27 December 2014

[ήμαρτον]

Αφήνουμε τα ίχνη μας
στερεωμένα με την πιο ισχυρή επιθυμία
για κυριαρχία
για συγχώρεση
για έλεος
Κι εκείνα βουλιάζουν αδιάκοπα
αναλυμένα αλλά αυτούσια
πλεγμένα με τις αμαρτίες μας καταπατούν το θάνατο
μουλιασμένα στις εκκρίσεις μας
διηθημένα
στην ασάφεια μιας μόνον ύπαρξης
Αναριγούν σιωπηλά και τετελεσμένα
έκτοτε, γυρίζουν μαζί της
ολόδικα εντός της.

(Σώτος Δασκαλόπουλος, 2014)

Lake Iznik, Nicaea, Turkey, aerial photography by archaeologist Mustafa Sahin 

17 December 2014

[Ύπνος στα σύννεφα]

Στην άλλη μεριά από τα σύννεφα,

σαν το αεροπλάνο που τα τρυπά,

αντικρίζεις κοιλάδες

τραίνα που σφυρίζουν

λιακάδες και ειρήνη

Σε τουτή 'δω τη πλευρά όμως

στριφογυρίζεις εντός

απλώνεις να πιάσεις κάτι που νόμισες

σκεπάζεσαι με κουρέλια από αέρα

και κοιμάσαι ανήσυχα



(Σώτος Δασκαλόπουλος 2014)

 René Magritte, La bataille de l’argonne, 1964

05 December 2014

[ο στόκος και το αεροβόλο]

Χάζευαν έξω, ψηλά σαν προσευχή
από το παράθυρο περνούσαν πουλιά
Αν είχαν αεροβόλο θα πετύχαιναν ένα
μα όταν το βρήκαν, σκοπεύσανε απέναντι
σε τζάμια τόσο λεπτά που το βόλι μόνο τα τρύπαγε, αθόρυβα.
Μια Κυριακή το σχολείο έγινε ήσυχα το σουρωτήρι των γνώσεων
από εκεί να χώνεται η φασαρία κι η σκόνη του δρόμου
από εκεί να βγαίνουν έξω οι ερωτήσεις κι οι ματιές
να πέφτουν ξαφνικές πάνω σε περαστικούς που σάστιζαν
και σκόνταφταν σε έναν κομμένο ευκάλυπτο, μερικοί έπεφταν
Μέσα από τρύπες στο τζάμι, κάτω από το χάρτη με τα χίλια χωριά
που είναι το ... Καλλίδρομο;
έφταναν ακατανόητες οι κουβέντες
μισολέξεις, σκέτοι φθόγγοι κάποτε
παύσεις εκατέρωθεν, μετά κάποιος φώναζε
έφτιαχναν από ανάγκη δικές τους σειρές και δικές τους ιστορίες.

Το χειμώνα, το κατάλαβαν πια, σκούραινε το φως κι έμπαινε κρύο
άλλαξαν τα τρύπια τζάμια με κρύσταλλα, ανθεκτικά
Περίσσεψε στόκος, οι σβόλοι του στέγνωναν στο περβάζι
έτσι, μαζί με τα άλλα, ξεχάστηκαν η ερώτηση κι ο χάρτης.

Σώτος Δασκαλόπουλος, 2014


10 November 2014

Να μείνει (να γίνει) το ΕΜΣΤ δημόσιο μουσείο

Αν μια (διευθυντική) θητεία συμπυκνώνεται σε ένα πρόγραμμα κατασκευής, τότε κάτι θεμελιώδες έχει χαθεί. Κι αυτό νομίζω είναι σημαντικό, είναι η συλλογή, τα προγράμματα και οι άνθρωποι.”_ Glenn D. Lowry, director of the Museum of Modern Art ΝΥ

(Bob & Roberta Smith) 

