02 December 2015

Δεκεμβριανά κλαδέματα

Ο πατέρας μου γεννήθηκε Δεκέμβρη στις Σπέτσες. Στην κατοχή, όσοι από την οικογένεια απόμειναν, από την πείνα, ήρθαν στην Αθήνα να σωθούν. 
Μετά, κάθε Δεκέμβρη μου μίλαγε για τα Δεκεμβριανά, ζούσε παιδί τότε στη πρώτη γραμμή, στο Νέο Κόσμο. 
Δεν κόταγαν να ξεμυτίσουν από τους τοίχους, ένας "αράπης" ελεύθερος σκοπευτής ανεβασμένος στο παλιό εργοστάσιο του Φιξ κάθε μέρα έκανε μεγάλη ζημιά, μέχρι που μπόρεσε και τον έφαγε κάποιος ελασίτης.
Εγώ συνήθως κάθε Δεκέμβρη που, ανεβασμένος κλαδεύω μια μουριά, σκέφτομαι τον πατέρα μου,  θεοσχωρέστον, καμιά φορά φαντάζομαι πως είμαι ο αράπης που προσπαθεί, μέσα από τη διόπτρα, να τον πετύχει, απέναντι, μεσ΄την αυλή της οδού Ροϊκου.
Έχει πολλούς δρόμους η μνήμη, δόξα τω Θεώ όλους αχαρτογράφητους. 

Ο Γέρος της Ντάουνινγκ Στριτ
Σφίχτε τα πέτσινα ζωνάρια σας, της Φλάντρας εργάτες!
Ο Γέρος της Ντάουνινγκ Στριτ προγευματίζει σήμερα το πρωί
με τους 300 σας προδότες.
Κρατήστε τους γιους σας μέσα στο σπίτι, μανάδες της Αθήνας!
Ή ανάψτε γι’ αυτούς ένα κερί: απόψε το βράδυ
Ο Γέρος της Ντάουνινγκ Στριτ σας φέρνει πίσω
το Βασιλιά σας
Μπρος, σηκωθείτε απ’ τα κρεβάτια σας του Εργατικού Κόμματος λόρδοι!
Ελάτε να βουρτσίσετε του Γέρου της Ντάουνινγκ Στριτ
το αιματόβρεκτο σακάκι !
(Μπέρτολντ Μπρεχτ, Οκτώβρης 1944, μόλις είχαν φύγει οι Γερμανοί από την Ελλάδα)

22 October 2015

Τέλος Οκτωβρίου


Ο καιρός αγρίεψε, η βροχή δέρνει και σπάζει τα ξεραμένα του καλοκαιριού στον κάμπο, αλλά στα βουνά αδειάζει ο τόπος με τέτοια αντάρα. Φαινόταν.

Παλιότερα, βόρεια από τη Μελούνα, αν τύχαινε τέτοιος καιρός, έβρισκε τα κοπάδια στο κατέβασμα, στο δρόμο για τα χειμαδιά, οι τσοπάνηδες λούφαζαν και ζούσαν κάτω από την κάπα τους, τραγόμαλλο αδιαπέραστο, κετσές ήταν. Πρώτα όμως έχωναν τα ζώα σε όποια τρύπα έβρισκαν, το τόπο τον ήξεραν σαν το χέρι τους.
Τα πρόβατα σπρώχνονταν με τα μικρά τους κάτω από τις κοιλιές τους στο βάθος μιας σπηλιάς, σφιχτά, βέλαζαν σιγανά, με γουρλωμένα μάτια σαν να 'ταν εκεί του Κύκλωπα. Σμήνος από στρουθία της γης, μαλλιαρό κύμα που τρεμούλιαζε τα κουδούνια του στους κεραυνούς. Όλα ακινητούσαν να περάσει η καταιγίδα.
Αν ο καιρός κρατούσε, την άλλη μέρα, άρμεγαν σε δυο πέτρες για στρούγκα, και τυροκομούσαν όπως ήξεραν σε μια καλύβα φτιαγμένη από κλαδιά. 
Την τρίτη μέρα, που ο καιρός προς τα Καμβούνια ξάνοιγε, δεν ήταν και χειμώνας δα, έβγαζαν τα πρόβατα, που πήδαγαν έξω σπασμωδικά με πιασμένα μέλη, να βοσκήσουν. Παρατηρούσαν σοβαροί για ώρα τις κορυφές, τα πουλιά, και τις σπάλες από τα ψητό, για να καταλάβουν τι θα γίνει. Κοίταζαν ανήσυχοι μακριά τα μονοπάτια, είχαν το νου τους, τα αγρίμια μπορεί να ήταν ακόμα στα ψηλά, αλλά κάποιες φορές, τα σκυλιά περισσότερο, έπιαναν στον αέρα τη μυρωδιά από άγριους άντρες που τους ακολουθούσαν. Ετοιμάζονταν τότε, όχι για μάχη, ήταν ήμεροι άνθρωποι, μα για φιλοξενία, να τους πάρουν με το καλό, να τους ταΐσουν, να τους ζεστάνουν, να μιλήσουν τις γλώσσες τους, να τους δώσουν νέα, να τους ησυχάσουν, για να πάνε στο καλό να γυρέψουν αλλού τον πλούτο που θα κλέψουν, αρκεί να φύγουν από τη στράτα τους, να γλυτώσουν, να μείνει το κοπάδι ολάκερο. Μόνο μην έσερναν μαζί τους τραυματισμένο, ή χειρότερα, κανέναν κακομοίρη για λύτρα. Τότε έμπλεκαν, να κατεβάσουν ραβασάκια, να περιμένουν να ανεβάσουν απαντήσεις. Σβέλτα έδιναν ότι τους ζητούσαν, τσαρούχια, μυζήθρες, και καμιά πληροφορία με κοφτές λέξεις, να μην τους πάρει κανένα μάτι μαζί, και μπλέξουν με την χωροφυλακή παρακάτω, τούτοι ήταν χειρότεροι, δεν θα τους σκότωναν αλλά δεν το είχαν σε τίποτα να τους δέρνουν τρεις μέρες για να μαρτυρήσουν, ήξεραν δεν ήξεραν, κι άμα είχαν τα διαόλια τους ή έβρισκαν κανένα ίχνος να τους τραβολογούν ως τη Λάρισα, στο δικαστήριο, κι από εκεί στο Βόλο και φόρτωμα σε κανένα καΐκι, εξορία, στα νησιά.
Όταν έβλεπαν τέτοια κακοσημαδιά, μάζευαν τα συμπράγκαλα άρον άρον, παρατούσαν βιαστικά τη στρούγκα και τη σπηλιά, ούτε τη φρέσκια βοσκή σκεφτόντουσαν ούτε τα αστέγνωτα τυριά, φόρτωναν τα μουλάρια φτύνοντας τη γη, και έσπρωχναν τα πρόβατα, με φωνές και σφυρίγματα στα σκλια, στη κατηφόρα, να φτάσουν μια ώρα αρχύτερα στον Τύρναβο, κι ακόμα παραπέρα, να περάσουν το χειμώνα.

09 October 2015

[φρεναπάτη]

Θάνατος και γαμήσι
οι δυο πόλοι μιας φρεναπάτης
με το γαμήσι για να κερδίσει ζωή
με το θάνατο για να εξασφαλίσει παύση,
μα μόνο για τους άλλους
για τον ίδιο, ποτέ.

