28 January 2017

Η ΦΡΙΚΗ

Η Φρίκη του 20ου αιώνα, από την οποία συνήθως θυμόμαστε το αποκορύφωμα της, το ολοκαύτωμα, όρισε ολόδικους της τόπους με συντεταγμένες στους χάρτες, μα δεν περιορίστηκε εκεί, ταξίδεψε κι απλώθηκε με καταραμένα πλοία ανάμεσα στις όχθες όλου του κόσμου.
Η Ευρώπη είχε βλέπετε από αιώνες έτοιμα όλα τα μοτίβα της απανθρωπιάς - οι Εβραίοι κι οι Τσιγγάνοι ήταν δοκιμασμένοι στόχοι σπό τον 17ο αιώνα, και παλιότερα. Όλοι εκείνοι που πριν εξοντωθούν παίρνουν για λίγο ή πολύ το ρόλο του απόβλητου, του παρία. 

Κι αν στη ζωή δεν διακρίνονται με σαφήνεια τα αρχικά στάδια της Φρίκης, η τέχνη έχει φροντίσει - για όποιον θέλει να ξέρει τι του γίνεται - να τα αφηγείται με όλη της τη δύναμη.
Ο παρίας είναι ο ανέστιος ταξιδευτής. μια εξαιρετικά αποκαλυπτική λέξη που επινοήθηκε στην Ινδία τον 16ο αιώνα, από στρατιωτικούς, ιεραπόστολους και λόγιους, και δυο αιώνες αργότερα θα επιστρέψει και θα εξαπλωθεί στον ευρωπαϊκό χώρο, όπου θα συγχωνευτεί με τον πάντα ύποπτο "περιπλανώμενο Ιουδαίο". Ο παρίας αγνοημένος ακόμα και από τη πρόσφατη διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εκπροσωπεί τους σκλάβους, τους "ελεύθερους έγχρωμους", τους Εβραίους, τις γυναίκες, τον λαό, τους προλετάριους, και τους μετανάστες. Θέατρο και λογοτεχνία διαδίδουν την εικόνα του με τα χαρακτηριστικά του καταραμένου. Στη ρομαντική κουλτούρα, ο παρίας αποκτά αξία χάρη στις σε βάρος του διώξεις, χωρίς, ωστόσο, να απελευθερώνεται, αλλά όσο κι αν μεταμορφώνεται να παραμένει στα απόβλητα του κόσμου.
Η "Φρίκη", είναι η τελευταία λέξη του αδίστακτου Κουρτς στην "Καρδιά του Σκότους", του Κόνραντ, ήδη από το τέλος του προπερασμένου αιώνα όταν οι αποικιοκράτες άρπαζαν με σαπιοκάραβα τον πλούτο της Αφρικής. 
Ίσως ήταν κι η τελευταία ανθρώπινη λέξη που πνίγονταν στους ναζιστικούς θαλάμους των αερίων. Ο κόσμος την γνώρισε αδιαμφισβήτητα και σε όλο της το σκοτεινό βάθος μια τέτοια μέρα του 1945, όταν ο Κόκκινος Στρατός πάτησε την πύλη με το κυνικό επίγραμμα "Η Εργασία Απελευθερώνει", στο Άουσβιτς.
Ωστόσο, στην πραγματικότητα όποιος δεν εθελοτυφλούσε ή διάβαζε ιστορία ήδη γνώριζε πολλά. Οι δικοί μας είχαν ζήσει τη Φρίκη πεθαίνοντας στα Καλάβρυτα, στο Κομμένο, σε άλλα 180 μπλόκα στην Ελλάδα, ή από την πείνα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.
Ο Κούρτσιο Μαλαπάρτε τα 'χε αποκαλύψει εγκαίρως, στα 1942-43, στο "Καπούτ"¨, Γερμανοί, Πολωνοί, Ουκρανοί, Ρουμάνοι, και Κροάτες ξεπάστρεψαν τους Εβραίους τους πριν από την "επιστημονική" Τελική Λύση.
Ο Παδούρα ανασύρει μια πραγματική ιστορία που συνέβη στην Αβάνα το 1939 και γράφει στους "Αιρετικούς" για το πλοίο "Σεν Λούις", από το οποίο οι αρχές - όπως κι οι αμερικανικές στη συνέχεια - δεν επέτρεψαν (!) την αποβίβαση των Εβραίων που μετέφερε για να μην προκληθεί η Γερμανία(!), με αποτέλεσμα αυτό το σύγχρονο πλοίο των τρελών να αναγκαστεί να γυρίσει στην Ευρώπη, και οι επιβάτες του να οδηγηθούν στα κρεματόρια.
Για μια ανάλογη πραγματική τραγωδία γράφει στο μυθιστόρημα “Σερενάτα” ο Ζουλφί Λιβανελί, σχετικά με ελληνόκτητο πλοίο που μετέφερε Εβραίους φυγάδες από τη Ρουμανία προς την Παλαιστίνη, αλλά η Τουρκία το σταμάτησε στο Βόσπορο - μετά από παρέμβαση της Βρετανίας - ώσπου τελικά τορπιλίστηκε από σοβιετικό υποβρύχιο.
Μια πραγματικά διεθνής συνεργασία του αποθνήσκοντας πολιτισμού, που δεν θέλησε - όπως ανάλογα αδιαφορεί και σήμερα για τέτοια φαινόμενα που αναδύονται εκ νέου - όσο ήταν ακόμα καιρός να σταματήσει την μέγιστη ΦΡΙΚΗ του Ναζισμού και του Ολοκαυτώματος.
Στο "πλοίο των τρελών" (Ship Of Fools) την ταινία του Στάνλεϊ του 1964 ένα άλλο πλοίο - σε αντίθετη πορεία - το 1933, αφήνει τη Βέρακρούζ με προορισμό τη Γερμανία. Στην τρίτη θέση ταξιδεύουν φτωχοί Μεξικανοί και Ισπανοί διωγμένοι από την Κούβα. Στο ταξίδι αυτό αναδύονται, ο ρατσισμός - κοινωνικός ή φυλετικός - η ανάγκη του ανθρώπου ν'αγαπήσει και ν'αγαπηθεί, ο αγώνας για δικαιοσύνη, η σκληρότητα κι η αδιαφορία του ανθρώπου για τον άλλον, σε μια περίοδο που ο πόλεμος - που άλλαξε [;] την ανθρωπότητα - παραμονεύει.


