτου και νομής έφθασαν μέχρι τελείας εξαντλήσεως των πενιχρών αποθεμάτων των κατοίκων, καταδικαζομένων εις εντελή στέρησιν. Ουδείς ανεφοδιασμός γίνεται εκ Θεσσαλονίκης.
Αι αδιάλειπτοι απόπαιραι ασελγείας των Σενεγαλέζων εδημιούργησαν εις τους επί κεφαλής των άλλους αξιωματικούς την έμπνευσιν, όπως ιδρύσουν εις Γρεβενά χάριν αυτών οίκον ανοχής, όπου, λέγεται, ενέκλεισαν γυναίκας και νεανίδας, των οποίων έτυχε να απουσιάζουν οι σύζυγοι, γονείς και αδελφοί !
Ο εν Κοζάνη Γάλλος πρόξενος μετέβη εις Γρεβενά και εζήτησε να παρουσιαστούν όσοι έχουν παράπονα. Ουδείς ετόλμησε να παρουσιαστή. (Αμ δε!)
Τον άλλο χρόνο "βγήκε πάνω" ο Θωμάς Γκαντάρας, που ΄χε λόγο σοβαρό, έπιασε έναν που είχε άχτι και του τέντωσε τα άντερα γύρω από μια στάνη η οποία βρίσκονταν, κι ίσως ακόμα βρίσκεται, άλλοτε στο Ελληνικό, άλλοτε στο Τουρκικό, στο Βουλγαρικό, ή κατά άλλους στο Ρουμάνικο, έδαφος της ουδέτερης ζώνης ανάμεσα στο Βασίλειο της Ελλάδος και τη Δημοκρατία των παιδίων της Εθνικής Αμύνης υπό την προστασία, πάντα, της Εγκάρδιας συνεννοήσεως.

* μετά ταύτα ακούγεται ως φυσιολογικό που τον διάδοχο τον δάγκασε μαϊμού κι απέθανε, ενώ αυτές οι ιστορίες σχεδόν ξεχάστηκαν επειδή απλώς όσα ακολούθησαν ήταν κατά πολύ χειρότερα. Πόση τρέλα μπορεί να χωράει ένας τόπος;



( οι περισσότερες φωτογραφίες είναι μεταγενέστερες αλλά νομίζω πως αποτυπώνεται σε αυτές το ίχνος της τρέλας του τόπου. )

20 August 2014

[το βλέμμα]

Ο κόσμος καταποντίζεται στον ορίζοντα
ολοένα
τα νησιά, τα όντα, τα έργα· σκορπίζουν

μόνο το βλέμμα στερεώνει το φως
για λίγο
για πάντα

λένε

(Σώτος Δασκαλόπουλος)

Τύρναβος, από το ημερολόγιο του Ίχνους, Κώστας Μπομπός 

* Τη στιγμή που το φωτογράφησα δεν είχα ίσως ακόμα αντιληφθεί πως σε αυτό το μέρος του κόσμου γίνεται ολοφάνερος ο τρόπος, η διάταξη, ο μηχανισμός της αλληλοϋποστήριξης, το πως γίνεται κατορθωτό να συναρθρώνονται τόσες πολλές αφηγήσεις, οι προσανατολισμοί, και τα αινίγματα, για τη ζωή, για την ύλη, για την τεχνολογία, για τα σύνεργα του ανθρώπου. Πως η κάθε μια ξεχωριστή κατάσταση ύλης και επιθυμίας στηρίζεται πάνω στην άλλη, και πως χρησιμοποιεί τα υπολείμματα της, ακόμα και τα τρίμματα, για πάτημα, πως ενώ όλα μοιάζουν να αλληλογκρεμίζονται, τελικά δεν σωριάζονται, την ίδια αιώνια στιγμή κατορθώνουν και αλλάζουν την αγωνία εξαφάνισης τους στη μη μορφή με αυτήν την λεπτεπίλεπτη ισορροπία φθοράς και βιωμένου χρόνου. _ ΚΜ



19 August 2014

[Σεπτέμβρης]

Τρέξαμε ως εκεί που δεν πνιγόμασταν
μετά από εκεί που δεν καίγονταν τα πόδια
σταθήκαμε στη μακριά άμμο και γράφαμε, και γράφαμε
Γράψαμε ιστορίες, δικές μας και επινοημένες, έτσι είναι
τις τυλίξαμε έπειτα σε ρολά· δεν ήταν εύκολο
χώρεσαν όμως σε μπουκάλια, μικρά και θολωμένα
από το ούζο που ΄χαμε για να ζαλιζόμαστε
ή από αρώματα ακριβά, μικρότερα αυτά,
σαν εκείνο που άγγιζες στη βάση του λαιμού σου.

