24 June 2011

οι φωτιές του Αη Γιάννη





   Αγριά, 23 Ιουνίου 2011


  Τα καλοκαίρια στην Κοκκινιά, όπως σ' όλη την Ελλάδα έως τις αρχές της δεκαετίας του '80, ανάμεσα στο θερινό  ηλιοστάσιο και στη γιορτή του Άι Γιάννη του Κλήδονα, που εορτάζεται στις 24 Ιουνίου, άναβαν οι φωτιές του Άι Γιαννιούκυρίως από παιδιά και νέους που επιδείκνυαν το θάρρος τους περνώντας θεαματικά πάνω από τις φλόγες. 
Επειδή όμως τα αναγκαία καύσιμα ξύλα ήταν δυσεύρετα στην πόλη, τα αναζητούσαμε και τα μαζεύαμε από μέρες πριν γυρνώντας στις γειτονιές. Αυτή ήταν η κύρια αποστολή μας από όταν έκλειναν τα σχολεία, μέχρι που στο τέλος καταφέρναμε να μαζέψουμε ξύλα για να συντηρήσουν τη φωτιά για τουλάχιστον δυο ώρες. Αυτά ήταν διάφορα υπολειμματικά παλιόξυλα, συνήθως παλιά καφάσια ή καμιά φορά καινούργια που τα κλαιγαν οι μανάβηδες, σπασμένα κουφώματα, ή πεταμένα έπιπλα, και στην καλύτερη περίπτωση κάποιο κλεμμένο μαδέρι από οικοδομή. Για στεφάνια από ξεραμένα λουλούδια ούτε συζήτηση, τέτοια δεν είχαμε. Το βράδυ της 23ης Ιουνίου σχεδόν σε κάθε διασταύρωση, στη πόλη δεν υπήρχαν τα τρίστρατα που απαιτούσε το έθιμο, σχηματίζονταν ομόκεντροι φωνακλάδικοι κύκλοι ανθρώπων γύρω από τις φωτιές, ο πιο εσωτερικός από τα παιδιά που πηδούσαν ασταμάτητα πάνω από την φωτιά, ένας δεύτερος παραέξω από τους μεγαλύτερους που έπιναν και επιτηρούσαν την διαδικασία, κι ένας ακόμα από περαστικούς. Παραπέρα σχεδόν πάντα υπήρχε και ο απαραίτητος γκρινιάρης γείτονας που απειλούσε πως θα φωνάξει την αστυνομία. 
   Οι γειτονιές  συναγωνίζονταν για το μέγεθος και τη λαμπρότητα της φωτιάς, κάτι που δεν γινόταν να διαπιστωθεί, αλλά και για τους περίτεχνους ή ριψοκίνδυνους τρόπους περάσματος από πάνω της, αλλά ούτε σε αυτό βέβαια υπήρχε περίπτωση συμφωνίας. Τα παιδιά πάντως θαύμαζαν τους λίγο μεγαλύτερους που κατάφερναν να πηδούν τολμηρά πάνω από τις ψηλές και ζωηρές φλόγες, ενώ περίμεναν ή έκαναν δοκιμαστικά άλματα στα όρια της, και άκουγαν κατσάδες τότε, ώσπου οι φλόγες να χαμηλώσουν κάπως για να αρχίσουν ένα διονυσιακό πήγαινα έλα μέχρι να εξαντληθούν και οι τελευταίες φλογίτσες. Οι ασυμμάζευτοι επέμεναν να πηδούν μέχρι τα μεσάνυχτα πάνω από τις σχεδόν σβησμένες στάχτες.
Τα υπόλοιπα μέρη του εθίμου, το αμίλητο νερό ή τον καθρέφτη τα αγνοούσαμε, και μέναμε προσηλωμένοι στη πρόκληση της φωτιάς, σαν σε ετήσια τελετή ενηλικίωσης. Σήμερα, δεν φαντάζομαι ότι στις πόλεις θα ανάβουν φωτιές παρεκτός σαν οργανωμένη αναβίωση του εθίμου με κανόνες ασφαλείας και τους πυροσβεστήρες σε επιφυλακή. 
   Το έθιμο με παραλαγές ως προς την ερμηνεία του υπάρχει σε όλη την Ελλάδα, και οι φωτιές του Αι Γιάννη αλλού ονομάζονται μπουμπούνες, αναφωταριές, λαμπράτσες ή φουνταριές. Ο Κλήδονας είναι ένα ευρύτερο έθιμο με καταγωγή στην αρχαία εποχή, όπου επικρατούσε η 'κληδόνα', που σημαίνει πράξεις ή λέξεις τυχαίες και ασυνάρτητες, οι οποίες ακούγονταν κατά τη διάρκεια μαντικών τελετών και στις οποίες αποδίδονταν προφητική σημασία. Στη νεοελληνική αντίληψη το έθιμο εξελίχθηκε σε μια γοητευτική ιεροτελεστία, περισώζοντας την ανάμνηση αρχαίων ερωτικών χρησμών τη μέρα του χριστιανικού Αη-Γιαννιού,  που σχεδόν συμπίπτει με τη θερινή τροπή του ήλιου.










