01 March 2016

[Λέξεις]

Όταν το φως σκληραίνει κατοικώ τις σκιές,
με σφιγμένο στόμα,
να μην ξεφύγει, λένε, το γέλιο που σκοτώνει
αν βρει σαν έρωτας στα μάτια,
σπρώχνω σκυμμένος το λαμαρινένιο καρότσι μου,
στο δρόμο σας, γδέρνω τους τοίχους, και βρίσκω
μαζεύω τις άχρηστες λέξεις σας,
εκείνες που πετάτε από τ΄ ανοιχτά παράθυρα,
τις σπασμένες στους καυγάδες, τις ασήκωτες,
κι όσες γλιστρούν άηχες, τις νύχτες,
από σακούλες σκουπιδιών, που σκίζουν τα γατιά.
Είναι, τότε, χαμένες, ασυνάρτητες,
μα τις καθησυχάζω,
τις βγάζω από την πόλη, τους δείχνω το ποτάμι,
εκεί, με χάδια τις πνίγω.
Ήσυχα πως γίνονται μαύρα σφουγγάρια!
Αν όμως ταιριάξουν μεταξύ τους, τις συμπονώ
τις ρίχνω στο γκρεμό, να παίξουν την ηχώ.
Όμως εκείνες, ελεύθερες, πλανάρουν
ακατάληπτες, στον αέρα, ζυγίζονται,
πάνε να βγουν επάνω, σκίζουν το κενό, σαΐτες
σκαλώνουν τελικά στα απέναντι κλαδιά, εκεί
πολλαπλασιάζονται με άλλες σημασίες, ξένες,
αλλάζουν, μα κάποτε τυχαία επιστρέφουν,
αγνώριμες, ελαφριές, κι ανίσκιωτες.
Πιάνουμε τότε, πάλι, τις συστάσεις,
να βρουν μια νέα θέση,
σε μια σειρά, στην τάξη του κόσμου
για να μην χώνονται ακάλεστες στα λεξικά.
Να μην τρυπώνουν στους ύπνους σας,
όταν παραμιλάτε, άθελα σας.

(Σώτος Δασκαλόπουλος, 2016)

Το γραφείο του Κούρτσιο Μαλαπάρτε, Κάπρι

01 February 2016

[έλαμψε]

Επέστρεφα, ένα πλοίο έλαμψε στον ήλιο, μακριά
έβρεξα τα πόδια μου, δίχως να με δει κανείς.

(Σώτος Δασκαλόπουλος, 2016)


φωτογραφία Κώστας Μπομπός

02 December 2015

Δεκεμβριανά κλαδέματα

Ο πατέρας μου γεννήθηκε Δεκέμβρη στις Σπέτσες. Στην κατοχή, όσοι από την οικογένεια απόμειναν, από την πείνα, ήρθαν στην Αθήνα να σωθούν. 
Μετά, κάθε Δεκέμβρη μου μίλαγε για τα Δεκεμβριανά, ζούσε παιδί τότε στη πρώτη γραμμή, στο Νέο Κόσμο. 
Δεν κόταγαν να ξεμυτίσουν από τους τοίχους, ένας "αράπης" ελεύθερος σκοπευτής ανεβασμένος στο παλιό εργοστάσιο του Φιξ κάθε μέρα έκανε μεγάλη ζημιά, μέχρι που μπόρεσε και τον έφαγε κάποιος ελασίτης.
Εγώ συνήθως κάθε Δεκέμβρη που, ανεβασμένος κλαδεύω μια μουριά, σκέφτομαι τον πατέρα μου,  θεοσχωρέστον, καμιά φορά φαντάζομαι πως είμαι ο αράπης που προσπαθεί, μέσα από τη διόπτρα, να τον πετύχει, απέναντι, μεσ΄την αυλή της οδού Ροϊκου.
Έχει πολλούς δρόμους η μνήμη, δόξα τω Θεώ όλους αχαρτογράφητους. 

