17 November 2013

Το παράθυρο

Τον σταθμό του πολυτεχνείου δεν τον πιάσαμε εκείνες τις μέρες, νομίζω ήμασταν εκτός της εμβέλειας του, ανέγγιχτοι από τα αναρχικά ραδιοκύματα, αλλά κάπως, με μισόλογα, ψιθυριστά, τα νέα μαθεύτηκαν, πως έγινε μακελειό τη νύχτα στο πολυτεχνείο. Ακούγαμε σπαράγματα, και χουντική προπαγάνδα. Ολόκληρη την ιστορία τη διαβάσαμε αργότερα, αργότερα κι από τα Κυπριακά που έριξαν την Χούντα του Ιωαννίδη, όταν κυκλοφόρησε το πρώτο επετειακό τεύχος των "Επίκαιρων". 
Τότε όμως, το επόμενο πρωί ο Παπαδόπουλος έγδερνε αφτιά παραληρώντας από το κρατικό ραδιόφωνο, και οι λογοκριμένες εφημερίδες κυκλοφορούσαν με ξερή την επιβεβαίωση, το πολυτεχνείο εκκενώθηκε, επενέβησαν άρματα και κατέστειλαν την αναρχία, και πλέον οι Έλληνες θα μπορούσαν να κοιμούνται ήσυχοι, αλλά με απαγόρευση της κυκλοφορίας και των συναθροίσεων από την 6η απογευματινή, βεβαίως, αφού είχε κηρυχθεί στρατιωτικός νόμος.
Όμως η παρέα των παιδιών, εκείνο το απόγευμα, δεν μαζεύτηκε μέσα, τι μας ένοιαζε εμάς ο στρατιωτικός νόμος; η μπάλα μας ένοιαζε, και όταν εμφανίστηκε προς γνώση και συμμόρφωση ένας χοντρός κακοσούσουμος αστυφύλακας, από τους λίγους που είχαν ξεμείνει στο τοπικό τμήμα, ξεκίνησε ένα αλλιώτικο παιχνίδι, μπρος η μπάλα πίσω εμείς τον τρέχαμε από δρόμο σε δρόμο, σε κάθε στροφή στήναμε πάλι τα τέρματα, πέτρες που κουβαλούσαμε από την προηγούμενο στενό, μέχρι που τον σκάσαμε, μέχρι που ίδρωσε και μας παράτησε, απειλώντας με φυλάκιση μας μέχρι τρίτης γενεάς.
Έτσι έγινε εκείνο το απόγευμα, το παιχνίδι των παιδιών έσπασε, πρώτο, τον στρατιωτικό νόμο.
Ο Βαγγέλης όμως, έκλεισε το καπελάδικο, κι έφυγε με κάποιους άλλους να πάνε στην Αθήνα, να δουν τι είχε συμβεί - εκείνο τον καιρό τα οκτώ χιλιόμετρα ήταν απόσταση. Γύρισαν αργά, είχε βραδιάσει, κάθισαν στο καφενείο απέναντι που ούτε αυτό είχε πειθαρχήσει, και πιάσανε να πίνουν ούζα, χωρίς να μιλούν μεταξύ τους, μόνο έπιναν χωρίς σταματημό. Όταν ήρθε σπίτι δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια του, έκλαιγε, παραληρούσε, σαράντα ούζα μέτραγε, ξερνούσε και φώναζε για νεκρούς φοιτητές πάνω σε πόρτες, έβριζε γαμώ το φασίστα τον Παπαδόπουλο, φονιάδες γαμώ τη μάνα σας, ούρλιαζε, και μέχρι το άλλο μεσημέρι έτσι πήγε.
Η Σούλα έκλεινε τα παράθυρα σφιχτά να μην βγει λέξη έξω, φοβόταν, εκείνος αγρίευε, και απαιτούσε να μένουν τα παράθυρα ανοιχτα να παίρνει αέρα, δεν σταματούσε τα κλάματα και τις βρισιές μέχρι που ξεραινόταν σε ένα ύπνο πιο ταραγμένο και από τον ξύπνιο του, ο οποίος δεν κράταγε πολύ και πάλι ξύπναγε και φώναζε.
Εκείνο το γλυκό φθινόπωρο που τα παράθυρα ανοιγοκλείνανε από φόβο, οι καρδιές μας ήταν τόσο σφιγμένες που μπορούσαμε να τις πιάσουμε, να τις σφίξουμε κι άλλο, και να τις πετάξουμε, να πάνε μακριά μας να σπάσουν.
Πολλά από όσα είδε δεν τα έμαθα ποτέ. Κάποια στιγμή με στείλανε έξω στο πεζοδρόμιο, να προσέχω μην περάσει κανένας περίεργος, ακούσει τις βρισιές και βρούμε το μπελά μας. 
Την άλλη, ή μπορεί και την παρ άλλη, μέρα κατάφερε να σηκωθεί από το κρεβάτι, και νωρίς πήγε στο καφενείο, ήπιε καφέ, και μετά άνοιξε το μαγαζί. Όταν τον είδα, καθόταν σκοτεινός, σχεδόν κρυμμένος πίσω από το μαύρο κασινάκι στο βάθος του μαγαζιού, δεν έραβε κάτι, κάπνιζε αμίλητος, και δεν τον ρώτησα τίποτα, ήμουν κι εγώ τρομοκρατημένος, τέτοιο άγριο μεθύσι δεν είχα δει ξανά.
Αργότερα, όταν ερχόταν η κουβέντα σ' αυτά, σπάνια μιλούσε αλλά θυμάμαι, πως πάντα βούρκωνε, κι εγώ, που πια τα είχα μάθει, δεν του είπα ποτέ πως, τότε κλοτσούσα μια μπάλα στο τοίχο, έξω από το παράθυρο, για να φτιάχνω ένα θόρυβο που πίστευα ότι τον φύλαγε από τη φρίκη.