Τα βράδια ήταν μόνο νύχτα, που σκέπαζε τις μέρες
μια παλιά κουβέρτα που από κάτω της χανόταν 
τρέμοντας στα σπλάχνα του
να ξεφύγει από τα ανείπωτα
Και τα κατάφερνε,
μέχρι να ξημερώσει.

(Σώτος Δασκαλόπουλος, 2015)


ενσταντανέ από το φιλμ "σταυρωμένοι εραστές", 1954, Chikamatsu monogatari

06 October 2015

avaritia


Στη μια όψη, η ανατολή ξεθεμελιώνεται, στην άλλη, η δύση έχει χάσει τον έλεγχο και στα 7 θανάσιμα αμαρτήματά της, κι όλα τους έχουν συγχωνευτεί σε μια, θηριώδη πια, απληστία. 
Οι άνθρωποι μαθαίνουν να φεύγουν αλλά να μην πηγαίνουν, τίποτα δεν φωτίζει το δρόμο τους. Ό,τι σπάρθηκε στους άλλους διηθείται αργά αλλά αναπότρεπτα στον "ήμερο" κόσμο μας, όπου όσοι ακόμη βρίσκονται, ή έτσι νοιώθουν, στην πάνω πλευρά των πραγμάτων, συνεχίζουν να ετοιμάζουν με θαυμαστό επαγγελματισμό τα καλαντάρια τους, τα Φεστιβάλ, τις Μόστρες, τις Μπιενάλε, τις αναπαραστάσεις του μέλλοντος, τις καινοτομίες, και τις αριστείες, τις γυμναστικές επιδείξεις, τη μόδα για την άνοιξη 2016, τις εκθέσεις, τις παραστάσεις, τις επενδύσεις, όλες εκείνες τις μπαναλιτέ που τους επιτρέπουν να χάνουν τη μοναδική ευκαιρία που δίνει ο χρόνος, μόνο και μόνο για να θυμίζουν, ελαφρώς αλλά ναι θυμίζουν, τις συζητήσεις και τις σινιόρες στο γκολφ κλαμπ της Ρώμης στα 1942, όπου τις ενοχλούσαν οι μύγες του απογεύματος, ενώ εκείνες μαζεύονταν τιτιβίζοντας γύρω από το Γκαλεάτσο που τις έτρεφε, τις μύγες ναι, δίχως να φαντάζονται, αφού ούτε ο Γκαλεάτσο ούτε οι σινιόρες ήταν φτιαγμένοι για να φαντάζονται, μα ούτε οι ανίκητες μύγες, πως πλησίαζε η στιγμή που θα έπαιρναν το δρόμο ως το Σαλό και τη Βερόνα.

Εκτός κι αν ο θεός πάρει το σενάριο από τον Μαλαπάρτε και το αναθέσει στον Μπρεχτ, δεν έχει και πολλές επιλογές, κι εκείνος αλλάξει τις πόλεις και τα ονόματα.

(Κώστας Μπομπός, Οκτώβριος 2015)



*Hiroshi Sugimoto, Avalon Theatre-Catalina Island, 1993

04 October 2015

[το παλιό δέρμα]

Κάθε φθινόπωρο ξεχνιέμαι και περιμένω
να πέσει όλο το παλιό δέρμα μου
φύλλα ξερά
ξεχασμένο χλωμό αχρείαστο
Να έχω να ελπίζω στην άνοιξη
μετά
Οι φτέρνες μόνο γίνονται τραχιές
δυσοίωνες,
Κι αυτό είναι όλο. 

(Σώτος Δασκαλόπουλος)

Geof Kern



02 October 2015

"Οι ισπανοί αιχμάλωτοι", του Κούρτσιο Μαλαπάρτε

(από τον Καζανόβα, 1976, του Φεντερίκο Φελίνι)