Στη περιπέτεια του πολιτισμού στη χώρα μας, είμαστε αναγκασμένοι να δημιουργούμε σε περιβάλλον πολιτικής αυθαιρεσίας και νεποτισμού. Σήμερα, με 2 εκ. ανέργους στη χώρα, θα έμοιαζε χωρίς νόημα η αναφορά στη διαμάχη για αρμοδιότητες σε ένα ίδρυμα με μηδαμινή αλληλεπίδραση με τη κοινωνία, αν αυτό δεν ήταν μέρος της παθογένειας της δημόσιας ζωής. Η αντίδραση της θεσμικής πλευράς της Τέχνης στη πολύπλευρη κρίση είναι η επίδειξη "αριστοκρατικής"αναισθησίας, και η εμμονή στις ιεραρχήσεις του μικρόκοσμου της. Όμως όταν η τέχνη ή η έρευνα της αναπαράγονται αποκομμένες από τη ζωή γίνονται ιστορικό απολίθωμα ανάξιο ιστόρησης. Ο καλλιτεχνικός κόσμος είχε χαρεί όταν η πολιτεία, παρά τα τότε ιδεολογήματα της, ίδρυσε το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, ωστόσο σύντομα φάνηκε ως μια ακόμα περίπτωση θεσμού που αφορά στους θεσμοθέτες παρά στους πολίτες ή στους δημιουργούς. Κάτι είχε χαθεί, εξ’ αρχής,και στις αιτίες αναγνωρίζουμε τις επιλογές της πολιτικής ηγεσίας, και τις επιλογές αυτών των επιλογών, καθώς όλα τα μέλη διοίκησης ήταν και παραμένουν διορισμένα.
Μέσα στη γενική ένδεια πόρων και ιδεών του καιρού μας, το σφιχταγκάλιασμα αξιωματούχων του πολιτισμού με μέλη της οικονομικής εξουσίας στάθηκε η ύβρις που μετέτρεψε τις διαφορές στις απόψεις σε ντροπιαστικό πόλεμο μηχανισμών που αναζητούν την εύνοια του χειρότερου πολιτικού προσωπικού που είχε ποτέ η χώρα, με ψιθυρισμούς στον τύπο, και βυζαντινισμούς στους προθαλάμους της φαύλης εξουσίας, μαζί με ιδιώτες που επιχειρούν να αναλάβουν ως υπεργολαβία τον πολιτισμό για να εκμεταλλευτούν δημόσιους πόρους και τον επικυρωτικό ρόλο της πολιτείας.
Η διαμάχη στο ΕΜΣΤ, αφορά στο ποιοι ιδιώτες θα καταλάβουν το δημόσιο χώρο της Τέχνης και στο πώς θα μεθοδευτεί ώστε η αρπαγή να εμφανιστεί ως ευεργεσία.
 Αν δούμε το ΕΜΣΤ ως κατασκευή θα αναγνωρίσουμε ότι υπάρχει, όπως υπάρχει, επειδή το θέλησε η αρχοντοχωριάτικη ελίτ της χώρας, και κυρίως χάρη στις προσπάθειες της Άννας Καφέτση, που σίγουρα δικαιούταν να εγκαινιάσει αυτό το ΦΙΞ. Θα μπορούσε όμως να εγκαινιάσει κι ένα μουσείο δίχως εξαρτήσεις από ιδιωτικά συμφέροντα; Δίχως να πάρει ο ένας ιδιώτης τον πρώτο όροφο κι ο άλλος το δώμα; Σήμερα όμως η Α.Κ. οφείλει να υποδείξει τον πραγματικό υπαίτιο των αντιδημοκρατικών μεθοδεύσεων, την κυβέρνηση της οποίας όμως την πολιτιστική πολιτική υλοποιούσε ως χθες, πιστεύοντας ίσως πως δρα ανεξάρτητα. Κυρίως οφείλει τον μουσειολογικό απολογισμό της, καθώς οι επιλογές της συχνά ήταν κατασκευαστικές μιας μονομερούς εικόνας του σύγχρονου, που μιμείται δίχως πλαίσιο αναφοράς κεντρικές εικαστικές σκηνές. Από τα στοιχεία συνάγεται μια τοπολογία όπου ανακυκλώνονται αυτές οι επιλογές, αλλά και κάποιες εντελώς ακατανόητες, δίχως καν το απαιτούμενο καλλιτεχνικό έργο!
Ακατανόητη και μέγιστης σημασίας, είναι η παραδοχή ότι “λείπουν” περίπου 4 εκ. ευρώ ώστε ν' ανοίξει το έτοιμο(;) μουσείο! Πως προέκυψε η έλλειψη αυτή και γιατί αυτά τα ποσά κρατικής υποχρέωσης, αναζητήθηκαν μέσω της πολύπλευρης σχέσης με συγκεκριμένους συλλέκτες, οι οποίοι αποκτούν έτσι προνομιακή θέση και ρόλο στο μουσείο; Είναι ολοφάνερο πως έχει ξεσπάσει ένας πόλεμος συμφερόντων γύρω από επιτελικά σημεία στο πολιτισμό με πρώτο θύμα το ίδιο το ΕΜΣΤ, όπου ένας παρακμιακός στο σύνολο του κόσμος αλληλοσπαράζεται για έλεγχο και εξουσία, αδυνατώντας να κατανοήσει πως δεν δικαιούται πλέον να ηγείται μιας κοινωνίας βαριά πληγωμένης από τις πολιτικές του. Κανείς δεν τολμά να βγει και να εξηγήσει τι συμβαίνει, αλλά φροντίζουν να μαθαίνουμε πως ο υπουργός, ως Καίσαρας, απολύει τη διευθύντρια του ΕΜΣΤ. Ο πολιτισμός όμως θα ευεργετηθεί αν παραιτηθεί πρώτα ο ίδιος, ο υπουργός, πριν ολοκληρώσει τη παράδοσή του στους ιδιώτες, αφού ο λαός έχει ήδη δρομολογήσει την αποπομπή του νεοφιλελεύθερου καθεστώτος που υπηρετεί.
Η καλλιτεχνική κοινότητα ενδιαφέρεται για το τι συμβαίνει στο εμβληματικό ΕΜΣΤ και για τη προοπτική του. Τι περικλείει το μουσείο; Ποιες συλλογές, εκθέσεις, με ποιο εννοιολογικό πλαίσιο, αφού κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να ανεχθεί πια το διευθυντικό αλάθητο. Οι απεριόριστες δυνατότητες με τις οποίες είχαν προικιστεί οι θέσεις ευθύνης ήταν κρίσιμο λάθος. Στις δημοκρατίες τα θέματα στρατηγικής ανάπτυξης των θεσμών συζητιούνται οργανωμένα και δεν καθορίζονται μονομερώς, ούτε προκαθορίζεται η καλλιτεχνική κατεύθυνση από τον διευθύνοντα, ενώ η πολιτεία ακυρώνεται όταν μετατρέπεται σε μεροληπτικό τεχνοκριτικό που με δημόσιες εκθέσεις επιβεβαιώνει κάποιες ιδιωτικές συλλογές, ή όπως τα ολοκληρωτικά καθεστώτα υποστηρίζει μόνον το είδος της τέχνης που την υπηρετεί. Η διαμάχη όμως είναι περιοδικό φαινόμενο, εμφανίζεται στη λήξη κάθε διευθυντικής θητείας κι αποσκοπεί στην επόμενη, η προϊστορία φανερώνει ένα μοτίβο, η απερχόμενη κυβέρνηση να δεσμεύει την επόμενη. Το ίδιο επιχειρείται σήμερα από τους συγκυβερνήτες, να ιδιωτικοποιηθούν οι δομές πολιτισμού ώστε να εγκλωβιστεί η πολιτιστική πολιτική της επόμενης κυβέρνησης, της αριστεράς, η οποία όμως διεκδικεί λαϊκή εντολή συνολικής τομής με το παρελθόν.
Το θέμα στο ΕΜΣΤ δεν είναι η εναλλαγή προσώπων, και μάλιστα με ακόμα μεγαλύτερο συσχετισμό με τους ιδιώτες, καθώς δεν είναι αποκλειστικά μουσειολογικό, ούτε ηθικό, αλλά πολιτικό. Οι θεσμοί στη Τέχνη είναι πολιτικά εργαλεία, διαμορφώνουν ταυτότητες, κι εκφράζουν κοινωνικές σχέσεις, σήμερα υπάρχει αναντιστοιχία ανάμεσα στη κατασκευή ενός ήδη παρωχημένου“διεθνούς στιλ”, και στις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες για δημιουργία και εκπαίδευση. Καιρός είναι, να μιλήσουμε οργανωμένα, για τη στρατηγική ανάπτυξής του μουσείου, για τη συλλογή, τους καλλιτέχνες, και την κοινωνία στην οποία απευθύνονται.
Στο πλαίσιο της συγκρότησης μιας νέας εθνικής στρατηγικής στον πολιτισμό που θα στηρίζεται στη δημιουργικότητα, και θα υπερασπίζεται το δημόσιο χώρο, το μουσείο πρέπει να γίνει το βλαστοκύτταρο ενός κοινοτικού αισθήματος, και το στοχαστικό καταφύγιο όπου θα χαρτογραφείται και θα ανακαλείται η πολιτισμική βιοποικιλότητα, ένας δημοκρατικός εκπαιδευτικός θεσμός στην υπηρεσία μιας κοινωνικά δίκαιης ανάπτυξης. Για να επιτελέσει το ΕΜΣΤ τέτοιο έργο πρέπει να αλλάξει ριζικά. Χρειαζόμαστε λιγότερο μια νέα διεύθυνση και περισσότερο μια καινούργια κατεύθυνση, προς μια κοινοτική στη φύση της νέα μουσειολογία που να προκαλεί το μουσείο ως θεσμό, κόντρα στη παντοδυναμία και στη παντογνωσία των διευθυντών του, κόντρα στην απόλυτη προτεραιότητα των αντικειμένων έναντι της ζωής και της εγγενούς φύσης της ιστορίας τους, και κυρίως κόντρα στις αξίες μιας ελίτ που στρέφει προς όφελός της τις πηγές πληροφοριών του πλανήτη, και τη δημιουργικότητα των κατοίκων του.