Ο Γέρος της Ντάουνινγκ Στριτ
Σφίχτε τα πέτσινα ζωνάρια σας, της Φλάντρας εργάτες!
Ο Γέρος της Ντάουνινγκ Στριτ προγευματίζει σήμερα το πρωί
με τους 300 σας προδότες.
Κρατήστε τους γιους σας μέσα στο σπίτι, μανάδες της Αθήνας!
Ή ανάψτε γι’ αυτούς ένα κερί: απόψε το βράδυ
Ο Γέρος της Ντάουνινγκ Στριτ σας φέρνει πίσω
το Βασιλιά σας
Μπρος, σηκωθείτε απ’ τα κρεβάτια σας του Εργατικού Κόμματος λόρδοι!
Ελάτε να βουρτσίσετε του Γέρου της Ντάουνινγκ Στριτ
το αιματόβρεκτο σακάκι !
(Μπέρτολντ Μπρεχτ, Οκτώβρης 1944, μόλις είχαν φύγει οι Γερμανοί από την Ελλάδα)

22 October 2015

Τέλος Οκτωβρίου


Ο καιρός αγρίεψε, η βροχή δέρνει και σπάζει τα ξεραμένα του καλοκαιριού στον κάμπο, αλλά στα βουνά αδειάζει ο τόπος με τέτοια αντάρα. Φαινόταν.

Παλιότερα, βόρεια από τη Μελούνα, αν τύχαινε τέτοιος καιρός, έβρισκε τα κοπάδια στο κατέβασμα, στο δρόμο για τα χειμαδιά, οι τσοπάνηδες λούφαζαν και ζούσαν κάτω από την κάπα τους, τραγόμαλλο αδιαπέραστο, κετσές ήταν. Πρώτα όμως έχωναν τα ζώα σε όποια τρύπα έβρισκαν, το τόπο τον ήξεραν σαν το χέρι τους.
Τα πρόβατα σπρώχνονταν με τα μικρά τους κάτω από τις κοιλιές τους στο βάθος μιας σπηλιάς, σφιχτά, βέλαζαν σιγανά, με γουρλωμένα μάτια σαν να 'ταν εκεί του Κύκλωπα. Σμήνος από στρουθία της γης, μαλλιαρό κύμα που τρεμούλιαζε τα κουδούνια του στους κεραυνούς. Όλα ακινητούσαν να περάσει η καταιγίδα.
Αν ο καιρός κρατούσε, την άλλη μέρα, άρμεγαν σε δυο πέτρες για στρούγκα, και τυροκομούσαν όπως ήξεραν σε μια καλύβα φτιαγμένη από κλαδιά. 
Την τρίτη μέρα, που ο καιρός προς τα Καμβούνια ξάνοιγε, δεν ήταν και χειμώνας δα, έβγαζαν τα πρόβατα, που πήδαγαν έξω σπασμωδικά με πιασμένα μέλη, να βοσκήσουν. Παρατηρούσαν σοβαροί για ώρα τις κορυφές, τα πουλιά, και τις σπάλες από τα ψητό, για να καταλάβουν τι θα γίνει. Κοίταζαν ανήσυχοι μακριά τα μονοπάτια, είχαν το νου τους, τα αγρίμια μπορεί να ήταν ακόμα στα ψηλά, αλλά κάποιες φορές, τα σκυλιά περισσότερο, έπιαναν στον αέρα τη μυρωδιά από άγριους άντρες που τους ακολουθούσαν. Ετοιμάζονταν τότε, όχι για μάχη, ήταν ήμεροι άνθρωποι, μα για φιλοξενία, να τους πάρουν με το καλό, να τους ταΐσουν, να τους ζεστάνουν, να μιλήσουν τις γλώσσες τους, να τους δώσουν νέα, να τους ησυχάσουν, για να πάνε στο καλό να γυρέψουν αλλού τον πλούτο που θα κλέψουν, αρκεί να φύγουν από τη στράτα τους, να γλυτώσουν, να μείνει το κοπάδι ολάκερο. Μόνο μην έσερναν μαζί τους τραυματισμένο, ή χειρότερα, κανέναν κακομοίρη για λύτρα. Τότε έμπλεκαν, να κατεβάσουν ραβασάκια, να περιμένουν να ανεβάσουν απαντήσεις. Σβέλτα έδιναν ότι τους ζητούσαν, τσαρούχια, μυζήθρες, και καμιά πληροφορία με κοφτές λέξεις, να μην τους πάρει κανένα μάτι μαζί, και μπλέξουν με την χωροφυλακή παρακάτω, τούτοι ήταν χειρότεροι, δεν θα τους σκότωναν αλλά δεν το είχαν σε τίποτα να τους δέρνουν τρεις μέρες για να μαρτυρήσουν, ήξεραν δεν ήξεραν, κι άμα είχαν τα διαόλια τους ή έβρισκαν κανένα ίχνος να τους τραβολογούν ως τη Λάρισα, στο δικαστήριο, κι από εκεί στο Βόλο και φόρτωμα σε κανένα καΐκι, εξορία, στα νησιά.
Όταν έβλεπαν τέτοια κακοσημαδιά, μάζευαν τα συμπράγκαλα άρον άρον, παρατούσαν βιαστικά τη στρούγκα και τη σπηλιά, ούτε τη φρέσκια βοσκή σκεφτόντουσαν ούτε τα αστέγνωτα τυριά, φόρτωναν τα μουλάρια φτύνοντας τη γη, και έσπρωχναν τα πρόβατα, με φωνές και σφυρίγματα στα σκλια, στη κατηφόρα, να φτάσουν μια ώρα αρχύτερα στον Τύρναβο, κι ακόμα παραπέρα, να περάσουν το χειμώνα.