Ανεβήκαμε παραπατώντας σιγανά ως την άκρη του βράχου,
όπως περπατούσες στα ψηλά τακούνια σου φεύγοντας από γιορτή
Να πετάξουμε τα μπουκάλια μακριά, βαθιά στη θάλασσα, θέλαμε
Μια κοίταζες τον ορίζοντα, και μια πίσω τους λόφους
φυσούσε λίβας κι ανατρίχιαζε η πλάτη σου· διψάσαμε
Μπροστά δεν φάνηκε τίποτα να μας πάρει, ούτε βαρκάκι
πίσω μας ήρθαν τα στίφη και μας έπνιξαν στο αίμα μας.

Μα δεν είναι ακόμα Σεπτέμβρης, είπες.


(Σώτος Δασκαλόπουλος) 


φωτογραφία Karin Rosenthal


18 August 2014

[Τζιτζίκι]

Ήταν φωνή και ξοδεύτηκε στο κλάμα,
μόνο το κέλυφος του, άδειο, απομένει
!

Koë ni mina
Naki-shimōté ya—
Sémi no kara! 

χαϊκού του Ματσούο Μπασό, 17ος αιώνας

The voice having been all consumed by crying, there remains only the shell of the sémi!

από το SHADOWINGS του LAFCADIO HEARN, εκδ. BOSTON
LITTLE, BROWN, AND COMPANY, 1919


 
* σχέδιο, μελάνι & μολύβι σε χαρτί, και μετάφραση δικά μου.


** Sémi (Cicada = Τζιτζίκι), Zémi, Cemi, είναι μια θεότητα ή προγονικό πνεύμα, ένα γλυπτό ή ένα χωρικό αντικείμενο που στεγάζει κάποιο πνεύμα (Καραϊβική).

30 July 2014

[Αιγεύς]

Δεν είναι που περιμένει να δει πανιά
αδιαφορεί ολωσδιόλου για το καράβι
ας είν τα μαύρα
ας είναι πορφυρά
ας είναι ολόχρυσα 
Δεν ξεχωρίζει πια τα χρώματα καθόλου
μα πάντα, πάντα, ήξερε το πώς θα γίνουν όλα
από πριν ο γιος του κόψει στα δυο τους ληστές
πριν να πετάξει τα κομμάτια τους στη θάλασσα

Ο Μινώταυρος ήταν ξεγραμμένος, σκιάχτρο
με λιμαρισμένα κέρατα κι ασήκωτα βάρη στους ώμους
Έτσι γράφτηκε, εξ αρχής, η ιστορία
με τον μίτο
με τον έρωτα
με την προδοσία

Όταν οι θεοί γίνανε χούφταλα και σάστισαν με τους ανθρώπους έφυγαν
μόνο εκείνος ξέμεινε πεισμωμένος σε μια άκρη του κόσμου
κι από εκεί, κάθε μέρα, τραβώντας γραμμές φτιάχνει  φρέσκο τον ορίζοντα
Έμαθε την προσμονή, να αφουγκράζεται την έκσταση, πως του άρεζε!
ακόμα και με θολωμένο μάτι, αφού καλύτερο ο ήχος το έκανε
Όχι δεν περιμένει το καράβι, όχι, το ξέρετε αυτό άλλωστε

Φοράει το καλό κοστούμι του ξυρισμένος κόντρα, και στέκει εκεί τρέμοντας στην ιδέα
Τα κύματα, κύματα ορμητικά αλλεπάλληλα να ακούσει έστω μια φορά ακόμα 
να έρχονται από βαθιά και να απειλούν να γκρεμίσουν την πόλη
πως κάνουν τέτοιο βουητό;
χάνεται η βαρύτητα
κατακλυσμός
έρωτας

Κι έξαφνα, κοίτα τα, σκάνε αφρίζοντας
στα ρηχά, κυλώντας μερικά βότσαλα παραπέρα.

(Σώτος Δασκαλόπουλος) 