28 October 2013

Η σημαία μου

   Νίκαια 1968, 28 Οκτωβρίου, πρώτη παρέλαση, με το νηπιαγωγείο, ντυμένος στην τρίχα, με το πράσινο τσόχινο μπλέιζερ του σχολείου, άσπρο πουκάμισο, γραβάτα με λάστιχο μάλλον στο λαιμό, γκρι σορτσάκι και μαύρα γυαλισμένα παπούτσια.
Θυμάμαι με ζωντάνια, λες και έχω "κρατήσει" τα ματόκλαδα μου σαν κορνίζα στην εικόνα, την αναμονή στην οδό Καισαρείας, όπου είχαμε μαζευτεί τα σχολεία περιμένοντας τη σειρά μας, να βγούμε στην οδό Κύπρου και όσο καμαρωτά αντέχαμε να περάσουμε σε λίγο από την πλατεία Όσιας Ξένης και, υπό τα εμβατήρια της μπάντας στην οποία κυριαρχούσαν τα τούμπανα, να καταφέρουμε μέσα στο πανδαιμόνιο να στρίψουμε τη δεδομένη στιγμή δεξιά το κεφάλι προς την σημαιοστολισμένη αλλά γκρίζα και ζοφερή εξέδρα, και το ηρώο των πεσόντων, του Ζογγολόπουλου, το οποίο έστεκε, κι ακόμα στέκει, σαν αντικατοπτρισμός του πραγματικού ηρωικού τόπου που βρίσκεται λίγα μέτρα πιο πέρα, η μάντρα όπου τον Αύγουστο του 1944 οι Γερμανοί με τους ταγματασφαλίτες συνεργάτες τους εκτέλεσαν 200 πατριώτες, έτσι λέει η αναθηματική πλάκα για το μπλόκο της Κοκκινιάς. Καθόλου εύκολη δουλειά δηλαδή για ένα πεντάχρονο. Αυτή ήταν η υπόθεση, και γι΄αυτήν μας είχαν συστηματικά προετοιμάσει με προβαρίσματα στην αυλή και στους δρόμους γύρω από το σχολείο από εβδομάδες πριν.
Στην πραγματικότητα όμως, εκείνες ακριβώς τις στιγμές όπου έπρεπε να λειτουργήσουν αποτελεσματικά όλες αυτές οι οδηγίες και οι αυτοματισμοί, και ενώ κοιτούσα τα φρεσκολουσμένα κεφάλια των συμμαθητριών μου αφαιρέθηκα οριστικά, και αμετάκλητα έχασα κάθε επαφή με τον κοινό σκοπό. Τα τούμπανα, τις σημαίες, το ηρώο, ακόμα και τους ήρωες εκείνη την ώρα δεν τους σκέφτηκα καθόλου, το παραδέχομαι, ούτε καν τη δασκάλα ή την ντροπή που θα έδινα στη μάνα μου, και έτσι χωρίς δεύτερη σκέψη όρμισα για να αποσπάσω το πολύτιμο λάφυρο, γιατί ως τέτοιο μάλλον το έβλεπα, από τα χέρια του Θανάση που το σήκωνε ήδη καμαρωτός. Γράπωσα το κοντάρι της σημαίας ταμπέλας και σήματος, όλα αυτά μαζί ήταν το αντικείμενο του πόθου μου, και το τράβηξα απότομα, έκπληξη, ο Θανάσης δεν υποχώρησε αλλά γραπώθηκε κι αυτός από το ξύλο και τραβούσε γερά, για λίγη ώρα χελιδονάκια φτεροκοπούσαν σπασμωδικά στο πράσινο φόντο που τραντάζονταν, η σημαία του σχολείου πήγαινε κι ερχόταν μπροστά από τα προσφυγικά με τα ασπρισμένα λόγω της ημέρας πεζοδρόμια, κάποιοι ήδη γελούσαν. Κανείς δεν υποχωρούσε, νομίζω δεν φωνάζαμε καν, αλλά τραβούσαμε την ταμπέλα μας με όλη τη δύναμη μας σφίγγοντας τα δόντια, ποιος ξέρει τι σόι Ιλιάδα είχαμε ακόμα να παίξουμε, ώσπου όρμησε η δασκάλα και χάλασε τη σκηνή, η σημαία σηκώθηκε σε ύψος που δεν φτάναμε, και δόθηκε η σολομώντεια λύση, στο ΟΧΙ ο Θανάσης, και στο ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ ο Κώστας. Δεν με ικανοποιούσε αφού θα χρειαζόταν να περιμένω για κάτι που δεν ήξερα τι ήταν και πότε ήταν, αλλά δεν μπορούσα να κάνω κι αλλιώς, αλλά και δεν υπήρχε πια χρόνος, ήταν η σειρά μας, χώσαμε τα πουκάμισα μέσα στα πανταλόνια, μας χτένισαν τις φράντζες, και ξεκινήσαμε αναψοκοκκινισμένοι προς τον ήχο από τα τούμπανα.


