28 October 2013

Η σημαία μου

   Νίκαια 1968, 28 Οκτωβρίου, πρώτη παρέλαση, με το νηπιαγωγείο, ντυμένος στην τρίχα, με το πράσινο τσόχινο μπλέιζερ του σχολείου, άσπρο πουκάμισο, γραβάτα με λάστιχο μάλλον στο λαιμό, γκρι σορτσάκι και μαύρα γυαλισμένα παπούτσια.
Θυμάμαι με ζωντάνια, λες και έχω "κρατήσει" τα ματόκλαδα μου σαν κορνίζα στην εικόνα, την αναμονή στην οδό Καισαρείας, όπου είχαμε μαζευτεί τα σχολεία περιμένοντας τη σειρά μας, να βγούμε στην οδό Κύπρου και όσο καμαρωτά αντέχαμε να περάσουμε σε λίγο από την πλατεία Όσιας Ξένης και, υπό τα εμβατήρια της μπάντας στην οποία κυριαρχούσαν τα τούμπανα, να καταφέρουμε μέσα στο πανδαιμόνιο να στρίψουμε τη δεδομένη στιγμή δεξιά το κεφάλι προς την σημαιοστολισμένη αλλά γκρίζα και ζοφερή εξέδρα, και το ηρώο των πεσόντων, του Ζογγολόπουλου, το οποίο έστεκε, κι ακόμα στέκει, σαν αντικατοπτρισμός του πραγματικού ηρωικού τόπου που βρίσκεται λίγα μέτρα πιο πέρα, η μάντρα όπου τον Αύγουστο του 1944 οι Γερμανοί με τους ταγματασφαλίτες συνεργάτες τους εκτέλεσαν 200 πατριώτες, έτσι λέει η αναθηματική πλάκα για το μπλόκο της Κοκκινιάς. Καθόλου εύκολη δουλειά δηλαδή για ένα πεντάχρονο. Αυτή ήταν η υπόθεση, και γι΄αυτήν μας είχαν συστηματικά προετοιμάσει με προβαρίσματα στην αυλή και στους δρόμους γύρω από το σχολείο από εβδομάδες πριν.
Στην πραγματικότητα όμως, εκείνες ακριβώς τις στιγμές όπου έπρεπε να λειτουργήσουν αποτελεσματικά όλες αυτές οι οδηγίες και οι αυτοματισμοί, και ενώ κοιτούσα τα φρεσκολουσμένα κεφάλια των συμμαθητριών μου αφαιρέθηκα οριστικά, και αμετάκλητα έχασα κάθε επαφή με τον κοινό σκοπό. Τα τούμπανα, τις σημαίες, το ηρώο, ακόμα και τους ήρωες εκείνη την ώρα δεν τους σκέφτηκα καθόλου, το παραδέχομαι, ούτε καν τη δασκάλα ή την ντροπή που θα έδινα στη μάνα μου, και έτσι χωρίς δεύτερη σκέψη όρμισα για να αποσπάσω το πολύτιμο λάφυρο, γιατί ως τέτοιο μάλλον το έβλεπα, από τα χέρια του Θανάση που το σήκωνε ήδη καμαρωτός. Γράπωσα το κοντάρι της σημαίας ταμπέλας και σήματος, όλα αυτά μαζί ήταν το αντικείμενο του πόθου μου, και το τράβηξα απότομα, έκπληξη, ο Θανάσης δεν υποχώρησε αλλά γραπώθηκε κι αυτός από το ξύλο και τραβούσε γερά, για λίγη ώρα χελιδονάκια φτεροκοπούσαν σπασμωδικά στο πράσινο φόντο που τραντάζονταν, η σημαία του σχολείου πήγαινε κι ερχόταν μπροστά από τα προσφυγικά με τα ασπρισμένα λόγω της ημέρας πεζοδρόμια, κάποιοι ήδη γελούσαν. Κανείς δεν υποχωρούσε, νομίζω δεν φωνάζαμε καν, αλλά τραβούσαμε την ταμπέλα μας με όλη τη δύναμη μας σφίγγοντας τα δόντια, ποιος ξέρει τι σόι Ιλιάδα είχαμε ακόμα να παίξουμε, ώσπου όρμησε η δασκάλα και χάλασε τη σκηνή, η σημαία σηκώθηκε σε ύψος που δεν φτάναμε, και δόθηκε η σολομώντεια λύση, στο ΟΧΙ ο Θανάσης, και στο ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ ο Κώστας. Δεν με ικανοποιούσε αφού θα χρειαζόταν να περιμένω για κάτι που δεν ήξερα τι ήταν και πότε ήταν, αλλά δεν μπορούσα να κάνω κι αλλιώς, αλλά και δεν υπήρχε πια χρόνος, ήταν η σειρά μας, χώσαμε τα πουκάμισα μέσα στα πανταλόνια, μας χτένισαν τις φράντζες, και ξεκινήσαμε αναψοκοκκινισμένοι προς τον ήχο από τα τούμπανα.