Κώστας Μπομπός, ζωγράφος ΑΣΚΤ
(* το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, 9/11/2014)


06 November 2014

[Έξυπνη λάμπα]

Αγόρασα μια έξυπνη λάμπα με φως ημέρας,
κι έτσι έπαψα να χρειάζομαι το σούρουπο,
για να καταλαβαίνω πως βραδιάζει.
Η λάμπα ανάβει μοναχή της μόλις σκοτεινιάζει,
ακόμα αν δεν το θέλω, εκείνη φέγγει όλη νύχτα,
σύμφωνα με την αποστολή της.

Μπορώ να κοιμάμαι σε άλλο δωμάτιο,
κι εσείς όλοι να με νομίζεται ξύπνιο σε τούτο 'δω,
ένας άνθρωπος που ξενυχτά πάνω στις έννοιες του
ή πως κάποια αρμένικη επίσκεψη κρατάει όλη νύχτα
Το πρωί πια σα φέξει η λάμπα σβήνει μόνη της,
-τέτοια εξυπνάδα έχει,
ας έδιωχνε και τις χνουδάτες πεταλουδίτσες,
αλλά αυτές τις μαζεύει να καίγονται με αναστεναγμό πάνω της-
ενώ επιστρέφω.

(Σώτος Δασκαλόπουλος, 2014) 




23 October 2014

[σχέδια για το μέλλον]

Απ' το παράθυρο της κουζίνας, βλέπω, τη καρδιά του χειμώνα

Απ' το κάθισμα της αυλής, τα κύματα που σπάνε βαθιά

Τα ξάσπρα ξύλα τόσων ναυαγίων, χάος

Χρόνια σταματημένα χωρίς σκιά

Σα τα σκυλιά μετά απ΄ τη τρεχάλα που γλύφουν τα πόδια μου.



Αύριο να θυμηθώ να βρω τούβλα παλιά, να χτίσω το παράθυρο

Να σοβαντίσω με ψιλό κονίαμα, να βάψω με το ίδιο χρώμα

Μέσα έξω να μη μείνει ίχνος, να μη διακρίνεις το μπάλωμα

Έπειτα θα κρεμάσω τον πίνακα, εκείνον με το σπιτάκι στις Άλπεις

Ψευτιές, για να μην καταλάβεις πως εκεί σε περίμενα.

(Σώτος Δασκαλόπουλος, 2014)

 Wanda Kujacz

11 October 2014

Doris Day for birthday

Η 11η Οκτωβρίου 1963, ήταν μια παράξενη μέρα. Ο κόσμος εκτός ότι άλλαζε, έστω κι ανεπαίσθητα, απέκτησε μοναδική σημασία στα μάτια μου... ένας μόνο χρόνος είχε περάσει από την κρίση των πυραύλων της Κούβας, αλλά την προηγούμενη μέρα είχε τεθεί σε ισχύ η Μερική Συνθήκη Απαγόρευσης Πυρηνικών Δοκιμών μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και των ΗΠΑ, κι εκείνο το ψυχρό πρωινό, στο Λευκό οίκο, ο JFK υπέγραψε τη διαταγή National Security Action Memorandum Number 263, με την οποία απέσυρε μυστικά 1000 στρατιώτες από το Βιετνάμ(!)