*Στη φωτογραφία είμαστε όλοι μαζί στην αυλή του σχολείου λίγο πριν ξεκινήσουμε για την παρέλαση και την διελκυστίνδα της σημαίας, εγώ είμαι στην κούνια με το ανοιχτό σακάκι, δίπλα μου ο Καλιγέρης, και πίσω μισοκρυμμένος ο ξανθός Θανάσης κάτω από μια μουσμουλιά, άλλους δεν θυμάμαι.
Ο Θανάσης έγινε ο πρώτος μου φίλος, κάλαντα και σαχλαμάρες, κάθε σχολείο μέχρι και το λύκειο μαζί το πήγαμε, αλλά και μετά κάναμε παρέα, φτιάχναμε ταινιάκια με μια μηχανή σούπερ8, παίζαμε μπιλιάρδο και πόκερ, ίσως η πράσινη τσόχα ανακαλούσε κάποια  οικειότητα παλιά όσο τα σακάκια εκείνης της παρέλασης, ξενυχτούσαμε συζητώντας για λογοτεχνία ή εξερευνούσαμε τα μπαρ στην Πλάκα και στα Εξάρχεια, ακούγαμε λαικά, σχεδιάζαμε περιοδικά, αργότερα κατά την ενηλικίωση σιγά σιγά χαθήκαμε. Τον αποχαιρέτησα πολύ νωρίς, μια σκληρή μέρα της φετινής άνοιξης.
Δεν ξέρω πως να τελειώσω αυτό το σημείωμα, θα το προσπαθήσω με μια τεχνική έκθεση, να αναπαραστήσω εκείνη την επίμαχη σημαία, σήμερα, υπολογίζω πως ήταν κατασκευασμένη από κόντρα πλακέ, ένα παραλληλόγραμμο περίπου 60Χ50 εκατοστά, βαμμένο με πράσινη λαδομπογιά, και ήταν καρφωμένη πάνω σε κοντάρι ύψους περ. 120 εκ, επίσης, πράσινα βαμμένο, πάνω σε κάθε πλευρά αυτής της ατσαλάκωτης σημαίας υπήρχε ένα ζωγραφισμένο χελιδονάκι, μαύρο με έντονη διχαλωτή ουρά και άσπρη κοιλιά σε στάση (οξύμωρο) πτήσης, από κάτω ή από πάνω θα σας γελάσω έφερε την επιγραφή Τ Α  Χ Ε Λ Ι Δ Ο Ν Α Κ Ι Α  σε χαλαρή καμπύλη διάταξη.
Αυτή ήταν η μοναδική σημαία για την οποία πολέμησα.

27 October 2013

Ο ΩΡΑΙΟΣ ΔΡΑΠΕΤΗΣ*

[* "Φτηνό το φως, φτηνά μαγαζιά, φθηνότερα λόγια./ Άλλοι έφυγαν, άλλοι κοιμούνται, άλλοι πεθάνανε./ Κι αυτοί κι εκείνοι το ίδιο γερνάνε./ Εσύ αρνήθηκες τον γενικό κανόνα./ Άφησες... _ Γ. Ρίτσος]

Η διπολική διαταραχή (μανιοκατάθλιψη) είναι μια ψυχική ασθένεια που χαρακτηρίζεται από δύο συναισθηματικές διαταραχές, τη μανία και την κατάθλιψη. Αναρωτιέμαι αν από αυτό μπορεί να πάσχει ένας τόπος, ο δικός μας έχει όλα τα συμπτώματα διαχρονικά.