*Στη φωτογραφία είμαστε όλοι μαζί στην αυλή του σχολείου λίγο πριν ξεκινήσουμε για την παρέλαση και την διελκυστίνδα της σημαίας, εγώ είμαι στην κούνια με το ανοιχτό σακάκι, δίπλα μου ο Καλιγέρης, και πίσω μισοκρυμμένος ο ξανθός Θανάσης κάτω από μια μουσμουλιά, άλλους δεν θυμάμαι.
Ο Θανάσης έγινε ο πρώτος μου φίλος, κάλαντα και σαχλαμάρες, κάθε σχολείο μέχρι και το λύκειο μαζί το πήγαμε, αλλά και μετά κάναμε παρέα, φτιάχναμε ταινιάκια με μια μηχανή σούπερ8, παίζαμε μπιλιάρδο και πόκερ, ίσως η πράσινη τσόχα ανακαλούσε κάποια  οικειότητα παλιά όσο τα σακάκια εκείνης της παρέλασης, ξενυχτούσαμε συζητώντας για λογοτεχνία ή εξερευνούσαμε τα μπαρ στην Πλάκα και στα Εξάρχεια, ακούγαμε λαικά, σχεδιάζαμε περιοδικά, αργότερα κατά την ενηλικίωση σιγά σιγά χαθήκαμε. Τον αποχαιρέτησα πολύ νωρίς, μια σκληρή μέρα της φετινής άνοιξης.
Δεν ξέρω πως να τελειώσω αυτό το σημείωμα, θα το προσπαθήσω με μια τεχνική έκθεση, να αναπαραστήσω εκείνη την επίμαχη σημαία, σήμερα, υπολογίζω πως ήταν κατασκευασμένη από κόντρα πλακέ, ένα παραλληλόγραμμο περίπου 60Χ50 εκατοστά, βαμμένο με πράσινη λαδομπογιά, και ήταν καρφωμένη πάνω σε κοντάρι ύψους περ. 120 εκ, επίσης, πράσινα βαμμένο, πάνω σε κάθε πλευρά αυτής της ατσαλάκωτης σημαίας υπήρχε ένα ζωγραφισμένο χελιδονάκι, μαύρο με έντονη διχαλωτή ουρά και άσπρη κοιλιά σε στάση (οξύμωρο) πτήσης, από κάτω ή από πάνω θα σας γελάσω έφερε την επιγραφή Τ Α  Χ Ε Λ Ι Δ Ο Ν Α Κ Ι Α  σε χαλαρή καμπύλη διάταξη.
Αυτή ήταν η μοναδική σημαία για την οποία πολέμησα.

27 October 2013

Ο ΩΡΑΙΟΣ ΔΡΑΠΕΤΗΣ*

[* "Φτηνό το φως, φτηνά μαγαζιά, φθηνότερα λόγια./ Άλλοι έφυγαν, άλλοι κοιμούνται, άλλοι πεθάνανε./ Κι αυτοί κι εκείνοι το ίδιο γερνάνε./ Εσύ αρνήθηκες τον γενικό κανόνα./ Άφησες... _ Γ. Ρίτσος]