 ζωγραφική Ιερώνυμος Μπος

04 October 2016

Βρες αν μπορείς

Βρες αν μπορείς τη πολυτιμότητα της νοσταλγίας του Οκτώβρη, μια πλεχτή γέφυρα που ενώνει τη ζωή και τη μνήμη της, τις - οιωνεί απειλή - αφηγήσεις του πατέρα, στο μετέπειτα γεμάτο Κυριακάτικο τραπέζι, για εκείνες τις ελλείψεις του πιο εφιαλτικού χειμώνα της Ελλάδας που του στέρησε τους γονείς, ή αργότερα στα ασφαλή και φρεσκολουσμένα Σαββατόβραδα μπροστά στη τηλεόραση του 1970, με τους δυο μεγάλους ηθοποιούς να ερμηνεύουν βιωμένους ρόλους.
Ιδιαίτερα αγαπώ το βαλσάκι που έγραψε ο Γιώργος Οικονομίδης το 1941 και τραγούδησε η Μόλλυ Νίτσα, αλλά που το έμαθα από τον Παναγή και τον Ανέστη στην ταινία του Ροβήρου Μανθούλη "Ψηλά τα χέρια Χίτλερ" του 1962.
Κάπως έτσι καταλάβαμε, εγκαίρως, από πια μεριά του κόσμου ξεφυτρώσαμε.
Ή όπως έγραψε, καλύτερα, ο Κούντερα: η νοσταλγία δεν είναι για το ίδιο το, πολλές φορές πικρό, παρελθόν, αλλά για τη μοναδική ύπαρξη μας σε αυτό.