Ας αφήσουμε έξω τα πολύ γνωστά δίπολα που μας ταλάνισαν και το ιστορικό τους, τον εθνικό διχασμό και τον εμφύλιο, κι ας δούμε τα καθημερινά, πριν λίγα χρόνια ακόμα ήμασταν ο περιούσιος λαός του πλανήτη (μόνοι μας τα λέγαμε, και για του λόγου το αληθές μπουκώναμε αναβολικά κάτι γομάρια για να φέρνουν τα χρυσά που πολύ τα θέλαμε), σήμερα έχουμε βρεθεί στην άλλη πλευρά, στην κατηγορία σκουπίδια. Η συναισθηματική διαταραχή της κοινωνίας ή των μικροκοινωνιών είναι, σήμερα, για μια ακόμα φορά σε κατάσταση παροξυσμού, είτε μιλάμε για τις πολιτικές ταυτότητες ή γενικότερα για τον δημόσιο χώρο. Γι αυτό το πείραμα "φροντίζει", τουλάχιστον, η μισή ηγεσία του πλανήτη. Στο επίπεδο της πόλης όμως, αφού πρώτα ιδρύσαμε πόλεις δίπολα (Αθήνα - Θεσσαλονίκη), γειτονιές δίπολα (βόρεια και νότια προάστια), πλατείες που λειτουργούν ως κοινωνικά δίπολα, Εξάρχεια και Κολωνάκι, αυτό το τελευταίο μάλιστα δίπολο κλωνοποιήθηκε σε κάθε πολη, ως το εκείνο του καφενείου έφτασε η μανία μας, παράδειγμα, στο καφέ που συχνάζουν οι νεόπλουτοι, "βλάχοι", όπου όλα είναι σηματοδοτημένα από την λαμπερή διεθνοποιημένη αισθητική του καινούργιου, απέναντι σχεδόν πάντα "στέκει" το καφενείο των "ψαγμένων", με την αντίστοιχη ομογενοποιημένη αλλά ματ αισθητική του μεταχειρισμένου.
Τα αστικά δίπολα βέβαια αν και φιλοδοξούν να ορίζουν την απόσταση από το οικείο ως το ανοίκειο, είναι επινοημένα για να φαντασιώνονται τη διαφορά των φυλών, αλλά βιώνουν την απευκταία πραγματικότητα, να ανήκουν στον ίδιο (διχασμένο) κόσμο ή οργανισμό, και στην περίπτωση της πόλης (μας) στον τρέχοντα πολιτισμό (life style) όπου η επιθυμία είναι φτιαγμένη από γυψοσανίδα, inox σε αυτοκόλλητο, και ψευδοροφές, ανεξαρτήτως προθέσεων, είναι τόποι σχεδόν παραδειγματικοί, όπου καταναλώνεται μια προκατασκευασμένη αισθητική παρά παράγεται μια νέα. Ίσως περισσότεροι πια κατανοούν πως δεν χρειαζόμαστε νέα δίπολα, όσο μια νέα αντίληψη και ηθική της χρήσης για τα υλικά και τα άυλα που συγκροτούν τον δημόσιο χώρο πέρα από το αγοραία αναμενόμενο.