Η διπολική διαταραχή (μανιοκατάθλιψη) είναι μια ψυχική ασθένεια που χαρακτηρίζεται από δύο συναισθηματικές διαταραχές, τη μανία και την κατάθλιψη. Αναρωτιέμαι αν από αυτό μπορεί να πάσχει ένας τόπος, ο δικός μας έχει όλα τα συμπτώματα διαχρονικά.
Ας αφήσουμε έξω τα πολύ γνωστά δίπολα που μας ταλάνισαν και το ιστορικό τους, τον εθνικό διχασμό και τον εμφύλιο, κι ας δούμε τα καθημερινά, πριν λίγα χρόνια ακόμα ήμασταν ο περιούσιος λαός του πλανήτη (μόνοι μας τα λέγαμε, και για του λόγου το αληθές μπουκώναμε αναβολικά κάτι γομάρια για να φέρνουν τα χρυσά που πολύ τα θέλαμε), σήμερα έχουμε βρεθεί στην άλλη πλευρά, στην κατηγορία σκουπίδια. Η συναισθηματική διαταραχή της κοινωνίας ή των μικροκοινωνιών είναι, σήμερα, για μια ακόμα φορά σε κατάσταση παροξυσμού, είτε μιλάμε για τις πολιτικές ταυτότητες ή γενικότερα για τον δημόσιο χώρο. Γι αυτό το πείραμα "φροντίζει", τουλάχιστον, η μισή ηγεσία του πλανήτη. Στο επίπεδο της πόλης όμως, αφού πρώτα ιδρύσαμε πόλεις δίπολα (Αθήνα - Θεσσαλονίκη), γειτονιές δίπολα (βόρεια και νότια προάστια), πλατείες που λειτουργούν ως κοινωνικά δίπολα, Εξάρχεια και Κολωνάκι, αυτό το τελευταίο μάλιστα δίπολο κλωνοποιήθηκε σε κάθε πολη, ως το εκείνο του καφενείου έφτασε η μανία μας, παράδειγμα, στο καφέ που συχνάζουν οι νεόπλουτοι, "βλάχοι", όπου όλα είναι σηματοδοτημένα από την λαμπερή διεθνοποιημένη αισθητική του καινούργιου, απέναντι σχεδόν πάντα "στέκει" το καφενείο των "ψαγμένων", με την αντίστοιχη ομογενοποιημένη αλλά ματ αισθητική του μεταχειρισμένου.
Τα αστικά δίπολα βέβαια αν και φιλοδοξούν να ορίζουν την απόσταση από το οικείο ως το ανοίκειο, είναι επινοημένα για να φαντασιώνονται τη διαφορά των φυλών, αλλά βιώνουν την απευκταία πραγματικότητα, να ανήκουν στον ίδιο (διχασμένο) κόσμο ή οργανισμό, και στην περίπτωση της πόλης (μας) στον τρέχοντα πολιτισμό (life style) όπου η επιθυμία είναι φτιαγμένη από γυψοσανίδα, inox σε αυτοκόλλητο, και ψευδοροφές, ανεξαρτήτως προθέσεων, είναι τόποι σχεδόν παραδειγματικοί, όπου καταναλώνεται μια προκατασκευασμένη αισθητική παρά παράγεται μια νέα. Ίσως περισσότεροι πια κατανοούν πως δεν χρειαζόμαστε νέα δίπολα, όσο μια νέα αντίληψη και ηθική της χρήσης για τα υλικά και τα άυλα που συγκροτούν τον δημόσιο χώρο πέρα από το αγοραία αναμενόμενο.


** αργότερα, την ίδια μέρα, μαθεύτηκε η είδηση πως πέθανε ο Λου Ρηντ, η πρώτη σκέψη μου ήταν, μαλακία έκανε, και μετά πως θα του πήγαινε ο τίτλος της ανάρτησης.

[ σαν την ευωδιά του Λιβάνου ]

Κοιμήθηκα όπως κοιμούνται τα ζαρκάδια στη Γαλαάδ,
με το τρεχαλητό ετοιμασμένο,
κι ονειρεύτηκα, δυο λόγια, ψιθυριστά,
                   σαν την ευωδιά του Λιβάνου
σαν την ευωδιά του Λιβάνου,
χωρίς πριν και χωρίς μετά,
άσχημο είναι να ξεχνάς,
μα χειρότερο να πάψεις να ονειρεύεσαι.

Κι ήρθε μια χιλιόχρονη χελώνα το πρωί, 
με ζωγραφισμένο ένα χαμόγελο στο καβούκι της,
και είπε, άσμα ασμάτων, μάτια μου,
αλλά πρώτα, σκούπισε τα χείλια σου, 
στάζουν στο μαξιλάρι το νυφιάτικο.

ΣΔ



12 October 2013

[Σπάρτα Χαλισί ]

Είπανε πως το είχε φέρει στο διωγμό
από την πατρίδα τυλιγμένο σε ρολό
μεγάλη περιπέτεια
κι ήτανε όση Σπάρτα του είχε απομείνει,
με περικοκλάδες ωχρές και γαλάζιες, βαθυκόκκινο φόντο και κρόσσια σαν κρέμα.


