22 January 2015

[χαμένα κοράκια]

(Ομίχλη)

Μια τούφα ασάφειας απλώθηκε στη γη,
κανείς δεν κατάλαβε πως
Μόνο ψηλά στο πρωινό πέταγμα
χάθηκαν τα κοράκια
κρα, κρου, κρε
φτερούγιζαν κι έκρωζαν
να ακούνε το ένα το άλλο
κρα, κρου, κρε
έτριζαν οι ουρανοί
κρα, κρου, κρε
έσταζε απελπισμένος ρυθμός απ' το αφανέρωτο
Αλτ! τις ει; φώναζε κάποιος αλλοπαρμένος

Όλη εκείνη την ημέρα η γη ήταν άφαντη
μα κι αν φαινόταν κάτι που και που,
ένα ρυάκι ας πούμε, ή μια στέγη
ήταν πράγματα απίστευτα πια, οριστικά χαμένα
όπως το φάντασμα ενός ρυακιού, ή η ανάμνηση κάποιας στέγης.

Το βράδυ, τα κοράκια, έπεσαν σαν πέτρες
που πετάχθηκαν στον ουρανό, βραδυπόρησαν αφύσικα
αλλά όχι κι εντελώς, μα τελικά έσκασαν κάτω αποφασιστικά
έτσι όπως σπάζουν τα καρπούζια στα ράμφη τους
κι άφησαν βαθουλώματα εκεί, που κι αυτά αργότερα ξεράθηκαν.

(Σώτος Δασκαλόπουλος, 2015)


Buster Keaton, ONE WEEK, 1927

04 January 2015

Ιστορίες φαλαινοθήρας, από το συμβολισμό ως το παράδειγμα.

Bary Moser

(...) Lajes, 25 de Dezembro 1919. 
Ποιος ξέρει πως τα κατάφεραν να σύρουν αυτόν το φυσητήρα μέχρι το προαύλιο της εκκλησίας. Θα χρειάστηκαν πολλά ζευγάρια βόδια. Μοιάζει απίστευτο, είναι ένας φυσητήρας τρομακτικά μεγάλος. Έξι ή εφτά παιδιά έχουν σκαρφαλώσει στο κεφάλι του: ακούμπησαν στο πρόσωπο του μια σκάλα και από εκεί πάνω ανεμίζουν μαντίλια και καπέλα. Οι φαλαινοθήρες στέκονται στη σειρά σε πρώτο επίπεδο, με ύφος που δείχνει περηφάνια και ικανοποίηση. Τρεις από αυτούς φοράνε ένα μάλλινο σκουφάκι με πον-πον, ένας φοράει ένα αδιάβροχο καπέλο που θυμίζει αυτά των πυροσβεστών. Είναι όλοι ξυπόλητοι, μόνο ένας φοράει μπότες, πρέπει να είναι ο μάστρος. Πιστεύω ότι αφού έβγαλαν τη φωτογραφία, θα έβγαλαν το καπέλο και θα μπήκαν στην εκκλησία, σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου, ν΄αφήσουν μια φάλαινα στο προαύλιο. Έτσι πέρασαν τα Χριστούγεννα στο Πίκο, το 1919.

(...) έρχονται πάνω σε μικρές γολέτες χωρητικότητας μιας εκατοστής τόνων. Μοιάζουν με πληρώματα πειρατών, χάρη στο μείγμα φυλών που το συνθέτουν: νέγροι, Μαλαισιανοί, φρούτα κοσμοπολίτικων διασταυρώσεων, βρίσκονται ανακατεμένοι με λιποτάκτες και απατεώνες που καταφεύγουν στους ωκεανούς για να γλιτώσουν από τη δικαιοσύνη των ανθρώπων.
Στη μια πλευρά της γολέτας δένουν το νεκρό φυσητήρα, ενώ το κέντρο της καλύπτεται από ένα τεράστιο καζάνι, με μια βράση που θυμίζει κόλαση και που γίνεται ακόμα πιο δύσκολη από τα σκαμπανεβάσματα και τους κλυδωνισμούς του σκάφους, τα κομμένα από το κήτος τεμάχια του λίπους μεταμορφώνονται σε λάδι, ενώ ένας εμετικός καπνός διαχέεται γύρω. Όταν η θάλασσα αγριεύει, κατά τη διάρκεια της επιχείρησης, το θέαμα είναι πραγματικά άγριο. Πράγματι, προκειμένου να αφήσουν να χαθεί το θήραμα που άρπαξαν ηρωικά από την κοιλιά του ωκεανού, οι φαλαινοθήρες προτιμούν να βάλουν σε κίνδυνο την ίδια τους τη ζωή. Για να διπλασιάσουν τα σκοινιά που κρατούν τη φάλαινα κρεμασμένη στο ικρίωμα, κάποιοι άντρες δεν διστάζουν, με κίνδυνο της ζωής τους, να ανέβουν πάνω σε εκείνη την ελαιώδη μάζα που σαρώνεται από τα θαλάσσια κύματα και απειλεί, με τον όγκο της, να κάνει κομμάτια τα πλευρά της γολέτας. Αφού διπλασιάσουν τα σκοινιά περιμένουν, εξακολουθώντας να κινδυνεύουν, μέχρι τη στιγμή που ο κίνδυνος γίνεται αβάστακτος. Τότε αποφασίζουν να κόψουν τα παλαμάρια, κι ολόκληρο το πλήρωμα συνοδεύει με τις βρισιές ενός βίαιου θυμού το κουφάρι που χάνεται μεσα στα κύματα, αφήνοντας μια αβάσταχτη βρόμα στη θέση των ονείρων για πλούτο, που είχε θρέψει.