** αργότερα, την ίδια μέρα, μαθεύτηκε η είδηση πως πέθανε ο Λου Ρηντ, η πρώτη σκέψη μου ήταν, μαλακία έκανε, και μετά πως θα του πήγαινε ο τίτλος της ανάρτησης.

[ σαν την ευωδιά του Λιβάνου ]

Κοιμήθηκα όπως κοιμούνται τα ζαρκάδια στη Γαλαάδ,
με το τρεχαλητό ετοιμασμένο,
κι ονειρεύτηκα, δυο λόγια, ψιθυριστά,
                   σαν την ευωδιά του Λιβάνου
σαν την ευωδιά του Λιβάνου,
χωρίς πριν και χωρίς μετά,
άσχημο είναι να ξεχνάς,
μα χειρότερο να πάψεις να ονειρεύεσαι.

Κι ήρθε μια χιλιόχρονη χελώνα το πρωί, 
με ζωγραφισμένο ένα χαμόγελο στο καβούκι της,
και είπε, άσμα ασμάτων, μάτια μου,
αλλά πρώτα, σκούπισε τα χείλια σου, 
στάζουν στο μαξιλάρι το νυφιάτικο.

ΣΔ



12 October 2013

[Σπάρτα Χαλισί ]

Είπανε πως το είχε φέρει στο διωγμό
από την πατρίδα τυλιγμένο σε ρολό
μεγάλη περιπέτεια
κι ήτανε όση Σπάρτα του είχε απομείνει,
με περικοκλάδες ωχρές και γαλάζιες, βαθυκόκκινο φόντο και κρόσσια σαν κρέμα.


Δεν τον γνώρισες αλλά αυτό το καμάρωνες,
έβγαζες τα παπούτσια και περπάταγες διστακτικά, ένιωθες
ώσπου αποξεχάστηκες και δεν το ξανακοίταξες
κι αν πέρναγες κάθετα, κι αν πέρναγες οριζόντια
δεν έμπλεκε η ματιά σου στα σχέδια του
δεν καθυστερούσες άλλο,
αλλά το μετάξι του φαγώθηκε και ξέφτισε
κι εσύ μια μέρα σκόνταψες,
σάστισες, και κοίταξες ξανά, τελικά
αλλά να το πετάξεις πια, να μην πέσεις,
το ήξερες κι εσύ 
πως καταναλώσατε αλλήλους,
εσύ μαλακωσιά και μια πατρίδα
κι εκείνο όσο βάρος χρειάστηκε
να μείνει στη γη της ξένης πόλης.