12 June 2011

Los métodos tradicionales de riego

/ελευθερία, προδοσία, διακινδύνευση/


ΝΙΚΟΣ ΚΕΣΑΝΛΗΣ by nikosgian52




   Με τον Κενσανλή συναντηθήκαμε στην ΑΣΚΤ το φθινόπωρο του 1984. Ήμουν τότε πρωτοετής φοιτητής στον Κοκκινίδη (στο Μικρό Πολυτεχνείο), είχε προηγηθεί ένα θυελλώδες προκαταρκτικό που είχε πλήξει την εικόνα των περισσοτέρων δασκάλων της σχολής και η γοητευτική φήμη ενός αντισυμβατικού δάσκαλου που ξεχώριζε με έκανε να λοξοκοιτάζω ήδη προς την οδό Χέυδεν.
   Η ελευθερία, ήταν η πρώτη καλλιτεχνική μου επιθυμία. Πως όμως;
  Το επόμενο έτος είχα ήδη μετακινηθεί στο Ε΄εργαστήριο ευχόμενος να έχω την εμπειρία ενός απελευθερωτικού μαθήματος. Ήμουν νέος και  η εποχή καλλιεργούσε παρόμοιες επιθυμίες σε όλο το φάσμα της ζωής. Ο Νίκος μας μιλούσε συχνά για το ρίσκο, για την ανατροπή της αισθητικής τάξης, για την διάλυση του γερασμένου περιβάλλοντος της τέχνης, και όπως πάντα όλα αυτά με μεγάλη ορμητικότητα. Μετά εξαφανίζονταν για μέρες και εμείς πασχίζαμε να ανταποκριθούμε σε ότι είχαμε αντιληφθεί ως ζητούμενο, να φτιάξουμε στο μυαλό μας ένα σχέδιο απελευθέρωσης από την μικροαστική αισθητική. Οι υπόλοιποι δάσκαλοι του εργαστηρίου αυτοσχεδίαζαν ερμηνεύοντας τον αντί-δάσκαλο και η σύγχυση ολοένα μεγάλωνε, διότι κάποιοι, φαίνεται ότι προχωρούσαν αποφασιστικά και κάποιοι άλλοι όχι, αλλά κανείς από όλους δεν καταλάβαινε με ποιο τρόπο αυτή η πρόοδος γινόταν ή από τι φαινόταν. Ο μόνος που γνώριζε(;) ήταν ο αντιδάσκαλος, αλλά εκείνος δεν μιλούσε. Καμιά φορά έπιανε να διηγείται ιστορίες, από την Ιταλική και την Παριζιάνικη Πρωτοπορία, τον Μαρσέλ Ντυσσάν και την παρτίδα σκάκι που έπαιξαν κάποτε, τον Ρεστανί, ιστορίες δηλαδή που μας ενθουσίαζαν και ανανέωναν την πίστη μας σε εκείνον ως φορέα μιας διαρκώς επίκαιρης αβάν-γκαρντ. Πάλι όμως χανόταν για καιρό, κοβόταν η επικοινωνία μας, και εν τέλει δεν γνώρισα κανενός είδους διδασκαλία. Ήμουν θυμωμένος με αυτή την αβεβαιότητα, με εκείνον, με τους βοηθούς, με τους συμφοιτητές μου, με έμενα. Το κλίμα στη σχολή με την κόντρα μεταξύ των «πρωτοπόρων» και των «παραστατικών» σήκωνε από τον τάφο τους, Μπουζιανικούς και Παρθενικούς, και έφερνε αναγούλα. Οι περισσότεροι ένοιωθαν καλά όταν δήλωναν κάποια πίστη! Διάλεγαν και υπηρετούσαν, μα στη τέχνη -κάτι με έτρωγε- δεν χωράνε τέτοιοι προγραμματισμοί και τέτοιες αποφάσεις!
   Η Προδοσία, ήταν η δεύτερη καλλιτεχνική μου επιθυμία, και νομίζω η σημαντικότερη.
   Κάποτε, κακιά στιγμή, κουβέντα στη κουβέντα τσακωθήκαμε άγρια, με έδιωξε. Δεν έφυγα και έφυγε εκείνος, παθιαζόταν ακόμα και με τους φοιτητές. Μεσολάβησε η Βάσω Κ. και κλείστηκε το ραντεβού στο σπίτι του για να τα βρούμε, πήγα. Με προϋπάντησε ένας άλλος Νίκος, ευγενής κοσμοπολίτης, ήρεμος, ένας γενναιόδωρος καλλιτέχνης που έπιασε να πηγαίνει την κουβέντα στις αναμνήσεις από τα νιάτα του. Απόκαμα να γυρεύω απαντήσεις και αφέθηκα να με ταξιδεύει στους τόπους και στους μύθους της μοντέρνας τέχνης, ο ίδιος δεν είχα ταξιδέψει ποτέ ως τότε, και ο Νίκος ήταν ένας γοητευτικός αφηγητής που ήθελες να τον ακούς για ώρα. Δεν ήταν πια ούτε δάσκαλος ούτε αντιδάσκαλος.
Όταν τον αποχαιρέτησα και έφυγα μια ήσυχη απόφαση, είχε κτιστεί ήδη μέσα μου, να μην έχω πια δάσκαλο αλλά να γίνω εγώ.
   Τα επόμενα δυο χρόνια δεν ξαναπήγα στη Σχολή, και δούλεψα μόνος μου σε ένα ατελιέ στα Άνω Πετράλωνα. Έδωσα την διπλωματική μου το 1989, δίχως ο δάσκαλος να την έχει δει από πριν, δίχως να με έχει  διορθώσει ποτέ, πήρα ένα ρίσκο, ο Κενσανλής ήταν ενθουσιασμένος βοηθούσε στο στήσιμο της εγκατάστασης μου και εγώ είχα μεθύσει από χαρά.
   Το ρίσκο ήταν η τρίτη καλλιτεχνική μου επιθυμία, και την έμαθα από τον Κενσανλή.
   Έκτοτε τον συνάντησα λίγες φορές.

-  ευχαριστώ τον Φώτη Γκρίλια που μου τα θύμησε