Τον Φεβρουάριο του 1941 βρισκόμουν στο μέτωπο του Κάνας, ανάμεσα στη λίμνη Λάντογκα και το Λένινγκραντ, κοντά στον στρατηγό Έντκβιστ που διοικούσε μια φινλανδική μεραρχία. Μία μέρα, με καλεί ο στρατηγός Έντκβιστ.
"Πιάσαμε δεκαοχτώ ισπανούς αιχμαλώτους" μου λέει.
"Ισπανούς; Ώστε είστε σε πόλεμο με την Ισπανία;"
"Δεν ξέρω τίποτα" λέει αυτός. "Το θέμα είναι ότι τη νύχτα πιάσαμε δεκαοχτώ ρώσους αιχμαλώτους, που δηλώνουν Ισπανοί και μιλούν ισπανικά".
"Πολύ παράξενο".
"Πρέπει να τους ανακρίνουμε. Ασφαλώς μιλάτε ισπανικά".
"Όχι, δεν μιλώ ισπανικά".
"Τέλος πάντων, είστε Ιταλός, άρα πιο Ισπανός απ΄ότι εγώ. Πηγαίνετε, ανακρίνετέ τους, κι έπειτα βλέπουμε".
Πηγαίνω, βρίσκω τους αιχμαλώτους, που φρουρούνταν σε ένα παράπηγμα, τους ρωτάω αν είναι Ρώσοι ή Ισπανοί. Μιλάω στα ιταλικά, αργά, μου απαντούν στα ισπανικά, αργά, και καταλαβαινόμαστε θαυμάσια.
"Είμαστε σοβιετικοί στρατιώτες, αλλά είμαστε Ισπανοί". Μου εξηγούν πως είναι ορφανά του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, πως οι γονείς τους είχαν πεθάνει στους βομβαρδισμούς, στα αντίποινα κλπ, και πως ένα πρωί τους έβαλαν σε ένα σοβιετικό πλοίο, στη Βαρκελώνη, και τους έστειλαν στη Ρωσία, όπου τους τάισαν, τους έντυσαν, τους μόρφωσαν, όπου έμαθαν μια τέχνη, όπου έγιναν κόκκινοι στρατιώτες.
"Όμως είμαστε Ισπανοί".
"Είστε γραμμένοι στο Κομμουνιστικό Κόμμα΄" τους ρωτάω.
"Φυσικά"
"Καλώς. Μην το πείτε. Το είπατε σ΄εμένα προς το παρόν, αρκετά. Μην το ξαναπείτε σε κανέναν. Καταλαβαίνετε;"
'Όχι δεν καταλαβαίνουμε".
"Αυτό δεν έχει καμία σημασία. Αν το καλοσκεφτώ, ούτε εγώ καταλαβάινω τίποτα πια. Απλώς, να, πιστεύω πως είναι προτιμότερο να μην το ξαναπείτε σε κανέναν πως είστε Ισπανοί, κόκκινοι στρατιώτες γραμμένοι στο Κομουνιστικό Κόμμα".
"Όχι, δεν μπορούμε να δεχτούμε αυτόν τον συμβιβασμό. Μας ανέθρεψαν να λέμε την αλήθεια. Δεν είναι καθόλου κακό να είσαι κομμουνιστής και δεν θα το κρύψουμε".
"Καλώς. Κάντε ό,τι νομίζετε. Στο μεταξύ, να ξέρετε πως οι Φινλανδοί είναι λαός τίμιος και ανθρώπινος, πως κομμουνιστές υπάρχουν και ανάμεσα στους Φινλανδούς στρατιώτες, αλλά μάχονατι για την πατρίδα τους, που της επιτέθηκε η Ρωσία το 1939. Το να είσαι κομμουνιστής δεν έχει καμία σημασία, θέλω να πω. Αλλά με καταλαβαίνετε".
"Εμείς δεν καταλαβαίνουμε. Μας κάνετε προπαγάνδα - αυτό καταλαβαίνουμε κι αυτό είναι όλο".
"Όχι, αυτό δεν είναι όλο. Να ξέρετε ότι θα έκανα ό,τι μπορούσα ώστε να μην σας πειράξουν. Με καταλαβαίνετε;"
"Ναι"
Πήγα στον στρατηγό Έντκβιστ και του περιέγραψα τη συνομιλία μου με τους Ισπανούς"
"Τι να κάνουμε;" με ρωτάει ο στρατηγός Έντκβιστ. "Καταλαβαίνετε, η θέση τους είναι λεπτή. Είναι κομμουνιστές, εθελοντές Ισπανοί στον κόκκινο στρατό. Προφανώς ήταν παιδιά όταν τους έστειλαν στην ΕΣΣΔ. Δεν ευθύνονατι για την εκπαίδευση που τους έχει δοθεί. Προσωπικά, θέλω πολύ να τους σώσω. Καλύτερα να τηλεφωνήσετε στο φίλο σας τον Ντε Φοξά, τον πληρεξούσιο υπουργό της Ισπανίας. Παρακαλέστε τον εξ ονόματός μου να έρθει, θα τους παραδώσω τους αιχμαλώτους, και θα κάνει ό,τι νομίζει".
Έστειλα τηλεγράφημα στον Ντε Φοξά, που έλεγε περίπου τα εξείς: "18 αιχμαλωτισθέντες Ισπανοί έλα γρήγορα τους παραλάβεις".
Δυο μέρες μετά, ο Ντε Φοξά κατέφθανε με έλκηθρο μέσα σε διαβολόκαιρο, με θερμοκρασία 42 βαθμών υπό το μηδέν. Είχε ψοφήσει από το κρύο και την κούραση. Μόλις με είδε, μου φώναξε:
"Τι ανακατεύεσαι εσύ; Τι να τους κάνω εγώ 18 κόκκινους ισπανούς αιχμαλώτους; Δεν μπορώ να τους φιλοξενήσω σπίτι μου. Τώρα πρέπει να ασχοληθώ μαζί τους. Τι ανακατεύεσαι εσύ;"
"Μα είσαι ο πληρεξούσιος υπουργός της Ισπανίας".
"Ναι, αλλά της Φρανκικής Ισπανίας. Αυτοί είναι κόκκινοι. Τέλος πάντων, θα ασχοληθώ. Είναι καθήκον μου. Αλλά εσύ τι ανακατεύεσαι, μπορώ να μάθω;"
Ήταν έξω φρενών. Αλλά ο Ντε Φοξά είναι καλόκαρδος, κι ήξερα ότι θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να βοηθήσει τους δύστυχους. Πηγαίνει να τους δει, τον συνοδεύω.
"Είμαι ο πληρεξούσιος υπουργός της Ισπανίας του Φράνκο" λέει ο Ντε Φοξά. "Είμαι Ισπανός, είστε Ισπανοί, έρχομαι να σας βοηθήσω. Τι μπορώ να κάνω για σας;"
"Για μας; Τίποτα" του απάντησαν. "Δεν θέλουμε καμία σχέση με τον αντιπρόσωπο του Φράνκο".
"Αφήστε τα καπρίτσια. Ταξίδευα δυο μερόνυχτα για να 'ρθω εδώ, και με στέλνετε πίσω; Θα κάνω ό,τι είναι δυνατόν, η Ισπανία του Φράνκο ξέρει να συγχωρεί. Θα σας βοηθήσω".
"Ο Φράνκο είναι εχθρός μας, σκότωσε τους γονείς μας, σας παρακαλούμε να μας αφήσετε ήσυχους".
Ο Ντε Φοξά πήγε να βρει τον στρατηγό Έντκβιστ.
"Είναι ξεροκέφαλοι. Αλλά θα κάνω το καθήκον μου, κι ας λένε ό,τι θέλουν. Θα ζητήσω οδηγίες από τη Μαδρίτη και θα κάνουμε ό,τι μας διατάξουν".
Την άλλη μέρα, ο Ντε Φοξά έφευγε πάλι με το έλκηθρο για το Ελσίνκι. Μου είπε:
Εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου, κατάλαβες; Εσύ φταις που έμπλεξα έτσι. Ακούς;"
"Αντιός"
"Αντιός".
Λίγες μέρες αργότερα, ένας από τους αιχμαλώτους αρρώστησε με σοβαρή πνευμονία.
Ο στρατηγός μου είπε: "Πρέπει να ειδοποιήσουμε τον Ντε Φοξά".
Τηλεγράφησα λοιπόν στον Ντε Φοξά: " Αιχμάλωτος ασθενεί, πολύ σοβαρά, έλα γρήγορα με φάρμακα, σοκολάτα, τσιγάρα".
Δυο μέρες μετά, ο Ντε Φοξά κατέφθανε με έλκηθρο. Ήταν έξω φρενών.
"Τι ανακατεύεσαι εσύ;" μου φώναξε μόλις με είδε. "Εγώ φταίω που αρρώστησε ο κακομοίρης; Τι μπορώ να κάνω εγώ; Είμαι μόνος, ούτε σύνδεσμο έχω ούτε συνεργάτες ούτε τίποτα, κι εσύ με βάζεις να πηγαινοέρχομαι στη Φινλανδία με τέτοιο διαβολόκαιρο. Τι ανακατεύεσαι εσύ;"
Κουβαλούσε μαζί του μια πελώρια ποσότητα φάρμακα, τροφές, τσιγάρα, ζεστά ρούχα. Είχε φερθεί ηγεμονικά ο καλός μου ο Αγκουστίν.
Ο άρρωστος τον αναγνώρισε, του χαμογέλασε μάλιστα. Οι σύντροφοί του ήταν εκεί, λιγομίλητοι και εχθρικοί. Κοιτούσαν τον Ντε Φοξά με μίσος και περιφρόνηση.
Ο Ντε Φοξά έμεινε δυο μέρες, έπειτα γύρισε στο Ελσίνκι. Προτού ανέβει στο έλκηθρο, μου είπε:
"Γιατί ανακατεύεσαι εκεί που δεν σε σπέρνουν; πότε θα καταλάβεις ότι πρέπει να με αφήσεις ήσυχο; Δεν είσαι Ισπανός. Κατάλαβες;"
"Αντιός Αγκουστίν"
"Αντιός Μαλαπάρτε".
Τρεις μέρες αργότερα ο άρρωστος πέθανε. Ο στρατηγός μου είπε: "Θα μπορούσα να τον θάψω απλά, αλλά καλύτερα να ειδοποιήσουμε τον Ντε Φοξά. Τι λέτε;"
"Ναι, συμφωνώ. Είναι μια ευγενική κίνηση. Ο άνθρωπος αυτός είναι Ισπανός".
Δυο μέρες μετά, κατέφθανε ο Ντε Φοξά. Ήταν έξω φρενών.