Ότι είχε το έδωσε και ότι ήθελε το πήρε


Το βρήκα τυλιγμένο πάλι σε ρολό δίπλα σε έναν κάδο,
κι είτε από ευγνωμοσύνη που το μάζεψα
και τώρα το πατώ,
είτε από σκέτο θαύμα,
το χαλί
ψιθύρισε πολλά, ψευδίζοντας, κι ένα βράδυ μάλιστα, την ιστορία σας.

(ΣΔ)



07 October 2013

[Lapin Agile]

Μια νύχτα βαθιά και ήσυχη και μπλε
        ονειρεύτηκα ένα παγόνι ξεχασμένο
σαν κορίτσι που δεν απαντά στα πειράγματα
                                         έξω από το Lapin Agile,
                 με όλο τον κόσμο μέσα να τραγουδά
                                                       για έναν Albert,
                                  στη μια στροφή, αναρχικός
                                           στην άλλη, μαστροπός
                        μα στο ρεφρέν, άτυχος φοιτητής
                         τον βρήκαν σφαγμένο ένα πρωί 
                                         αντίκρυ, στο εικοσιδυό
                                         του δρόμου με τις ιτιές.

Και τότε γέλασες εσύ,
        σαν ο Picasso σε κάποιον φώναξε,
               ευλογημένος αυτός που ξέχασε τις λέξεις

          και τις βρήκε ξανά, όλες και μια παραπάνω.

(Σώτος Δασκαλόπουλος)

((Old Pine Tree and Peacock", Itō Jakuchū (1716–1800), Tokyo)

06 October 2013

[Θ]

Ήθελα να γίνω θάλασσα


για ν΄ αρχινώ με έναν κύκλο με τον ορίζοντα μέσα του
έτσι, να κλέβω τις ματιές και τις επιθυμίες,
δρόμος
να πάει την Ελένη και τον άντρα της στην Τροία
και να παιδέψω κι εγώ τον Οδυσσέα,
για όλα, μα πιο πολύ για τον χωρισμό, τα είκοσι χρόνια.


να έχω χρόνο για να έρχονται παιδιά να βουτούν
πόδια, χέρια και μαλλιά και να με κατουράνε,
να μην με νοιάζει που δεν θα θες,
εγώ να σε σκεπάζω.


με ένα μπλουμ, με μία δίνη να πνίγω τους στρατούς
που με νόμισαν τρυφερή σαν λιβάδι
και βασιλείς, κι ασεβείς, να κάνω 
να αυτοκτονούν στ΄ ακρωτήρια μπροστά μου,
να αρπάζω καράβια κι εργαλεία
ώσπου να ακούσω κραυγές απ΄τη στεριά.


να ρουφάω το φως κάθε πρωί
το βράδυ να χασομερώ να μην το βρίσκω,
να κυλούν αστροπελέκια στα βουνά γύρω μου και να ριγώ από ηδονή
να σπάζω βράχια, βρε αδερφέ
να αλλάζω τη γη.


Δεν έγινα όμως,
έμεινα χώμα που κάθε τόσο ανακατεύεται με λίγο, μόνο, νερό.
(Σώτος Δασκαλόπουλος)




















"παίζοντας με το ψαράκι μου", 2013, μολύβι σε χαρτί, Κώστας Μπομπός

05 October 2013

[φώτα πορείας]

Να είχαμε, λέει
το 'να μάτι κόκκινο,
τ' άλλο πράσινο,
σαν τα καράβια που δείχνουν τη νύχτα

να βλέπανε τουλάχιστον οι άλλοι
τη ρότα μας

(Σώτος Δασκαλόπουλος)



30 September 2013

[Δός ήμίν σήμερον]