Birdthday
Παρότι εγώ αυτά τ΄αγνοούσα, ήταν μια ξεχωριστή μέρα για εμένα, μοναδική για να ακριβολογώ,  αφού ήταν η μέρα που γεννήθηκα στο νοσοκομείο Αλεξάνδρα, κι όλα αυτά τα "πήρα" αργότερα σαν δώρα γενεθλίων. Ενώ ο κόσμος διαδήλωνε για να σταματήσει ο άτιμος πόλεμος στο Βιετνάμ, βρήκα την ώρα και βγήκα στο κόσμο, κάπως μελανιασμένος έτσι που όλοι αναφώνησαν "α, τι άσχημο μωρό", μετά όμως έστρωσα, άσπρισα, κι αφράτεψα και μάλλον τους άρεσα. Εμένα μου άρεσε να βλέπω τον κόσμο από τη μικρή ανηφόρα της οδού Άτλαντος όπου ήταν το σπίτι μας, κι όταν άρχισα να καταλαβαίνω ήρθε κι η τηλεόραση στο σπίτι και μαζί της η Αμερική, και δεν έχανα "Mickey Mouse" σε τεύχος ή τηλεόραση, "Waltons" και "Lassie".
Ο έμφυτος όμως φιλοαμερικανισμός μου πρέπει να είναι παλιότερος από την τηλεόραση μας, ιχνηλατείται στην αρχή του χρόνου μου, εκεί στη Β. Σοφίας όπου γεννήθηκα, σε μια από τις πρώτες εικόνες που μάλλον "γράφτηκαν" στον αμφιβληστροειδή μου, καθώς απέναντι η νεόκτιστη, και σημαιοστολισμένη λόγω Χαλοουίν, αμερικανική πρεσβεία που άστραφτε στην Αθήνα εκείνων των ημερών πρέπει να ήταν το πρώτο πράγμα που είδα από τον έξω κόσμο.
Αργότερα βέβαια, συλλήβδην κτίριο και περιεχόμενο κατάφεραν να συμβολίσουν ό,τι χειρότερο, να ξεσηκώνουν το θυμό όλων μας, και τελικά να κρυφτούν ντροπιασμένα, με σιδερόφραχτα τείχη, από τα μάτια των νεογέννητων της πόλης, αλλά εκείνη η Παρασκευή του 1963 απείχε αρκετά από εκείνο το αργότερα, κι εγώ που έχω αντικρίσει καθαρό το κτίριο του Γκρόπιους, με το Λυκαβηττό πίσω του κι ολόκληρη την Αθήνα γύρω τους, κάθε φορά που περνούσα μπροστά του, ακόμα κι αν διαδήλωνα, κοντοστεκόμουν και το κοίταζα με μια ακατανόητη νοσταλγία παιδικών γενεθλίων, γεμάτα με θείες, νονάδες και ξαδέλφια, γύρω από μια τούρτα απαθανατισμένη, κι αυτή, με μια Kodak που 'χε φέρει ο θείος Σπύρος από την Αμερική.

Το "χαρτί" της ημέρας
The Papers of John F. Kennedy, Presidential Papers, 
National Security Files, Meetings and Memoranda Series, National Security Action Memoranda,
 National Security Action Memorandum Number 263. 
John F. Kennedy Presidential Library and Museum, Boston, Massachusetts
Copyright: Public Domain


η διαδήλωση εκείνης της ημέρας

   
η απόσυρση της επόμενης ημέρας 

http://youtu.be/PmILOL55xP0?list=PLA4DE98929E4451D6

(το τραγούδι της ημέρας, Mickey Mouse song, Full Metal Jacket) 

*λίγο παλιότερο αλλά κάνει


δυο πόζες μαζί με θείους απ΄την Αμερική, που χάθηκαν πρόωρα 



Lassie, η σκύλα όλων των αγοριών


03 October 2014

[σκάλα]

Είδα τη σκάλα με τα μάτια μου, ίσια

είδα και το είδωλο της λίγο πιο πάνω

στο ίδιο σύννεφο ανέβαινε



Μόνο που χρειαζόμουν κι άλλη μια,

μια σκάλα για να φτάσω την πρώτη

εκείνη που ήταν, κι αυτή, φτιαγμένη από νέφη



(Σώτος Δασκαλόπουλος, 2014)

(Κώστας Μπομπός, μολύβι σε χαρτί, 50Χ70 εκ.)


26 September 2014

[μικρά]

Αλίμονο μου!
 Σε ποιων έφτασα πάλι τη χώρα; 
Είναι αλαζόνες, άγριοι κι άδικοι;
Και πώς
αστόχαστα αφέθηκα
στην απατηλότητα μιας ψεύτικης καλοκαιρίας;


 (Israelis Bidermanas, The Rabbit Seller)

---

Η παρακοιμώμενη φύλακας της βασιλείου κλίνης
αρχηγός των παιδοπούλων και των κοιτωνάριων
περιπατούσε πίσω από τον βασιλιά
φορώντας σκαραμάγγιο και σπαθί.

Σ.Δ.

22 September 2014

χωρίς κανένα χάσμα

 η Μάρω (Μαρία Ζάννου) στα 1938

Το καλοκαίρι του '38 ο ερωτευμένος Σεφέρης παίρνει τη Μάρω να τη γνωρίσει στους "δικούς του". Πηγαίνουν στην Αργολίδα κοντά στο Τολό, ο χρόνος και οι καταγωγές έχουν ήδη διασταλεί, φτάνουν στη περιοχή νωρίς τα ξημερώματα, κοιτάζουν την ακτή, ησυχία, ποιος να ψάχνει τι από έναν ξεχασμένο βασιλιά;