09 October 2015

[φρεναπάτη]

Θάνατος και γαμήσι
οι δυο πόλοι μιας φρεναπάτης
με το γαμήσι για να κερδίσει ζωή
με το θάνατο για να εξασφαλίσει παύση,
μα μόνο για τους άλλους
για τον ίδιο, ποτέ.

Τα βράδια ήταν μόνο νύχτα, που σκέπαζε τις μέρες
μια παλιά κουβέρτα που από κάτω της χανόταν 
τρέμοντας στα σπλάχνα του
να ξεφύγει από τα ανείπωτα
Και τα κατάφερνε,
μέχρι να ξημερώσει.

(Σώτος Δασκαλόπουλος, 2015)


ενσταντανέ από το φιλμ "σταυρωμένοι εραστές", 1954, Chikamatsu monogatari

06 October 2015

avaritia


Στη μια όψη, η ανατολή ξεθεμελιώνεται, στην άλλη, η δύση έχει χάσει τον έλεγχο και στα 7 θανάσιμα αμαρτήματά της, κι όλα τους έχουν συγχωνευτεί σε μια, θηριώδη πια, απληστία. 
Οι άνθρωποι μαθαίνουν να φεύγουν αλλά να μην πηγαίνουν, τίποτα δεν φωτίζει το δρόμο τους. Ό,τι σπάρθηκε στους άλλους διηθείται αργά αλλά αναπότρεπτα στον "ήμερο" κόσμο μας, όπου όσοι ακόμη βρίσκονται, ή έτσι νοιώθουν, στην πάνω πλευρά των πραγμάτων, συνεχίζουν να ετοιμάζουν με θαυμαστό επαγγελματισμό τα καλαντάρια τους, τα Φεστιβάλ, τις Μόστρες, τις Μπιενάλε, τις αναπαραστάσεις του μέλλοντος, τις καινοτομίες, και τις αριστείες, τις γυμναστικές επιδείξεις, τη μόδα για την άνοιξη 2016, τις εκθέσεις, τις παραστάσεις, τις επενδύσεις, όλες εκείνες τις μπαναλιτέ που τους επιτρέπουν να χάνουν τη μοναδική ευκαιρία που δίνει ο χρόνος, μόνο και μόνο για να θυμίζουν, ελαφρώς αλλά ναι θυμίζουν, τις συζητήσεις και τις σινιόρες στο γκολφ κλαμπ της Ρώμης στα 1942, όπου τις ενοχλούσαν οι μύγες του απογεύματος, ενώ εκείνες μαζεύονταν τιτιβίζοντας γύρω από το Γκαλεάτσο που τις έτρεφε, τις μύγες ναι, δίχως να φαντάζονται, αφού ούτε ο Γκαλεάτσο ούτε οι σινιόρες ήταν φτιαγμένοι για να φαντάζονται, μα ούτε οι ανίκητες μύγες, πως πλησίαζε η στιγμή που θα έπαιρναν το δρόμο ως το Σαλό και τη Βερόνα.

Εκτός κι αν ο θεός πάρει το σενάριο από τον Μαλαπάρτε και το αναθέσει στον Μπρεχτ, δεν έχει και πολλές επιλογές, κι εκείνος αλλάξει τις πόλεις και τα ονόματα.

(Κώστας Μπομπός, Οκτώβριος 2015)



*Hiroshi Sugimoto, Avalon Theatre-Catalina Island, 1993

04 October 2015

[το παλιό δέρμα]

Κάθε φθινόπωρο ξεχνιέμαι και περιμένω
να πέσει όλο το παλιό δέρμα μου
φύλλα ξερά
ξεχασμένο χλωμό αχρείαστο
Να έχω να ελπίζω στην άνοιξη
μετά
Οι φτέρνες μόνο γίνονται τραχιές
δυσοίωνες,
Κι αυτό είναι όλο. 

(Σώτος Δασκαλόπουλος)

Geof Kern