(ANTONIO TABUCCHI, Ανοιχτό πέλαγος, σελ. 99, ΙΙ.  ΓΙΑ ΤΙΣ ΦΑΛΑΙΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΦΑΛΑΙΝΟΘΗΡΕΣ,
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΠΟΡΤΟ ΠΙΜ & ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, 1983, μετάφραση Ανταίου Χρυσοστομίδη, εκδόσεις ΑΓΡΑ)







03 January 2015

παιδιά γιγάντικα της Γης

(...)
Βουνά, παιδιά γιγάντικα της Γης, βουνά ανυπόταχτα, βουνά αιώνια,
που έχετε τη λαμπράδα της αυγής για χαμογέλιο, για στολή τα χιόνια,

που χύνετε θυμό σας φλογερό την αστραπή, το μαύρο νέφος θλίψη,
και μίλημά σας το γοργό νερό που με βοή κατρακυλά απ'τα ύψη,

που έχετε χίλιες γνώμες και καρδιές κι αγάπη και χαρά και περηφάνια,
σαν τους ίσκιους σας και τις ευωδιές, σαν τα πουλιά, ταγρίμια, τα βοτάνια,

που έχετε τη δική μας τη ζωή και τα δικά μας έχετε πρωτάτα,
και μοναχά σας λείπουν, κ'είστε θεοί, τα γεράματα



πάντα είστε με νιάτα!(...)
Κωστής Παλαμάς, από ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΒΟΥΝΩΝ!

Το τελευταίο βράδυ της Χούντας, τον Ιούλιο του 1974, οι δυο τελευταίοι αντάρτες του ΕΑΜ και του ΔΣΕ στα βουνά της Κρήτης, δίνουν την τελευταία τους μάχη με ένα καταδιωκτικό απόσπασμα των ΤΕΑ. Επτά μήνες μετά, τα ξημερώματα της Κυριακής 23 Φεβρουαρίου 1975, κατεβαίνουν από την κορυφή Όρνιο των Λευκών Ορέων όπου κρύβονταν και εμφανίζονται κοντά στο φαράγγι του Θερίσου.
Ο Σπύρος Μπλαζάκης και ο Γιώργης Τζομπανάκης κρύβονταν για καιρό σε σπηλιές στα βουνά και σε γκρεμούς στη θάλασσα, σε στάνες, σε κατώγια σπιτιών, συχνά οι απλοί χωριάτες τους άνοιγαν τα σπίτια τους, τους έκρυβαν, τους τάιζαν, ενώ κράτος και παρακράτος λυσσάγανε για να τους βρουν. Άντεχαν, αλλά τα χρόνια περνούσαν, τα 33 στη παρανομία. Τρέφονταν με σαύρες, σκορπιούς, ρίζες ή ακόμη και φώκιες, γιατρεύονταν με βότανα. πήγαιναν με τον καιρό. Όταν κάποιος τσοπάνης τους χάριζε κανά ζωντανό, το έψηναν και το έτρωγαν ολόκληρο μέσα σε μια ημέρα. Το φαγητό όμως δεν ήταν η μοναδική απόλαυση που στερούνταν, επειδή φοβούνταν μην τους καταδώσουν απέφευγαν και τις γυναίκες, ακόμη και τα ζώα ζουν τον έρωτα, εμείς όχι, διηγήθηκαν αργότερα οι δύο άντρες.
Ο ήχος μιας λύρα που ένας τους γκρατζουνούσε τους ανακούφιζε κάπως, αλλά για μας όλα αυτά τα χρόνια ήταν σκοτάδι και δεν φαινόταν να χαράζει η ποθητή ημέρα. Καμιά φορά τραγουδούσαν μαζί και άλλοτε πήγαιναν σε διάφορα πανηγύρια για να ακούσουν κρυμμένοι και να χορέψουν από μακριά.
Όταν οι δημοσιογράφοι τους ζήτησαν να αδειάσουν τους σάκους τους για να δουν τι είχαν μέσα, ανάμεσα στα ρούχα, βρήκαν μια ξυριστική μηχανή και μια κρέμα ενυδάτωσης για τον ήλιο.
Την επόμενη ημέρα της ελευθερίας τους ταξίδεψαν στην Αθήνα όπου κατέθεσαν ένα ματσάκι φασκομηλιάς και λίγα αγριολούλουδα από τα Λευκά Όρη, στο μνημείο των Ηρώων του Πολυτεχνείου.
Αρχικά ανήκαν σε μια αντάρτικη ομάδα με 100 μαχητές που εγκλωβίστηκε το 1948 στα βουνά και σταδιακά αποδεκατίστηκε, αλλά τρεις φορές αρνήθηκαν την αμνηστία που τους προσφέρθηκε, για λόγους πολιτικών αρχών, για να μην υπογράψουν.