η ακρόπολη της Ασίνης


Εκείνοι.
Μέρες και μέρες σκαρφαλώνουν τα βράχια, ψηλαφούν τις χαρακιές, γυρεύουν ίχνη τριών χιλιάδων χρόνων, ανασκάπτουν σκιές κι άδειους ήχους, η γη τους αποκρίνεται ακατάληπτα, χιλιάδες χρόνια κι οι πέτρες έχουν αγριέψει, επιμένουν όμως, σαν μικρές θεότητες σκάζουν στα γέλια, χωρίς άλλο τα βάζουν με το χρόνο, κολυμπούν και φωνάζουν ο ένας στον άλλον τους στίχους από την Ιλιάδα (Β, 559-560)

Οἳ δ᾽ Ἄργός τ᾽ εἶχον Τίρυνθά τε τειχιόεσσαν
Ἑρμιόνην Ἀσίνην τε, βαθὺν κατὰ κόλπον ἐχούσας

Έτσι ζουν, εκεί, εκείνο το καλοκαίρι, αψηφούν τον ήλιο που ανεβαίνει τα μεσημέρια απειλητικός, έκσταση και δέος τους διακατέχουν, κι ούτε ξέρουν πώς θα βγούνε από εκείνον τον βαθύ κόλπο κι αν θα ξαναγυρίσουν στη πόλη, το καλοκαίρι τους ρουφάει... Αναζητούν την προσωπίδα και τις λάμψεις από τα όπλα ενός ανώνυμου βασιλιά, κι η συναίσθηση γίνεται η σκαπάνη τους.
Τελικά βρίσκονται οι λέξεις, ο Σεφέρης θα το ήξερε κι από πριν αυτό, είναι βέβαιο, αλλά φτιάχνει έναν ολόκληρο κόσμο και πέρα από τις λέξεις για χάρη τους, για χάρη της. Ο έρωτας κι ο τόπος κάτι μοναδικό συγκροτούν μέσα του, καθώς μια μια οι λέξεις ανασύρονται και μπαίνουν σε μια σειρά φανερώνεται το πιο ζηλευτό, μια σχεδόν ενσαρκωμένη ουτοπία της δημιουργίας, το ίχνος του πλέον ερωτικού καλοκαιριού τους, το ομορφότερο ποίημα που γράφτηκε ποτέ στην Ελληνική γλώσσα, σε πρώτο πληθυντικό, αφού ο ξεχασμένος βασιλιάς λες και υπήρξε, κάποτε, μόνο διότι υπάρχουν αυτοί οι δυο μαζί που τον γυρεύουν εκεί, αύριο ίσως θα υπάρχει γι' άλλους, αλλά εκείνο το καλοκαίρι ήταν δικός τους.

(Ὁ Βασιλιᾶς τῆς Ἀσίνης)