21 July 2014

Τα μυρωμένα μαντήλια

Η θεία μύριζε λεμονάκι, είχε πάντα πάνω της μυρωμένα μαντήλια, μεταξωτά ή λινά, τα έστρωνε στους γιακάδες των φουστανιών της, τα είχε στις τσέπες ή στην τσάντα της, πάντα παλιομοδίτικα μαντήλια, λες κι υπήρξε μια εποχή που αγόρασε όλα τα μαντήλια του κόσμου, κι έκτοτε τα πότιζε με κολόνια λεμονιού.
Ήταν παχουλή και δυσκίνητη, σαν ανηφορικό λεμονοδάσος μεσημέρι του καλοκαιριού, κι όταν ανέβαινε ασθμαίνοντας στις σκάλες, κυρίως όταν έφτανε ξέπνοη πάνω πάνω όπου ήταν το σπίτι μας, αντί να καταρρεύσει, όπως έδειχνε ότι θα πάθει, άνοιγε την εμπριμέ αγκαλιά της για να μας χωρέσει. Για χάρη αυτών των εορταστικών αγκαλιών, άλλωστε, άντεχε το δύσκολο "ταξίδι" μέχρι τα ψηλά πατώματα, κι όταν έφτανε, ιδρωμένη από την προσπάθεια, έβγαζε ένα θαυματουργό αρωματικό μαντήλι κι άλλαζε την ίδια της την φύση.  
Πριν όμως, βιαζόταν να ξεφορτωθεί τις τσάντες με τα καλά που κουβαλούσε, όταν ερχόταν επίσκεψη στο σπίτι μας, κρύσταλλα, γλυκά, τσουρέκια, ή χριστόψωμα στις γιορτές. Έφτανε φορτωμένη με δώρα και καλά αρωματισμένο το καλό της φουστάνι, χώρια τα μυρωμένα μαντήλια της που 'χε, σε τσάντες, τσέπες και πορτοφόλια. 

Ήταν μια ολόκληρη εποχή που, όλα ήταν παντοτινά, ακόμη κι η μυρωδιά της γιορτής, και πως τίποτα δεν θα άλλαζε ποτέ, παρά μόνο το νούμερο του έτους. 

Είχε κάτι μαγικό εκείνη η Μυρτώ της, η κολόνια την έκανε τόσο ανάλαφρη, διαφορετική, κι έδινε, λες, σύνθημα για γέλια και πειράγματα. Κελαηδούσε η θεία, όλα μαζί τα 'λεγε, απτόητη, αφού είχε καταφέρει το ανέβασμα δεν σταματούσε να μιλά και να πασπατεύει ένα μαντηλάκι που 'χε, για την περίσταση, στο χέρι. Στο τέλος, για να σηκωθεί από την πολυθρόνα και να καθίσουμε στο τραπέζι, μόνο με το γαργαλητό έπαιρνε, λιγωνόταν τότε κι έκανε πως παραπονιόταν, μη βρε, και όλο ψαχούλευε το πορτοφόλι της, εκείνο με το μεταλλικό κούμπωμα που ξεκούμπωνε με τον ήχο, κλατσ, σαν αυτόν που βγάζουν οι χορευτές στο ζεϊμπέκικο όταν τρίβουν απότομα και ηχηρά τον δείχτη και τον μέσο με τον αντίχειρα φωνάζοντας όπα, έτσι όπα φώναζε εκείνο το ξεκούμπωμα, να πάρε, και μου έδινε πάντα χαρτζιλίκι καλό.
Έδινε ό,τι είχε η θεία και δεν ζήταγε τίποτα, παρά μόνο μια αγκαλιά ακόμη βρε, που όταν την έπαιρνε γουργούριζε ευτυχισμένη. Δεν είχε κάνει δική της οικογένεια, ήταν η κόρη στρατιωτικού, μέχρι τα βαθιά γεράματα.