Τα απομεσήμερα των εραστών
που ακροπατούν κι αφουγκράζονται
όταν
ξεμακραίνουν οι σκιές σερνάμενες πάνω στη πόλη
όπως οι αμαρτωλοί τα μάγουλα του
στο τείχος του βασιλιά Σολομώντα


Τα δάκρυα κυλάνε στις πέτρες
ρέουν στα βρώμικα σοβατεπιά
κι από κει γεμίζουν τα σπασμένα πεζοδρόμια
σαν
στάθμες ανεβαίνουν κάποτε ως τον ορίζοντα, φτάνουν
και πνίγουν ήσυχα τα νεογέννητα στις κούνιες τους


"Δός ήμίν σήμερον"

 (Σώτος Δασκαλόπουλος)


10 September 2013

[Ταγγέρη]


Να θυμηθείτε έναν τόπο σαν εκείνον που κατοικήσατε

έναν τοίχο ποτισμένο με τις δαχτυλιές σας
και ματιές που δεν ξεκαρφιτσώνονται χωρίς να αφήσουν χατάδες
μια χαμένη άνοιξη, κι ένα ρολόι, εκεί, που δεν σταματά
από κάτω τα φλυτζάνια ενός μισοτελειωμένου καφέ
και παντού οι λέξεις που είπατε
ανάκατα τα ψιθυρίσματα και οι φωνές.

Σκιές και ίχνη για να τα παίρνετε ξωπίσω
δίχως ελπίδα επιστροφής. 
Δεν είναι προστακτική,
μπορεί να είναι νοσταλγία
ίσως κάποιο απόγευμα απ' το όνειρο στη Ταγγέρη
ή ίσως κάτι άλλο που δεν ονοματίστηκε εγκαίρως, κι έτσι χάθηκε.

(Σώτος Δασκαλόπουλος)

01 August 2013

[Τα χαρτάκια]



Σαν ρίχτηκαν τα γυαλιστερά χαρτάκια από ψηλά
να στροβιλίζονται ως κάτω, στους αστυνόμους,
       δεν τα πρόσεξα καθόλου,
       θα μπορούσα να το ορκιστώ, κοιτούσα αλλού.
Ούτε ό,τι έσταξε στο μπετόν μπροστά μου πρόσεξε κανείς,
κι ήταν χιλιάδες εκεί βρίζοντας, και βλαστημώντας,
χειρονομούσαν θυμωμένους αντρικούς ρόλους, ακόμα κι οι γυναίκες.
       Τι γύρευα εκεί ψηλά; χωμένος στις ιαχές τους,
       δεν με ένοιαζε ούτε η ήττα ούτε η νίκη τους, κι όταν άναψαν οι προβολείς,
τα γυαλιά για τον ήλιο έμειναν κατεβασμένα.
       Κοιτούσα πέρα, ως να ξανάκουσα τη φράση,
σκυφτός πάνω από το φλιτζάνι με καφέ, οικειότητα,
       χωρίς εμένα,
πότε ειπώθηκε; ή δεν ειπώθηκε;
να τι γινόταν εκεί! με όλες τις βρισιές, ανάμεσα σε απελπισμένα σφυρίγματα
       μπόρεσα να ακούσω καθαρά τον ψιθυρισμό της
..............................................................................................................
εκείνη τη στιγμή που όλοι πετάχτηκαν ουρλιάζοντας,
δυο χαρτάκια ιρίδισαν και ξέκοψαν
       μπροστά στα μάτια μου, με ένα φουρφούρισμα ανεπαίσθητο,
στροβιλίστηκαν σαν τ΄ άλλα που έπεφταν, αλλά αυτά τράβηξαν προς τα 'πάνω,
δεν το πρόσεξε κανείς, κι ήταν χιλιάδες εκεί.
...............................................................................................................
       Θα μπορούσα και να το ορκιστώ.