Ἀσίνην τε...
ΙΛΙΑΔΑ

Κοιτάξαμε ὅλο τὸ πρωὶ γύρω-γύρω τὸ κάστρο

ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ ἴσκιου ἐκεῖ ποὺ ἡ θάλασσα
πράσινη καὶ χωρὶς ἀναλαμπή, τὸ στῆθος σκοτωμένου παγωνιοῦ
Μᾶς δέχτηκε ὅπως ὁ καιρὸς χωρὶς κανένα χάσμα.
Οἱ φλέβες τοῦ βράχου κατέβαιναν ἀπὸ ψηλὰ
στριμμένα κλήματα γυμνὰ πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ ἄγγιγμα τοῦ νεροῦ, καθὼς τὸ μάτι ἀκολουθώντας τις
πάλευε νὰ ξεφύγει τὸ κουραστικὸ λίκνισμα
χάνοντας δύναμη ὁλοένα.
Ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ ἥλιου ἕνας μακρὺς γιαλὸς ὁλάνοιχτος
καὶ τὸ φῶς τρίβοντας διαμαντικὰ στὰ μεγάλα τείχη.
Κανένα πλάσμα ζωντανὸ τ᾿ ἀγριοπερίστερα φευγάτα
κι ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης ποὺ τὸν γυρεύουμε δυὸ χρόνια τώρα
ἄγνωστος λησμονημένος ἀπ᾿ ὅλους κι ἀπὸ τὸν Ὅμηρο
μόνο μία λέξη στὴν Ἰλιάδα κι ἐκείνη ἀβέβαιη
ριγμένη ἐδῶ σὰν τὴν ἐντάφια χρυσὴ προσωπίδα.
Τὴν ἄγγιξες, θυμᾶσαι τὸν ἦχο της; κούφιο μέσα στὸ φῶς
σὰν τὸ στεγνὸ πιθάρι στὸ σκαμμένο χώμα-
κι ὁ ἴδιος ἦχος μὲς στὴ θάλασσα μὲ τὰ κουπιά μας.
Ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης ἕνα κενὸ κάτω ἀπ᾿ τὴν προσωπίδα
παντοῦ μαζί μας παντοῦ μαζί μας, κάτω ἀπὸ ἕνα ὄνομα:
«Ἀσίνην τε... Ἀσίνην τε...»
καὶ τὰ παιδιά του ἀγάλματα
κι οἱ πόθοι του φτερουγίσματα πουλιῶν κι ὁ ἀγέρας
στὰ διαστήματα τῶν στοχασμῶν του καὶ τὰ καράβια του
ἀραγμένα σ᾿ ἄφαντο λιμάνι-
κάτω ἀπ᾿ τὴν προσωπίδα ἕνα κενό.
Πίσω ἀπὸ τὰ μεγάλα μάτια τὰ καμπύλα χείλια τοὺς βοστρύχους
ἀνάγλυφα στὸ μαλαματένιο σκέπασμα τῆς ὕπαρξής μας
ἕνα σημεῖο σκοτεινὸ ποὺ ταξιδεύει σὰν τὸ ψάρι
μέσα στὴν αὐγινὴ γαλήνη τοῦ πελάγου καὶ τὸ βλέπεις:
ἕνα κενὸ παντοῦ μαζί μας.
Καὶ τὸ πουλὶ ποὺ πέταξε τὸν ἄλλο χειμώνα
μὲ σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζωῆς,
κι ἡ νέα γυναίκα ποὺ ἔφυγε νὰ παίξει
μὲ τὰ σκυλόδοντα τοῦ καλοκαιριοῦ
κι ἡ ψυχὴ ποὺ γύρεψε τσιρίζοντας τὸν κάτω κόσμο
κι ὁ τόπος σὰν τὸ μεγάλο πλατανόφυλλο ποὺ παρασέρνει
ὁ χείμαρρος τοῦ ἥλιου
μὲ τ᾿ ἀρχαῖα μνημεῖα καὶ τὴ σύγχρονη θλίψη.
Κι ὁ ποιητὴς ἀργοπορεῖ κοιτάζοντας τὶς πέτρες κι ἀνα-
ρωτιέται
ὑπάρχουν ἄραγε
ἀνάμεσα στὶς χαλασμένες τοῦτες γραμμὲς τὶς ἀκμὲς τὶς
αἰχμὲς τὰ κοῖλα καὶ τὶς καμπύλες
ὑπάρχουν ἄραγε
ἐδῶ ποὺ συναντιέται τὸ πέρασμα τῆς βροχῆς τοῦ ἀγέρα
καὶ τῆς φθορᾶς
ὑπάρχουν, ἡ κίνηση τοῦ προσώπου τὸ σχῆμα τῆς στοργῆς
ἐκείνων ποὺ λιγόστεψαν τόσο παράξενα μὲς στὴ ζωή μας
αὐτῶν ποὺ ἀπόμειναν σκιὲς κυμάτων καὶ στοχασμοὶ μὲ
τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ πελάγου
ἢ μήπως ὄχι δὲν ἀπομένει τίποτε παρὰ μόνο τὸ βάρος
ἡ νοσταλγία τοῦ βάρους μιᾶς ὕπαρξης ζωντανῆς
ἐκεῖ ποὺ μένουμε τώρα ἀνυπόστατοι λυγίζοντας
σὰν τὰ κλωνάρια τῆς φριχτῆς ἰτιᾶς σωριασμένα μέσα στὴ
διάρκεια τῆς ἀπελπισίας
ἐνῶ τὸ ρέμα κίτρινο κατεβάζει ἀργὰ βοῦρλα ξεριζωμένα
μὲς στὸ βοῦρκο
εἰκόνα μορφῆς ποὺ μαρμάρωσε μὲ τὴν ἀπόφαση μιᾶς πίκρας παντοτινῆς.
Ὁ ποιητὴς ἕνα κενό.
Ἀσπιδοφόρος ὁ ἥλιος ἀνέβαινε πολεμώντας
κι ἀπὸ τὸ βάθος τῆς σπηλιᾶς μία νυχτερίδα τρομαγμένη
χτύπησε πάνω στὸ φῶς σὰν τὴ σαΐτα πάνω στὸ σκουτάρι:
«Ἀσίνην τε Ἀσίνην τε...». Νἄ ῾ταν αὐτὴ ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης
ποὺ τὸν γυρεύουμε τόσο προσεχτικὰ σὲ τούτη τὴν ἀκρόπόλη
ἀγγίζοντας κάποτε μὲ τὰ δάχτυλά μας τὴν ὑφή του πάνω στὶς πέτρες.

(Ἀσίνη, καλοκαίρι ῾38 - Ἀθήνα, Γεν. ῾40,

Γιώργος Σεφέρης, Ημερολόγιο Καταστρώματος Α)













































































































15 September 2014

[Τα ίχνη του τράγου]

Από εδώ μπροστά πέρασε το καλοκαίρι

ένα άγριο φως αρπάχτηκε από το δέρμα σου

κι ανατρίχιασες κάπως



Εκεί στην άκρη, είπα

είναι ένας γερό τράγος

γύρισε να τον δεις, πώς αστράφτει



Αυτός συδαύλιζε τις γιορτές.



Φάνηκε σαν ευκαιρία, τότε

σε έπιασα από τους ώμους

δεν ήθελα να σε αφήσω, πάλεψα

έπλασα ύλες και χρώματα

ώσπου μείνανε τα χνάρια μου

κάτι μουτζούρες

στο φως που μοιράστηκε

το χνούδι σου



Ποιος τράγος, ρώτησες

δεν είδα· που;

θυσίασες την πλάτη σου στην απορία

αλήθεια πώς αστράφτει;



Η αλήθεια ήταν πως, εκείνη τη στιγμή,

δεν ξέρω πως, αλλά κάπως άστραψε.

(Σώτος Δασκαλόπουλος, 2014)

(Bill Brandt, Van Gogh’s room, Asylum of St. Paul de Mausole, Saint-Remy-de-Provence)

14 September 2014

Οι πέντε μάγκες ήταν έξι

Οι "Πέντε μάγκες του Περαία", ήταν έξι, κι ο μούργος επτά, άγνωστο όμως γιατί στο τραγούδι διασώθηκαν μόνο οι πέντε, ήταν όλοι τους νταήδες, μπράβοι και ιδιοκτήτες δηλαδή στα μαγαζιά πέριξ του λιμανιού.

 
(Κώστας Περιβόλας, Αργύρης Τζώρτζης και Νίκος Μάθεσης, όρθιοι, και Βαγγέλης Βετούλας, Μαρίνος Βογιατζής, Σωτήρης Περιβόλας, καθιστοί, στις φυλακές της Αίγινας στα 1932)



( Νίκος Μάθεσης ή Τρελάκιας, Μαρίνος Βογιατζής ή Μουστάκιας και Μούργος, στην Τρούμπα)

 http://youtu.be/sJqpyb1pBoI

http://youtu.be/5pIeV8sJ-N8

(Όμως μόνο για τους τρεις, από αυτούς τους μάγκες, άκουσα ή έμαθα κάποια πράγματα αργότερα, σκόρπιες ιστορίες... η ζωή τους, η κάθε στιγμή τους, ήταν εντελώς ζυμωμένη με το ρεμπέτικο τραγούδι, από εκείνες τις σπάνιες φορές στην ιστορία όπου δημιουργοί, έργα και θεματογραφία είναι αξεδιάλυτα.)