Όταν όμως καθόμασταν στο τραπέζι, μετά τις αγκαλιές, τα φιλιά και τις ευχές, μυρωμένοι κι εμείς πια από τα χάδια της θείας, για την ίδια άρχιζε το πιο δύσκολο μέρος της επίσκεψης: το φαγητό, κυρίως η μάσησή του. Δυσκολευόταν να μασήσει, ιδιαίτερα αν το εορταστικό ψητό της κατσαρόλας τύχαινε σκληρό. Η θεία δεν είχε δόντια δικά της, ούτε ένα, τα είχε βγάλει όλα, ένα ένα, με φριχτούς πονόδοντους, όπως βεβαίωνε κι ο πατέρας μου, όταν ακόμα ήταν νέα που κλαίγοντας τα έχασε κι έβαλε μασέλα.
Πως όμως τα έχασε όλα; άραγε, είχε μπλέξει με τόσο άχρηστους οδοντιάτρους οι οποίοι δεν κατάφεραν να της σώσουν κανένα, ή έτσι γίνονταν η οδοντιατρική παλιότερα; - κι αυτό το παλιότερα σχεδόν πάντα έφτανε στο μυαλό μου ως τον πόλεμο. 
Μήπως, τότε, τα πέταξε; μήπως δεν τα ήθελε, και δεν τα χώνευε καθόλου; Πολλά γίνονται μέσα σε έναν άνθρωπο, συμπάθειες, αντιπάθειες, και παράλογες ενοχές. Απομεινάρι, ίσως, κουσούρι από όταν δεν έβρισκαν τίποτα να μασήσουν, και τους ήταν άχρηστα όλα, δόντια, χέρια, και πόδια, εκείνη την λιμασμένη άνοιξη που 'ρθε πίσω από τον άγριο χειμώνα που πείνασαν όλοι, και οι μισοί πέθαναν. 
"Έκ τῆς νόσου τῆς πείνης", γράψανε στα πιστοποιητικά. Η αδελφή της έφυγε πρώτη, η Αρχοντούλα, δεκαεφτά χρονών. Έχασε άραγε τα δόντια της από την ασιτία πριν να χαθεί κι η ίδια; Και μετά η μάνα τους, η Σταματίνα, και λίγο αργότερα, μέρες δηλαδή, ο πατέρας τους, από την πείνα κι αυτός, ο Κωσταντής που στους Βαλκανικούς πολέμους είχε αφήσει τον έναν πνεύμονα στο θωρηκτό Αβέρωφ, και αντ αυτού, μάλλον, πήρε δυο παράσημα, που κάπου τα έχω τώρα εγώ, και μια τιμητική θέση στο λιμεναρχείο Σπετσών, μα που αργότερα δεν είχε να πάρει καθόλου τροφή για έναν φριχτό χειμώνα και μια φριχτότερη άνοιξη, κι ας έδωσε την ξυλεία της στέγης του σπιτιού τους στους Κρανιδιώτες για έναν τενεκέ λάδι. Τίποτα δεν βγήκε από αυτή την ανταλλαγή, και πέθαναν της πείνας, οι μισοί. Οι άλλοι μισοί ξεσπιτώθηκαν, διότι πως να μείνουν χωρίς στέγη και φαγητό, χωρίς μάνα, και πατέρα, κι αδελφή, μα κι η ίδια η Χρυσάνθη, παραλίγο να χαθεί κι αυτή, είχε πρηστεί, έτοιμη ήταν..., αλλά, φαίνεται, από τη μια κουράστηκαν από τις κηδείες, από την άλλη ήρθε το καλοκαίρι και βοηθήθηκαν, κάπως, κάτι έβρισκαν να φάνε. 
Σύντομα φύγανε από το νησί κι ήρθανε στην Αθήνα όπου υπήρχαν οργανωμένα συσσίτια για να γλυτώσουν, ή μόνο για να φύγουν. Η Χρυσάνθη, τελικά, έζησε αλλά, δόντι δεν της έμεινε. Της έμειναν όμως ένα σωρό αυτο-καταναγκασμοί, και τα μαντήλια ήταν εδώ που τα λέμε από τους πιο τρυφερούς. Ποιος ξέρει άλλωστε από τι μπορεί να την έσωζε αυτό το άρωμα...
Τώρα δεν υπάρχει κανείς από αυτούς, κάτι αναμνήσεις μόνο κι αυτές σκόρπιες που δύσκολα βγάζουν νόημα, και κείμενο μεγαλύτερο από τούτο, φωτογραφίες ελάχιστες, κι αυτές βουβαμένες, τις κοιτάζω σπάνια, και νοιώθω πως στο βάθος δεν με αφορούν, άλλος κόσμος, λες και αυτά τα πρόσωπα, πέρα από τις συγγένειες και τις προσπάθειες τους να ζήσουν μέσα σε μια κανονικότητα, εν τέλει έζησαν μια ζωή σταματημένη και χωμένη στο κενό από τα δόντια που χάσανε σφίγγοντας τα στόματα τους πέρα από τα όρια θραύσης ακόμα και της ψυχής τους.
Κι από την άλλη, αν με ένα μεταφυσικό τρόπο, κάπου υπάρχουν όλοι αυτοί και "αισθάνονται" ακόμα συγγένειες, αν λέω, με 'μένα συνεχίζουν να έχουν την συγγένεια; ή με εκείνους που τους έμοιασαν; στη Γάζα, στη Συρία κι αλλού, όπου οι άνθρωποι εξακολουθούν να χάνουν στέγες, τροφές, δόντια και ζωές. 
Ίσως, δηλαδή στο τέλος τέλος, εκπίπτει το εξ αίματος και ιδρύεται εκείνο το αιώνιο έκ τῆς πείνης και του πολέμου.


18 July 2014

[ισημερίες]

Έχω πλάτη στη σκιά
πρόσωπο στον ήλιο
Προειδοποιώ τις εποχές
μην είναι σκληρές μαζί μου
Με ένα βήμα δραπετεύω, αν χρειαστώ
από τους χειμώνες
από τα καλοκαίρια
πηγαίνω στις ισημερίες
Κι έχω δυο μεριές
μια με τα σταφύλια
και μια νηστεύω.

(Σώτος Δασκαλόπουλος)

 Paul and Nusch Éluard, Mougins 1937, by Dora Maar