06 September 2016

[συσκότιση]

Έγινε συσκότιση
Χάθηκαν τα πρώτα σπίτια μαζί με τους γείτονες
Οι πύργοι, τα καμπαναριά, ολόκληρη η πόλη
Τέλος, οι λόφοι και τ΄ απόμακρα βουνά
Σβήστηκε κι ο ήχος των ανθρώπων
Οι προβολείς των αυτοκινήτων φώτιζαν στα κουτουρού
Νευρόσπαστες κλωστές, μπερδεμένες
Μόνο το φεγγάρι ξεχάστηκε ψηλά
Ξάπλωνε αναίσθητα στη νύχτα
Το ψυγείο των παγωτών έλαμψε μια στιγμή
Φανέρωσε κι αμέσως εξαφάνισε ένα περίπτερο
Η δέσμη έστριψε γι΄ αλλού.

Σώτος Δασκαλόπυλος, 2016

Γαλατάς, Istanbul, φωτογραφία Κώστας Μπομπός 

31 July 2016

[το ποτάμι]

Μεταξύ του έτσι και του αλλιώς
ο χρόνος στερεώνει όχθες
μα το ποτάμι κατεβαίνει στη θάλασσα

Σώτος Δασκαλόπουλος

φωτογραφία Ferdinando Scianna

01 March 2016

[Λέξεις]

Όταν το φως σκληραίνει κατοικώ τις σκιές,
με σφιγμένο στόμα,
να μην ξεφύγει, λένε, το γέλιο που σκοτώνει
αν βρει σαν έρωτας στα μάτια,
σπρώχνω σκυμμένος το λαμαρινένιο καρότσι μου,
στο δρόμο σας, γδέρνω τους τοίχους, και βρίσκω
μαζεύω τις άχρηστες λέξεις σας,
εκείνες που πετάτε από τ΄ ανοιχτά παράθυρα,
τις σπασμένες στους καυγάδες, τις ασήκωτες,
κι όσες γλιστρούν άηχες, τις νύχτες,
από σακούλες σκουπιδιών, που σκίζουν τα γατιά.
Είναι, τότε, χαμένες, ασυνάρτητες,
μα τις καθησυχάζω,
τις βγάζω από την πόλη, τους δείχνω το ποτάμι,
εκεί, με χάδια τις πνίγω.
Ήσυχα πως γίνονται μαύρα σφουγγάρια!
Αν όμως ταιριάξουν μεταξύ τους, τις συμπονώ
τις ρίχνω στο γκρεμό, να παίξουν την ηχώ.
Όμως εκείνες, ελεύθερες, πλανάρουν
ακατάληπτες, στον αέρα, ζυγίζονται,
πάνε να βγουν επάνω, σκίζουν το κενό, σαΐτες
σκαλώνουν τελικά στα απέναντι κλαδιά, εκεί
πολλαπλασιάζονται με άλλες σημασίες, ξένες,
αλλάζουν, μα κάποτε τυχαία επιστρέφουν,
αγνώριμες, ελαφριές, κι ανίσκιωτες.
Πιάνουμε τότε, πάλι, τις συστάσεις,
να βρουν μια νέα θέση,
σε μια σειρά, στην τάξη του κόσμου
για να μην χώνονται ακάλεστες στα λεξικά.
Να μην τρυπώνουν στους ύπνους σας,
όταν παραμιλάτε, άθελα σας.

(Σώτος Δασκαλόπουλος, 2016)

Το γραφείο του Κούρτσιο Μαλαπάρτε, Κάπρι

01 February 2016

[έλαμψε]

Επέστρεφα, ένα πλοίο έλαμψε στον ήλιο, μακριά
έβρεξα τα πόδια μου, δίχως να με δει κανείς.

(Σώτος Δασκαλόπουλος, 2016)


φωτογραφία Κώστας Μπομπός