Ο Νίκος Μάθεσης ή "Τρελάκιας" ήταν ένας από τους πρωτοπόρους στιχουργούς του ρεμπέτικου,   

Έδιωξα κι εγώ μια γάτα / πού’ χε γαλανά τα μάτια
σαν κοιμόμουνα τη νύχτα / μου’ χωνε βαθιά τα νύχια…
(Η ΓΑΤΑ, 1934, χασάπικο που τραγούδησε ο Στελάκης Περπινιάδης)

Τα τραγούδια του Μάθεση * θεωρούνται από τα πιο αντιπροσωπευτικά εκείνης της περιόδου. Το τραγούδι του Τσιτσάνη «Σε διώξαν απ’ την Κοκκινιά» (1950), σε στίχους του (Μάθεση), ήταν μεγάλη επιτυχία της εποχής. Μετά τον θάνατό του ηχογραφήθηκε το ανέκδοτο τραγούδι του «Ένας λεβέντης έσβησε», το οποίο είχε γράψει για τον θάνατο του Άρη Βελουχιώτη, από τον Γιώργο Νταλάρα, στον δίσκο «Τα ρεμπέτικα της κατοχής» (1980). Ο Μάθεσης ήταν στιχουργός που έγραφε άμεσα τα βιώματά του από τον υπόκοσμο του Πειραιά. Ήταν σκληρός άντρας, και βίαιος μάγκας της Τρούμπας που ο ίδιος χαρακτήρισε κόλαση, κι όπου κάθε μέρα γίνονταν φόνοι. Στη διάρκεια του μεσοπολέμου, όλοι οι κουτσαβάκηδες κι οι νταήδες τον υπολόγιζαν και έγινε πασίγνωστος με το ψευδώνυμο ο Τρελάκιας. 
Το 1938 διέπραξε και φόνο, όταν ευρισκόμενος σε άμυνα, σκότωσε τον Στρίγκλα, γνωστό και επίφοβο μάγκα της Φρεαττύδας.
 

 Τα δυο αδέλφια Περιβόλα, ήταν επίσης νταήδες ονομαστοί, ο Κώστας Περιβόλας πριν δείρει τον αντίπαλο του τον ρώταγε πρώτα, τι να σου σπάσω.. χέρι, πόδι, ή πλευρά...
Η ιστορία τους μπερδεύεται ανάμεσα στα ντουμάνια της εποχής τους, κι ο ίδιος ο Κώστας την μια εμφανίζεται να σκοτώνεται μπαμπέσικα, από δυο μανιατάκια 20-23 χρόνων στα καρβουνιάρικα..με δυο μαχαιριές στην πλάτη, την άλλη να ζει μέχρι τα γεράματα του το 1983, και ακόμα μια εκδοχή τον θέλει αλύγιστο ήρωα (ίσως ήταν συνωνυμία όμως) να βασανίζεται και εν τέλει να εκτελείται από τον ίδιο τον προδότη Πλυτζανόπουλο στο Μπλόκο της Κοκκινιά!
Όπως κι αν είναι πρόκειται για μυθικούς χαρακτήρες από μυθική γενιά, μάνα τους ήταν η Ελένη Τενεκίδου (η περιβόητη Έλλη που "θέλει σκότωμα ... " του παλιού τραγουδιού, που όμως δεν καταγράφει την αλήθεια!). Τα αγόρια πάντως με τις τρεις αδελφές τους και τη μάνα τους, που είχε χωρίσει από τον πατέρα τους Γιάννη Περιβόλα, είχαν φτάσει πρόσφυγες από τα Βουρλά στην Κοκκινιά, όπου μεγάλωσαν και έγιναν υπολογίσιμοι παράγοντες στη μάγκικη ζωή του Πειραιά, ειδικά ο Σωτήρης, που ήταν πιο ρωμαλέος και πιο ''βαρύς'' τύπος, και πριν τον πόλεμο μάλιστα ''έπεσε'' φυλακή για φόνο, αφού ''μπιστόλισε'' κάποιον αντιβενιζελικό. Στη κατοχή όμως πήρε μέρος ενεργά στην Εθνική Αντίσταση, και το '47-48 βρέθηκε στις φυλακές Αίγινας, καταδικασμένος σε θάνατο, αλλά τη γλύτωσε τη τελευταία στιγμή με χάρη!
Το 1927 όμως τα δυο αδέλφια άνοιξαν την περίφημη ταβέρνα ΠΕΡΙΒΟΛΑΣ στη "γέφυρα", από την οποία προπολεμικά πέρασαν όλοι οι ρεμπέτες, αλλά κυρίως μεταπολεμικά ήταν που έπαιξε σπουδαίο ρόλο για το λαϊκό τραγούδι και τους δημιουργούς του, κι έμεινε ανοιχτή μέχρι το 1968, την εποχή δηλαδή που πέθανε ο Σωτήρης.

Αργότερα στο ίδιο κτίριο, ο Θεός να το κάνει κτίριο κάτι παραπήγματα ήταν, άνοιξε κεμπαπτζίδικο με την επωνυμία Ο ΑΣΣΟΣ, όπου πηγαίναμε καμιά φορά οικογενειακώς, ή λίγα μέτρα πιο κάτω στο αρχαιότερο ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΟΝ, κι εκεί συνήθως άκουγα τις ιστορίες για του Περιβόλα και του Κεφάλα, το άλλο κέντρο απέναντι στην οδό Τσαλδάρη που όμως τότε ο κόσμος την έλεγε οδός Οκτώ, ή ακόμα κι οδό Φραγκοσυριανής, και πως εκείνες τις εποχές του '50 και του '60, σε αυτά τα δυο μαγαζιά μαζευόταν όλος ο “καλός" κόσμος, καλλιτεχνικός αλλά και αριστοκρατία από την Αθήνα και την Κηφισιά”, για να ακούσουν και για να δουν, τον Καζαντζίδη, τη Μαρινέλα, τη Μαρίκα Νίνου.