"Θες να με δαιμονίσεις; μου φώναξε μόλις με είδε. "Τι ανακατεύεσαι εσύ; Πας να με τρελάνεις λοιπόν; Εμ βέβαια, αφού μου λες ότι ο τύπος πέθανε, ότι πρέπει να τον θάψουμε και ότι οφείλω να είμαι παρών, φυσικά και μου ήταν αδύνατον να μην έρθω. Αν όμως δεν με ειδοποιούσες, ε; Δεν πρόκειται να τον αναστήσω με την παρουσία μου".
"Όχο, όμως εσύ είσαι η Ισπανία. Δεν μπορούμε να τον θάψουμε σαν σκυλί, μέσα στο δάσος. Τουλάχιστον αν παρευρίσκεσαι εσύ είναι τελείως διαφορετικό, καταλαβαίνεις;"
"Φυσικά καταλαβαίνω. Γι αυτό ήρθα. Αλλά πάντως, γιατί ανακατεύεσαι εσύ με αυτές τις ιστορίες; Δεν είσαι Ισπανός, valgame Dios!"
"Πρέπει να τον θάψουμε αξιοπρεπώς, Αγκουστίν. Γι αυτό σε ειδοποίησα".
Πήγαμε να δούμε το καημένο νεκρό παιδί, που οι σύντροφοί του το ξαγρυπνούσαν μέσα στο μικρό παράπηγμα. Οι Ισπανοί αιχμάλωτοι κοίταξαν τον Ντε Φοξά με ύφος σκοτεινό, σχεδόν απειλητικό.
"Θα τον θάψουμε" είπε ο Ντε Φοξά ακολουθώντας το καθολικό τυπικό. Θέλω να ταφεί σαν αληθινός, σαν καλός Ισπανός".
"Αυτό δεν θα το επιτρέψουμε" είπε ένας από τους αιχμαλώτους΄
. "Ο σύντροφός μας ήταν άθεος, 'όπως όλοι μας. Πρέπει να σεβαστούμε τις απόψεις του, δεν θα επιτρέψουμε να ταφεί με το καθολικό τυπικό".
"Εκπροσωπό την Ισπανία εδώ, και τούτος ο νεκρός είναι Ισπανός πολίτης, θα τον θάψω με το καθολικό τυπικό. Με καταλαβαίνετε;"
"'Οχι δεν σας καταλαβαίνουμε".
"Είμαι ο πληρεξούσιος υπουργός της Ισπανίας, θα κάνω το καθήκον μου. Αν δεν καταλαβαίνετε, μου είναι αδιάφορο".
Κι ο Ντε Φοξά έφυγε.
"Καλέ μου Αγκουστίν" του είπα "ο στρατηγός Έντκβιστ είναι ευπατρίδης, δεν θα του αρέσει να μην σεβαστείς τις απόψεις ενός νεκρού. Είναι ελεύθεροι άνθρωποι οι Φινλανδοί, δεν θα καταλάβουν. Πρέπει να βρούμε μια μέση λύση".
"Ναι, αλλά είμαι ο πληρεξούσιος υπουργός της Ισπανίας του Φράνκο, μου είναι αδύνατον να θάψω Ισπανό χωρίς το καθολικό τυπικό. Αχ, γιατί δεν τον θάψατε χωρίς εμένα; Βλέπεις τι έκανες με τη μανία σου να ανακατεύεσαι εκεί που δεν σε σπέρνουνε;"
"Καλά μην ανησυχείς θα κάνουμε ότι καλύτερο γίνεται".
Πήγαμε στο στρατηγό.
"Προφανώς" είπε ο στρατηγός Έντκβιστ "αν ο νεκρός ήταν άθεος, όπως βεβαιώνουν οι σύντροφοί του κι όπως πιστεύω κι εγώ, διότι ήταν κομμουνιστής, δεν μπορούμε να τον θάψουμε σύμφωνα με το καθολικό τυπικό. Καταλαβαίνω, είστε ο πληρεξούσιος υπουργός της Ισπανίας και δεν μπορείτε...".
Πρότεινα να φέρουμε τον Ιταλό καθολικό ιερέα από το Ελσίνκι. Ήταν ο μόνος σε ολόκληρη την Φινλανδία. (Στο Ελσίνκι υπήρχε και ο καθολικός επίσκοπος, ένας Ολλανδός, αλλά δεν μπορούσαμε να φέρουμε τον επίσκοπο.) Τηλεγραφήσαμε λοιπόν, και δυο μέρες μετά, κατέφτασε ο ιερέας. Κατάλαβε την κατάσταση και βόλεψε τα πράγματα όπως όπως. Ήταν ένας ιερέας από την άνω Λομβαρδία, ένας βουνίσιος, πολύ απλός, πολύ φίνος, πολύ αγνός.
Την επόμενη μέρα έγινε ο ενταφιασμός. Το φέρετρο το κουβαλούσαν τέσσερις από τους συντρόφους του. Ένα απόσπασμα από την "Ισπανία" του Φράνκο είχε τοποθετηθεί στο βάθος του λάκκου, που τον είχε ανοίξει η δυναμίτιδα στην παγωμένη γη. Ένα άγημα Φινλανδών στρατιωτών είχε παραταχθεί στη μια πλευρά του λάκκου, στο μικρό πολεμικό νεκροταφείο, σε ένα μικρό ξέφωτο του δάσους. Το χιόνι έλαμπε απαλά μες στο αδύναμο φως της μέρας. Το φέρετρο το ακολουθούσαν ο πληρεξούσιος υπουργός Ντε Φοξά, ο στρατηγός Έντκβιστ, εγώ, οι κόκκινοι αιχμάλωτοι και κάτι Φινλανδοί στρατιώτες. Ο ιερέας έστεκε σε απόσταση πενήντα βημάτων από το λάκκο, φορώντας το πετραχήλι του και με το προσευχητάρι στο χέρι. Τα χείλη του σάλευαν αθόρυβα, πρόφερε τις νεκρικές δεήσεις, ήταν όμως αποτραβηγμένος, για να μην προσβάλει τις απόψεις του νεκρού. Όταν κατέβασαν το φέρετρο στο λάκκο, οι Φινλανδοί στρατιώτες, όλοι τους προτεστάντες, πυροβόλησαν στον αέρα. Ο στρατηγός Έντκβιστ, εγώ, οι Φινλανδοί αξιωματικοί και στρατιώτες χαιρετήσαμε στρατιωτικά, φέρνοντας το χέρι στο πηλήκιο. Ο πληρεξούσιος υπουργός Ντε Φοξά χαιρέτησε Φασιστικά, τεντώνοντας το χέρι του. Σήκωσαν τα χέρια τους και οι σύντροφοι του νεκρού, αλλά με τη γροθιά σφιγμένη. Την άλλη μέρα ο Ντε Φοξά έφυγε. Προτού ανέβει στο έλκηθρο, με πήρε παράμερα και μου είπε:
"Σ΄ευχαριστώ για ό,τι έκανες. Ήσουνα πολύ ευγενικός. Συγχώρεσέ με αν σε πήρα λίγο από τα μούτρα, αλλά καταλαβαίνεις.... Ανακατεύεσαι συνέχεια εκεί που δεν σε σπέρνουνε!".
Πέρασαν λίγες μέρες. Οι κόκκινοι αιχμάλωτοι περίμενα πάντα την απάντηση από τη Μαδρίτη, που δεν ερχόταν. Ο στρατηγός Έντκβιστ ήταν λίγο νευρικός.
"Καταλαβαίνετε" μου έλεγε "δεν μπορώ να κρατώ αιωνίως εδώ αυτούς τους αιχμαλώτους. Πρέπει να αποφασίσουμε. Ή θα τους διεκδικήσει η Ισπανία ή θα πρέπει να τους στείλουμε σε στρατόπεδο. Η κατάσταση είναι λεπτή".
"Κάντε λίγη υπομονή ακόμη, η απάντηση θα φτάσει το δίχως άλλο".
Η απάντηση έφτασε: "Δεν θα αναγνωριστούν ως ισπανοί πολίτες παρά μόνον όσοι εκ των αιχμαλώτων δηλώσουν ότι είναι Ισπανοί, αποδέχονται το καθεστώς του Φράνκο και εκδηλώσουν την επιθυμία να επιστρέψουν εις την Ισπανίαν".
"Πηγαίνεται να τους εξηγήσετε την κατάσταση" μου είπε ο στρατηγός Έντκβιστ.
Πήγα στους αιχμαλώτους, τους εξήγησα την κατάσταση.
"Δεν θα αναγνωρίσουμε το καθεστώς του Φράνκο, δεν θέλουμε να επιστρέψουμε στην Ισπανία" απάντησαν οι αιχμάλωτοι.
"Σέβομαι την πίστη σας στις απόψεις σας" είπα εγώ "αλλά σας επισημαίνω ότι η θέση σας είναι λεπτή. Αν αναγνωρίσετε ότι πολεμάτε κατά των Φινλανδών ως κόκκινοι Ισπανοί θα τουφεκιστείτε. Οι νόμοι του πολέμου είναι νόμοι του πολέμου. Κάντε ό,τι είναι δυνατόν ώστε να μπορέσω να σας βοηθήσω. Στο βάθος είστε Ισπανοί. Όλοι οι κόκκινοι Ισπανοί που βρίσκονται στην Ισπανία έχουν αποδεχτεί το καθεστώς του Φράνκο. Οι κόκκινοι έχουν χάσει το παιχνίδι, η νομιμοφροσύνη τους δεν τους εμποδίζει να αναγνωρίσουν ότι ο Φράνκο είναι ο νικητής. Κάντε ό,τι οι κόκκινοι που ζουν στην Ισπανία. Αποδεχτείτε την ήττα σας".
"Δεν υπάρχουν πια κόκκινοι στην Ισπανία. Έχουν όλοι τουφεκιστεί".
"Ποιος σας είπε αυτή την ιστορία;"
"Το έχουμε διαβάσει στις σοβιετικές εφημερίδες. Δεν θα αναγνωρίσουμε το καθεστώς του Φράνκο. Προτιμούμε να μας τουφεκίσουν οι Φινλανδοί παρά ο Φράνκο".
"Ακούστε, αδιαφορώ για σας, για την κόκκινη Ισπανία, για την Ισπανία του Φράνκο, για τη Ρωσία, αλλά δεν μπορώ να σας εγκαταλείψω. Θα κάνω ό,τι μπορώ για να σας βοηθήσω. Αν δεν θέλετε να αναγνωρίσετε το καθεστώς του Φράνκο, να εκφράσετε την επιθυμία να γυρίστε στην Ισπανία, ε τότε θα υπογράψω τη δήλωση για σας. Θα διαπράξω παράβαση, αλλά θα σας σώσω τη ζωή. Έγινα σαφής;"