Δεν τον γνώρισες αλλά αυτό το καμάρωνες,
έβγαζες τα παπούτσια και περπάταγες διστακτικά, ένιωθες
ώσπου αποξεχάστηκες και δεν το ξανακοίταξες
κι αν πέρναγες κάθετα, κι αν πέρναγες οριζόντια
δεν έμπλεκε η ματιά σου στα σχέδια του
δεν καθυστερούσες άλλο,
αλλά το μετάξι του φαγώθηκε και ξέφτισε
κι εσύ μια μέρα σκόνταψες,
σάστισες, και κοίταξες ξανά, τελικά
αλλά να το πετάξεις πια, να μην πέσεις,
το ήξερες κι εσύ 
πως καταναλώσατε αλλήλους,
εσύ μαλακωσιά και μια πατρίδα
κι εκείνο όσο βάρος χρειάστηκε
να μείνει στη γη της ξένης πόλης.


Ότι είχε το έδωσε και ότι ήθελε το πήρε


Το βρήκα τυλιγμένο πάλι σε ρολό δίπλα σε έναν κάδο,
κι είτε από ευγνωμοσύνη που το μάζεψα
και τώρα το πατώ,
είτε από σκέτο θαύμα,
το χαλί
ψιθύρισε πολλά, ψευδίζοντας, κι ένα βράδυ μάλιστα, την ιστορία σας.

(ΣΔ)



07 October 2013

[Lapin Agile]

Μια νύχτα βαθιά και ήσυχη και μπλε
        ονειρεύτηκα ένα παγόνι ξεχασμένο
σαν κορίτσι που δεν απαντά στα πειράγματα
                                         έξω από το Lapin Agile,
                 με όλο τον κόσμο μέσα να τραγουδά
                                                       για έναν Albert,
                                  στη μια στροφή, αναρχικός
                                           στην άλλη, μαστροπός
                        μα στο ρεφρέν, άτυχος φοιτητής
                         τον βρήκαν σφαγμένο ένα πρωί 
                                         αντίκρυ, στο εικοσιδυό
                                         του δρόμου με τις ιτιές.

Και τότε γέλασες εσύ,
        σαν ο Picasso σε κάποιον φώναξε,
               ευλογημένος αυτός που ξέχασε τις λέξεις

          και τις βρήκε ξανά, όλες και μια παραπάνω.

(Σώτος Δασκαλόπουλος)

((Old Pine Tree and Peacock", Itō Jakuchū (1716–1800), Tokyo)

06 October 2013

[Θ]

Ήθελα να γίνω θάλασσα


για ν΄ αρχινώ με έναν κύκλο με τον ορίζοντα μέσα του
έτσι, να κλέβω τις ματιές και τις επιθυμίες,
δρόμος
να πάει την Ελένη και τον άντρα της στην Τροία
και να παιδέψω κι εγώ τον Οδυσσέα,
για όλα, μα πιο πολύ για τον χωρισμό, τα είκοσι χρόνια.


να έχω χρόνο για να έρχονται παιδιά να βουτούν
πόδια, χέρια και μαλλιά και να με κατουράνε,
να μην με νοιάζει που δεν θα θες,
εγώ να σε σκεπάζω.


με ένα μπλουμ, με μία δίνη να πνίγω τους στρατούς
που με νόμισαν τρυφερή σαν λιβάδι
και βασιλείς, κι ασεβείς, να κάνω 
να αυτοκτονούν στ΄ ακρωτήρια μπροστά μου,
να αρπάζω καράβια κι εργαλεία
ώσπου να ακούσω κραυγές απ΄τη στεριά.


να ρουφάω το φως κάθε πρωί
το βράδυ να χασομερώ να μην το βρίσκω,
να κυλούν αστροπελέκια στα βουνά γύρω μου και να ριγώ από ηδονή
να σπάζω βράχια, βρε αδερφέ
να αλλάζω τη γη.


Δεν έγινα όμως,
έμεινα χώμα που κάθε τόσο ανακατεύεται με λίγο, μόνο, νερό.
(Σώτος Δασκαλόπουλος)




















"παίζοντας με το ψαράκι μου", 2013, μολύβι σε χαρτί, Κώστας Μπομπός

05 October 2013

[φώτα πορείας]

Να είχαμε, λέει
το 'να μάτι κόκκινο,
τ' άλλο πράσινο,
σαν τα καράβια που δείχνουν τη νύχτα

να βλέπανε τουλάχιστον οι άλλοι
τη ρότα μας

(Σώτος Δασκαλόπουλος)