(*) ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΑΘΕΣΗ:
  1. «ΜΕΣ ΣΤΟΥ ΝΙΚΗΤΑ ΤΟΝ ΤΕΚΕ» (βαρύ και παραπονιάρικο ζεϊμπέκικο. Προηγείται ωραίο και μεγάλο ταξίμι)
Μουσική: Γιάννης Δραγάτσης ή Ογδοντάκης ή Ογδόντας / Ερμηνεία: Γιώργος Παπασιδέρης / Δίσκος του 1931
2. «Ο ΓΕΩΡΓΟΣ»
Μουσική: Δημήτρης Μπαρούσης ή Μπαρούς ή Λορέντζος / Ερμηνεία: Γιώργος Παπασιδέρης
3. «ΓΥΦΤΟΠΟΥΛΑ»
Μουσική: Γ. Μπάτης / Ερμηνεία: Γ. Μπάτης
4. «ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ Ο ΤΣΑΜΠΟΥΚΑΣ», (βαρύ ζεϊμπέκικο)
Μουσική: Πέτρος Κυριακού / Ερμηνεία: Πέτρος Κυριακού / Δίσκος του 1932
5. «Ο ΝΤΟΥΝΤΑΣ» (ζεϊμπέκικο). Αναφέρεται σε υπαρκτό πρόσωπο, τον Σαλαμίνιο Βαγγέλη Λύτρα, αδερφό της μάνας του Μάθεση.
6. «Ο ΝΙΚΟΣ Ο ΤΡΕΛΑΚΙΑΣ», (ζεϊμπέκικο)
Μουσική: Ανέστης Δελιάς ή Αρτέμης / Ερμηνεία: Ανέστης Δελιάς ή Αρτέμης / Δίσκος του 1933
7. «ΜΠΑΡΜΠΟΥΤΑΤΖΗΣ» (ζεϊμπέκικο)
Μουσική: Μανόλης Χρυσαφάκης ή Φυστιξής / Ερμηνεία: Στελλάκης Περπινιάδης / Δίσκος του 1934
8. «ΚΟΥΛΟΥΡΙΩΤΙΣΣΑ» (χασάπικο)
Μουσική: Δημήτρης Μπαρούσης ή Μπαρούς ή Λορέντζος / Ερμηνεία: Γιώργος Παπασιδέρης / Δίσκος του 1935
9. «ΒΡΕ ΜΑΓΚΑ ΜΟΥ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΣΟΥ» (ζεϊμπέκικο)
Μουσική: Ανέστης Δελιάς ή Αρτέμης / Ερμηνεία: Ανέστης Δελιάς ή Αρτέμης / Δίσκος του 1935
10. «ΜΑΣ ΚΥΝΗΓΟΥΝ ΤΟΝ ΑΡΓΙΛΕ» (βαρύ ζεϊμπέκικο)
Μουσική: Δημήτρης Μπαρούσης ή Μπαρούς ή Λορέντζος / Ερμηνεία: Ρόζα Εσκενάζυ / Δίσκος του 1936
11. «ΣΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ» (χασάπικο)
Μουσική: Δημήτρης Μπαρούσης ή Μπαρούς ή Λορέντζος / Ερμηνεία: Ρόζα Εσκενάζυ / Δίσκος του 1938
12. «ΣΟΥ’ ΧΑ ΧΑΡΙΣΕΙ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ» (χασάπικο)
Μουσική: Γιάννης Παπαϊωάννου / Δίσκος του 1939
13. «ΑΡΡΩΣΤΗΣΑ ΜΑΝΟΥΛΑ ΜΟΥ» (ζεϊμπέκικο)
Μουσική: Στελλάκης Περπινιάδης / Ερμηνεία: Στελλάκης Περπινιάδης / Δίσκος του 1947
14. «ΜΑΥΡΑ ΤΑ ΒΛΕΠΩ» (χασάπικο)
Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης / Ερμηνεία: Πρόδρομος Τσαουσάκης / Δίσκος του 1949
15. «Ο ΝΟΙΚΟΚΥΡΗΣ» (χασάπικο)
Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης / Ερμηνεία: Πρόδρομος Τσαουσάκης / Δίσκος του 1950
16. «ΣΕ ΔΙΩΞΑΝ ΑΠ’ ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΙΑ» (ζεϊμπέκικο)
Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης / Ερμηνεία: Πρόδρομος Τσαουσάκης και Ρένα Στάμου
Δίσκος του 1950
17. «ΨΕΥΤΙΚΕ ΚΟΣΜΕ» (ζεϊμπέκικο)
Μουσική: Σταύρος Τζουανάκος / Ερμηνεία: Σταύρος Τζουανάκος / Δίσκος του 1951
18. «ΚΑΘΕ ΜΑΝΑ ΑΓΑΠΑΕΙ» (ζεϊμπέκικο)
Μουσική: Νίκος Βούλγαρης / Ερμηνεία: Νίκος Βούλγαρης / Δίσκος του 1958
19. «ΕΝΑΣ ΛΕΒΕΝΤΗΣ ΕΣΒΗΣΕ» (ζεϊμπέκικο)
Μουσική: Μιχάλης Γενίτσαρης / Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας
Δίσκος του 1980, «Ρεμπέτικα της κατοχής», MINOS DAL-MSM  


πηγές: προσωπικές αναμνήσεις αφηγήσεων και η σελίδα