"'Οχι, θα διαμαρτυρηθούμε, θα δηλώσουμε ότι πλαστογραφήσατε την υπογραφή μας. Σας παρακαλούμε, αφήστε μας ήσυχους. Και μην ανακατεύεστε εκεί που δεν σας σπέρνουνε. Είστε Ισπανός; Όχι. Ε τότε, τι ανακατεύεστε;"
"Δεν ειμαι Ισπανός, αλλά άνθρωπος, είμαι χριστιανός, δεν θα σας εγκαταλείψω."
"Δεν μας παρατάτε ήσυχους;"
Έφυγα στεναχωρημένος. Ο στρατηγός Έντκβιστ μου είπε:
"Πρέπει να ειδοποιήσουμε τον πληρεξούσιο υπουργό Ντε Φοξά, να έρθει εδώ να ρυθμίσει την κατάσταση".
Τηλεγράφησα στον Ντε Φοξά: "Αιχμάλωτοι αρνούνται έλα γρήγορα τους μεταπείσεις".
Δυο μέρες μετά, κατέφθανε ο Ντε Φοξά. Ο βοριάς φυσούσε δυνατά, ο Ντε Φοξά ήταν καλυμμένος από ένα λεπτό στρώμα πάγου. Όταν με είδε:
"Πάλι εσύ; Μα μπορώ να μάθω τι ανακατεύεσαι; Πως να τους μεταπείσω άμα δεν θέλουνε; Δεν τους ξέρεις του Ισπανούς, είναι ξεροκέφαλοι σαν τα μουλάρια του Τολέδου. Τι θέλεις να κάνω τώρα;"
"Πήγαινε να τους μιλήσεις. Μπορεί..."
"Ναι, ναι, ξέρω, γι αυτό ήρθα. Αλλά καταλαβαίνεις, τέλος πάντων..."
Πήγε να δει τους αιχμάλωτους, και τον συνόδευσα. Εκείνοι ήταν αμετάπειστοι. Τους παρακάλεσε, τους ικέτεψε, τους απείλησε. Μάταιος κόπος.
"Θα μας τουφεκίσουν. Έχει καλώς. Κι έπειτα;" έλεγαν αυτοί.
"Έπειτα θα σας θάψω σύμφωνα με το καθολικό τυπικό!" φώναζε ο Ντε Φοξά αφρίζοντας από το κακό του, με δάκρυα στα μάτια.
"Δεν θα το κάνετε αυτό" έλεγαν οι αιχμάλωτοι. "Usted es un hombre honesto".
Ήταν κι αυτοί πολύ συγκινημένοι. Ο Ντε Φοξά έφυγε εξουθενωμένος, αφού πρώτα παρακάλεσε τον στρατηγό Έντκβιστ να κρατήσει τους αιχμαλώτους λίγο καιρό ακόμα και να μην αποφασίσει χωρίς να τον ειδοποιήσει. Ήταν καθισμένος στο έλκηθρο, και μου είπε:
"Βλέπεις εσύ φταις που βρίσκομαι σε τέτοια κατάσταση". Η φωνή του έτρεμε. "Τα καημένα τ΄αγόρια, τα θαυμάζω, είναι αληθινοί Ισπανοί, περήφανοι και γενναίοι. Αλλά καταλαβαίνεις....; Πρέπει να τα σώσουμε. Βασίζομαι πάνω σου. Αντιός Μαλαπάρτε".
Πήγαινα καθημερινά κι έβρισκα τους αιχμαλώτους, επιχειρούσα να τους μεταπείσω, αλλά μάταια.
"Σας ευχαριστούμε, αλλά εμείς είμαστε κομμουνιστές, δεν θα δεχτούμε ποτέ να αναγνωρίσουμε τον Φράνκο".
Μια μέρα με κάλεσε ο στρατηγός Έντκβιστ.
"Πηγαίνετε να δείτε τι συμβαίνει στους αιχμαλώτους. Κόντεψαν να σκοτώσουν στο ξύλο ένα σύντροφό τους".
Πήγα. Ένας τους ήταν αιμόφυρτος, χάμω σε μια γωνιά του δωματίου και τον φρουρούσε ένας Φινλανδός στρατιώτης οπλισμένος με το suomikuonipistoli.
"Τι του κάνατε αυτού του ανθρώπου;"
"Είναι προδότης. Un traditor"
"Αλήθεια είναι;¨ρώτησα τον τραυματισμένο.
"Ναι, είμαι traditor, Θέλω να γυρίσω στην Ισπανία, είμαι Ισπανός".
" Είναι προδότης.! Un traditor!" έλεγαν οι άλλοι.
Έβαλα να κλείσουν τον "el traditor" σε ξεχωριστό παράπηγμα και τηλεγράφησα στον Ντε Φοξά: "el traditor θέλει επιστρέψει Ισπανία έλα γρήγορα" Δυο μέρες μετά ο Ντε Φοξά κατέφτασε. Το χιόνι έπεφτε. Είχε τυφλωθεί από το χιόνι, και το πρόσωπο του ήταν πληγωμένο από τα κομμάτια πάγου που σήκωναν οι οπλές των αλόγων από τον παγωμένο δρόμο. Μόλις με είδε:
"Τι ανακατεύεσαι εσύ; Μπορώ να μάθω; Θα πάψεις καμιά φορά να με δαιμονίζεις; Που είναι ο προδότης;"
"Εκεί είναι, Αγκουστίν".
"Καλώς. Πάμε να τον δούμε".
Ο"el traditor" μας δέχτηκε αμίλητος. Ήταν ένα αγόρι είκοσι χρονών, ξανθό, με ανοιχτόχρωμα μάτια, πολύ χλωμό. Ήταν ξανθό σαν τους ξανθούς Ισπανούς, τα μάτια του ήταν ανοιχτόχρωμα όπως των Ισπανών με ανοιχτόχρωμα μάτια. Έβαλε τα κλάματα. Είπε: "είμαι προδότης. Yo un traditor. Αλλά δεν αντέχω άλλο. Δεν θέλω να πεθάνω. Θέλω να γυρίσω στην Ισπανία".
Ο Ντε Φοξά ήταν συγκινημένος:
"Μην κλαις, θα σε στείλουμε στην Ισπανία. Θα σε δεχτούν καλά εκεί. Θα σε συγχωρέσουν. Δεν φταις εσύ που, παιδί ακόμη, σε κάνανε κομμουνιστή οι Ρώσοι. Μην κλαις".
"Είμαι προδότης" είπε ο αιχμάλωτος.
"Είμαστε όλοι προδότες" είπε ξαφνικά ο Ντε Φοξά με χαμηλή φωνή.
Την άλλη μέρα, ο Ντε Φοξά τον έβαλε να υπογράψει μια δήλωση κι έφυγε αυθημερόν, (αφού πρώτα συνεννοήθηκε με τον στρατηγό Έντκβιστ ώστε να σωθεί η ζωή και των υπολοίπων, να χαρακτηριστούν αιχμάλωτοι πολέμου). Όταν κάθισε το έλκηθρο, χαμογελούσε.
"Επιτέλους" μου είπε ¨θα πάψεις να με δαιμονίζεις!"
"Αντιός Αγκουστιν"
"Αντιός"
Λίγες μέρες αργότερα ο αιχμάλωτος συνοδεύτηκε στο Ελσίνκι, όπου τον παρέλαβαν ενας αξιωματικός και ένας υπαξιωματικός, Ισπανοί κι οι δυο τους. Ο "el traditor" έφυγε αεροπορικώς για το Βερολίνο κι από εκεί για τη Μαδρίτη. Ήταν σαφές πως οι ισπανικές αρχές ήθελαν να προβάλουν την υπόθεση. Τον αιχμάλωτο τον είχαν πως και τι.
Δυο μήνες μετά επέστρεψα στο Ελσίνκι. Ήταν άνοιξη, τα δέντρα της Εσπλανάντ ήταν καλυμμένα με νέα φύλλα, τρυφερά πράσινα, τα πουλιά κελαηδούσαν στα κλαδιά. Στο βάθος της Εσπλανάντ, η θάλασσα ήταν κι αυτή πράσινη, έμοιαζε κι αυτή καλυμμένη με νέα φύλλα.
Πήγα να πάρω τον Ντε Φοξά από την έπαυλη του, περπατήσαμε μαζί πλάι στη θάλασσα. Το νησί Σουόμενλινα ήταν άσπρο από τις φτερούγες των γλάρων.
"Κι ο αιχμάλωτος, el traditor; Έχεις νέα του;"
"Πάλι τα ίδια; φώναξε ο Ντε Φοξά. "Τι ανακατεύεσαι εσύ;"
"Κάτι έκανα κι εγώ για να σώσω τη ζωή αυτού του ανθρώπου".
"Έχασα τη θέση μου γι΄αυτό τον τύπο! Και φταις εσύ".
Μου λέει πως ο "el traditor" είχε γίνει ευμενέστατα δεκτός στη Μαδρίτη. Τον περιέφεραν στα καφενεία, στα θέατρα, στην plaza dos torros, στα στάδια, στα σινεμά. Τον έδειχναν, κι ο κόσμος έλεγε: "Βλέπεις αυτό το ωραίο αγόρι; Ήταν κομμουνιστής, τον έπιασαν αιχμάλωτο στο ρωσικό μέτωπο, πολεμούσε με τους Ρώσους. Θέλησε να γυρίσει πίσω, αναγνώρισε τον Φράνκο. Είναι γενναίο αγόρι, ένας καλός Ισπανός".
Όμως"el traditor" έλεγε:
"καφενείο, αυτό; Που να δείτε τα καφενεία της Μόσχας".
Και γελούσε κι έλεγε:
"Θέατρο, αυτό; Σινεμά; Που να δείτε τα θέατρα και τα σινεμά της Μόσχας".
Και γελούσε. Τον οδήγησαν στο στάδιο. Είπε μεγαλόφωνα:
"Στάδιο είναι αυτό; Που να δείτε το στάδιο του Κιέβου".
Και γελούσε. Όλος ο κόσμος γύριζε και τον κοιτούσε, κι αυτός έλεγε:
"Στάδιο είναι αυτό; Το στάδιο του Κιέβου, μάλιστα - αυτό είναι στάδιο!".
Και γελούσε.
"Καταλαβαίνεις;" μου είπε ο Ντε Φοξά. "Καταλαβαίνεις; Φταις εσύ. Φταις και εσύ. Στη Μαδρίτη, στο υπουργείο, ήταν έξαλλοι μαζί μου. Όλα τούτα από δικό σου φταίξιμο. Αυτό για να μάθεις να μην ανακατεύεσαι εκεί που δεν σε σπέρνουνε".
"Μα, τέλος πάντων, αυτό το αγόρι... τι του κάνανε;"
"Τι θες να του κάνανε; Τίποτα δεν του κάνανε" είπε ο Αγκουστίν με παράξενη φωνή. "Τι ανακατεύεσαι εσύ;"
Χαμογέλασε. "Τον έθαψαν σύμφωνα με το καθολικό τυπικό".


ΚΑΠΟΥΤ * / Κούρτσιο Μαλαπάρτε



(*) Η ιστορία των Ισπανών αιχμαλώτων δεν συμπεριελήφθη στην πρώτη έκδοση του μυθιστορήματος το 1944, αλλά προστέθηκε αργότερα, ως ξεχωριστό συμπλήρωμα, σε επόμενες εκδόσεις του ΚΑΠΟΥΤ.
Μετάφραση: Παναγιώτης Σκόνδρας







31 May 2015

[λίγο φως ακόμα]

Βγήκε χορτάτος από λόγια και ποτό, ζαλισμένος
πήρε αργά το δρόμο για τα περίχωρα
μια γάτα χαμογελούσε στον ήλιο, ασάλευτη
η πολιτεία τον κοίταζε μισόκλειστη, τέτοια ώρα

και μισή πέρασε από την πλατεία, στάθηκε
κάτω από το ρολόι, ψηλά ο αέρας αδύναμος
έψαχνε άδικα να χτυπήσει τις καμπάνες
να σώσει το κόσμο, μα ούτε σχοινί δεν βρέθηκε

μάζεψε όλο του το σώμα σε μια λουρίδα σκιάς
βολεύτηκε στα πόδια του, κι άπλωσε το χέρι του αργά
αργά γύρισε τη χούφτα προς τα πάνω, λίγο φως
παρακαλώ, λίγο φως ακόμα

Όταν μαζεύτηκε όλο το φως στη δύση
λίγα ξέφυγαν από τη σκηνή, λιγότερα έμειναν πίσω
να περιμένουν τη θάλασσα, που ΄ρθε με κύματα ψηλά, ως τις καμάρες
φτάσανε σκόρπιες οι αναλαμπές σαν μορσικά φωνήεντα.



Σώτος Δασκαλόπουλος, 2015

 Giorgio de Chirico, The Enigma of a Day,1914, Oil on canvas,185.5 x 139.7 cm

30 March 2015

[περιμέναμε]

Ήταν όλα έτοιμα, πίσω από μια πόρτα
περιμέναμε κι απαριθμούσαμε τον κόσμο μας
Η βαλίτσα από μπεζ χαρτόνι, λαμαρινένιες γωνιές
Τα εσώρουχα κάτω κάτω μαζεμένα πουγκιά
Κάλτσες και καινούριες πυτζάμες
(Τυλιγμένες ελπίδες ανέπνεαν τις αναμνήσεις)
Μια καζάκα κίτρινη, μοχέρ, και μια ζακέτα ακόμα, αχρείαστη
Το καλό κοστούμι, κι από πάνω διπλωμένα τέσσερα πουκάμισα.
Βαθιά χωμένα στο κουτί τους, σε ανάπαυση, τα ήδη γυαλισμένα παπούτσια
Μια κολόνια, και μια θήκη μ' όσες φωτογραφίες επέπλευσαν
Όλα, για να μη λείψει τίποτα από εκεί
(Μύριζε ο αέρας γαρύφαλλα)
Σε άλλη τσάντα, οι ταυτότητες, τα διπλώματα κι οι οδηγίες.
(Ποιος μπορεί να πάει δίχως οδηγίες; και να γυρίσει κιόλας...)
Ένα πακέτο, ανέγγιχτο, τσιγάρα και σπίρτα
να μας θυμίζουν πώς το κόψαμε, κάποτε.
Μολύβι, μπλοκάκι, νυχοκόπτης, και ψιλά.
Περιμέναμε χτενισμένοι πίσω από την πόρτα
ολωσδιόλου έτοιμοι, ίσως αποφασισμένοι
Ρούφαγες τη μύτη σου κάθε τόσο
κι έτρεμε, στο βάθος, το φυλλοκάρδι μας.

Αδίκως περιμέναμε· δεν πέρασε κανείς για να μας βγάλει.

(Σώτος Δασκαλόπουλος, 2015)


19 March 2015

[δέντρο γεμάτο πουλιά, που δεν βλέπω]

Βρέχει με μικρές παύσεις, αναγκαία η συμπύκνωση
μια υγρή αναμονή μας περιτριγυρίζει
σιωπηλό βαρύ ύδωρ κυλά στο δέρμα
στα σώματα, το φως δεν επαρκεί
τυφλά κολλούν χάμω και χάνονται σε όξινα ρυάκια.

Ιχνογραφούνται με αποθέσεις οι αμαρτίες της γης
στίγματα οι καιροί με τα βαρύτερα ιζήματα.

Με μουλιασμένο μυαλό, παραμένω ακίνητος
σ' ακούσια σκοπιά
κάτω από ένα θεόρατο δέντρο γεμάτο πουλιά, που δεν βλέπω
ικεσία κι οιωνός μαζί, από κάτι που θυμάμαι απροσδιόριστο
συνήθισα, όμως ποιος ταμπάκος να βρεθεί για το δέρμα μου;
καθώς τα σύνεργα μου, ακατανόητα, σκουριάζουν
Η επιστροφή στο άμορφο έχει κανόνες, και συσχετίσεις.
δίχως λόγο
αρχίζω να αποστηθίζω Γιώργο Ιωάννου, αργά
Μη φοβάσαι πια, την καλοκαιριάτικη βροχή

ψιθυρίζει άπνους, ανήμπορος να δέσει τα κορδόνια του.
Απαγορεύεται κι απαγορεύεται

Τον βρίσκω αρπαγμένο απ' το δέντρο, στα νύχια έχει ακόμα νωπό φλοιό
Ίσως την αποπλύνει η καταιγίδα.

Ποια καταιγίδα βρε πουλάκι μου; γιατί λαλείς;

αλλάζει η φωνή, γίνεται άλλος, μιλά για άλλα, κι άλλα


που δεν θυμάμαι πια, δεν απαντά όμως.


(Σώτος Δασκαλόπουλος, 2015)



22 January 2015

[χαμένα κοράκια]

(Ομίχλη)

Μια τούφα ασάφειας απλώθηκε στη γη,
κανείς δεν κατάλαβε πως
Μόνο ψηλά στο πρωινό πέταγμα
χάθηκαν τα κοράκια
κρα, κρου, κρε
φτερούγιζαν κι έκρωζαν
να ακούνε το ένα το άλλο
κρα, κρου, κρε
έτριζαν οι ουρανοί
κρα, κρου, κρε
έσταζε απελπισμένος ρυθμός απ' το αφανέρωτο
Αλτ! τις ει; φώναζε κάποιος αλλοπαρμένος

Όλη εκείνη την ημέρα η γη ήταν άφαντη
μα κι αν φαινόταν κάτι που και που,
ένα ρυάκι ας πούμε, ή μια στέγη
ήταν πράγματα απίστευτα πια, οριστικά χαμένα
όπως το φάντασμα ενός ρυακιού, ή η ανάμνηση κάποιας στέγης.

Το βράδυ, τα κοράκια, έπεσαν σαν πέτρες
που πετάχθηκαν στον ουρανό, βραδυπόρησαν αφύσικα
αλλά όχι κι εντελώς, μα τελικά έσκασαν κάτω αποφασιστικά
έτσι όπως σπάζουν τα καρπούζια στα ράμφη τους
κι άφησαν βαθουλώματα εκεί, που κι αυτά αργότερα ξεράθηκαν.

(Σώτος Δασκαλόπουλος, 2015)


Buster Keaton, ONE WEEK, 1927

04 January 2015

Ιστορίες φαλαινοθήρας, από το συμβολισμό ως το παράδειγμα.

Bary Moser

(...) Lajes, 25 de Dezembro 1919. 
Ποιος ξέρει πως τα κατάφεραν να σύρουν αυτόν το φυσητήρα μέχρι το προαύλιο της εκκλησίας. Θα χρειάστηκαν πολλά ζευγάρια βόδια. Μοιάζει απίστευτο, είναι ένας φυσητήρας τρομακτικά μεγάλος. Έξι ή εφτά παιδιά έχουν σκαρφαλώσει στο κεφάλι του: ακούμπησαν στο πρόσωπο του μια σκάλα και από εκεί πάνω ανεμίζουν μαντίλια και καπέλα. Οι φαλαινοθήρες στέκονται στη σειρά σε πρώτο επίπεδο, με ύφος που δείχνει περηφάνια και ικανοποίηση. Τρεις από αυτούς φοράνε ένα μάλλινο σκουφάκι με πον-πον, ένας φοράει ένα αδιάβροχο καπέλο που θυμίζει αυτά των πυροσβεστών. Είναι όλοι ξυπόλητοι, μόνο ένας φοράει μπότες, πρέπει να είναι ο μάστρος. Πιστεύω ότι αφού έβγαλαν τη φωτογραφία, θα έβγαλαν το καπέλο και θα μπήκαν στην εκκλησία, σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου, ν΄αφήσουν μια φάλαινα στο προαύλιο. Έτσι πέρασαν τα Χριστούγεννα στο Πίκο, το 1919.

(...) έρχονται πάνω σε μικρές γολέτες χωρητικότητας μιας εκατοστής τόνων. Μοιάζουν με πληρώματα πειρατών, χάρη στο μείγμα φυλών που το συνθέτουν: νέγροι, Μαλαισιανοί, φρούτα κοσμοπολίτικων διασταυρώσεων, βρίσκονται ανακατεμένοι με λιποτάκτες και απατεώνες που καταφεύγουν στους ωκεανούς για να γλιτώσουν από τη δικαιοσύνη των ανθρώπων.
Στη μια πλευρά της γολέτας δένουν το νεκρό φυσητήρα, ενώ το κέντρο της καλύπτεται από ένα τεράστιο καζάνι, με μια βράση που θυμίζει κόλαση και που γίνεται ακόμα πιο δύσκολη από τα σκαμπανεβάσματα και τους κλυδωνισμούς του σκάφους, τα κομμένα από το κήτος τεμάχια του λίπους μεταμορφώνονται σε λάδι, ενώ ένας εμετικός καπνός διαχέεται γύρω. Όταν η θάλασσα αγριεύει, κατά τη διάρκεια της επιχείρησης, το θέαμα είναι πραγματικά άγριο. Πράγματι, προκειμένου να αφήσουν να χαθεί το θήραμα που άρπαξαν ηρωικά από την κοιλιά του ωκεανού, οι φαλαινοθήρες προτιμούν να βάλουν σε κίνδυνο την ίδια τους τη ζωή. Για να διπλασιάσουν τα σκοινιά που κρατούν τη φάλαινα κρεμασμένη στο ικρίωμα, κάποιοι άντρες δεν διστάζουν, με κίνδυνο της ζωής τους, να ανέβουν πάνω σε εκείνη την ελαιώδη μάζα που σαρώνεται από τα θαλάσσια κύματα και απειλεί, με τον όγκο της, να κάνει κομμάτια τα πλευρά της γολέτας. Αφού διπλασιάσουν τα σκοινιά περιμένουν, εξακολουθώντας να κινδυνεύουν, μέχρι τη στιγμή που ο κίνδυνος γίνεται αβάστακτος. Τότε αποφασίζουν να κόψουν τα παλαμάρια, κι ολόκληρο το πλήρωμα συνοδεύει με τις βρισιές ενός βίαιου θυμού το κουφάρι που χάνεται μεσα στα κύματα, αφήνοντας μια αβάσταχτη βρόμα στη θέση των ονείρων για πλούτο, που είχε θρέψει.

(ANTONIO TABUCCHI, Ανοιχτό πέλαγος, σελ. 99, ΙΙ.  ΓΙΑ ΤΙΣ ΦΑΛΑΙΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΦΑΛΑΙΝΟΘΗΡΕΣ,
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΠΟΡΤΟ ΠΙΜ & ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, 1983, μετάφραση Ανταίου Χρυσοστομίδη, εκδόσεις ΑΓΡΑ)







03 January 2015

παιδιά γιγάντικα της Γης

(...)
Βουνά, παιδιά γιγάντικα της Γης, βουνά ανυπόταχτα, βουνά αιώνια,
που έχετε τη λαμπράδα της αυγής για χαμογέλιο, για στολή τα χιόνια,

που χύνετε θυμό σας φλογερό την αστραπή, το μαύρο νέφος θλίψη,
και μίλημά σας το γοργό νερό που με βοή κατρακυλά απ'τα ύψη,

που έχετε χίλιες γνώμες και καρδιές κι αγάπη και χαρά και περηφάνια,
σαν τους ίσκιους σας και τις ευωδιές, σαν τα πουλιά, ταγρίμια, τα βοτάνια,

που έχετε τη δική μας τη ζωή και τα δικά μας έχετε πρωτάτα,
και μοναχά σας λείπουν, κ'είστε θεοί, τα γεράματα



πάντα είστε με νιάτα!(...)
Κωστής Παλαμάς, από ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΒΟΥΝΩΝ!

Το τελευταίο βράδυ της Χούντας, τον Ιούλιο του 1974, οι δυο τελευταίοι αντάρτες του ΕΑΜ και του ΔΣΕ στα βουνά της Κρήτης, δίνουν την τελευταία τους μάχη με ένα καταδιωκτικό απόσπασμα των ΤΕΑ. Επτά μήνες μετά, τα ξημερώματα της Κυριακής 23 Φεβρουαρίου 1975, κατεβαίνουν από την κορυφή Όρνιο των Λευκών Ορέων όπου κρύβονταν και εμφανίζονται κοντά στο φαράγγι του Θερίσου.
Ο Σπύρος Μπλαζάκης και ο Γιώργης Τζομπανάκης κρύβονταν για καιρό σε σπηλιές στα βουνά και σε γκρεμούς στη θάλασσα, σε στάνες, σε κατώγια σπιτιών, συχνά οι απλοί χωριάτες τους άνοιγαν τα σπίτια τους, τους έκρυβαν, τους τάιζαν, ενώ κράτος και παρακράτος λυσσάγανε για να τους βρουν. Άντεχαν, αλλά τα χρόνια περνούσαν, τα 33 στη παρανομία. Τρέφονταν με σαύρες, σκορπιούς, ρίζες ή ακόμη και φώκιες, γιατρεύονταν με βότανα. πήγαιναν με τον καιρό. Όταν κάποιος τσοπάνης τους χάριζε κανά ζωντανό, το έψηναν και το έτρωγαν ολόκληρο μέσα σε μια ημέρα. Το φαγητό όμως δεν ήταν η μοναδική απόλαυση που στερούνταν, επειδή φοβούνταν μην τους καταδώσουν απέφευγαν και τις γυναίκες, ακόμη και τα ζώα ζουν τον έρωτα, εμείς όχι, διηγήθηκαν αργότερα οι δύο άντρες.
Ο ήχος μιας λύρα που ένας τους γκρατζουνούσε τους ανακούφιζε κάπως, αλλά για μας όλα αυτά τα χρόνια ήταν σκοτάδι και δεν φαινόταν να χαράζει η ποθητή ημέρα. Καμιά φορά τραγουδούσαν μαζί και άλλοτε πήγαιναν σε διάφορα πανηγύρια για να ακούσουν κρυμμένοι και να χορέψουν από μακριά.
Όταν οι δημοσιογράφοι τους ζήτησαν να αδειάσουν τους σάκους τους για να δουν τι είχαν μέσα, ανάμεσα στα ρούχα, βρήκαν μια ξυριστική μηχανή και μια κρέμα ενυδάτωσης για τον ήλιο.
Την επόμενη ημέρα της ελευθερίας τους ταξίδεψαν στην Αθήνα όπου κατέθεσαν ένα ματσάκι φασκομηλιάς και λίγα αγριολούλουδα από τα Λευκά Όρη, στο μνημείο των Ηρώων του Πολυτεχνείου.
Αρχικά ανήκαν σε μια αντάρτικη ομάδα με 100 μαχητές που εγκλωβίστηκε το 1948 στα βουνά και σταδιακά αποδεκατίστηκε, αλλά τρεις φορές αρνήθηκαν την αμνηστία που τους προσφέρθηκε, για λόγους πολιτικών αρχών, για να μην υπογράψουν.