(Σ Δ)



23 July 2013

Istanbul

Ήταν μια ασυνέχεια στο πεζοδρόμιο όση το πλάτος ενός διαμερίσματος σε μια προσφυγική πολυκατοικία, και ήταν φτιαγμένη από φυτά, αναρριχώμενα, αγιόκλημα και γιασεμί, που είχαν πιαστεί σε μια δυο νεραντζιές που υπήρχαν κι από εκεί είχαν φτάσει ως το ξύλινο μπαλκόνι του απάνω ορόφου, σχηματίζοντας μια θολωτή σκιερή αυλίτσα από κάτω. Το πεζοδρόμιο ήταν παράδοξα φαρδύ για την πόλη αυτή και γι αυτό το προτιμούσαν οι διαβάτες, αλλά όταν κάποιος πλησίαζε στο σημείο κι έφτανε μπροστά σε αυτό το αναπάντεχο κηπάριο, σάστιζε για λίγο, να περάσει από μέσα; γιατί ως μέσα γινόταν αντιληπτό αυτό το έξω, ή να το παρακάμψει; πράγμα που συνήθως συνέβαινε.
Ένας μικρός αλλά πυκνός κήπος που είχαν φυτέψει οι ένοικοι του ισογείου και είχε πάρει τη μορφή της αυλής τους που βρισκόταν ένα βήμα πίσω αλλά που την είχαν κλείσει με τζαμαρία, εκείνη την σιδεροκατασκευή με τα τζαμιλίκια που ήταν πολύ της μόδας μισό αιώνα πριν. Έτσι το πρώην έξω της παλιάς αυλής είχε γίνει μέσα, και το πεζοδρόμιο που είχε φυτευτεί ήταν πια η νέα αυλή και ως επικύρωση εγκατέστησαν εκεί, οι ένοικοι, ένα τραπέζι και δυο πολυθρόνες φερφορζέ που είχαν παχύνει από την ετήσια λαδομπογιά.
Τις ίδιες ή παρόμοιες τακτικές επέκτασης των μικρών προσφυγικών τους ακολουθούσαν, τουλάχιστον τα καλοκαίρια, οι περισσότεροι γείτονες, με γλάστρες και τραπέζια αλλά αυτή η πράσινη φωλιά ήταν ένα αποκορύφωμα που έδειχνε επιμονή και σχέδιο, ίσως και αδήριτη ανάγκη. Με τα χρόνια και την φροντίδα τα φυτά μεγάλωσαν και έριχναν τα παρακλάδια τους από ψηλά σχηματίζοντας ένα καταπράσινο σκιερό τούνελ που δύσκολα το πέρναγε άγνωστος στους ενοίκους άνθρωπος, και μια που αυτοί δεν είχαν πολλά πολλά με κανέναν στη γειτονιά, το πεζοδρόμιο τους είχε μετατραπεί λίγο λίγο σε ένα δροσερό άβατο που φιλοξενούσε μόνο τις χαμηλόφωνες κουβέντες τους, κι όταν καμιά φορά ξέφευγε ένα γυναικείο γελάκι από αυτή την μικροσκοπική Εδέμ και έφτανε ως τους γείτονες τους έκανε να χαμογελούν και να λένε ψιθυριστά μεταξύ τους Ιστανμπούλ.

Η πολυκατοικία έχει μια τυπική διάταξη μικρών μακρόστενων διαμερισμάτων με προσόψεις είτε στο πεζοδρόμιο είτε στο σκεπαστό μπαλκόνι του ορόφου, χτίστηκε το 1924, και σήμερα αν και βρίσκεται σε άθλια κατάσταση, επιτελεί ακόμα έργο ως κατοικία για φτωχούς ξεριζωμένους ανθρώπους όπως είναι οι οικονομικοί μετανάστες από την Ασία.
Κανείς όμως σήμερα δεν θυμάται ποιοι ήταν οι πρώτοι δικαιούχοι που κατοίκησαν το συγκεκριμένο διαμέρισμα, και λίγοι πια θυμούνται το ζευγάρι που εγκαταστάθηκε εκεί αμέσως μετά από τον πόλεμο, οι μεγαλύτεροι πιο πολύ επαναλαμβάνουν μια ιστορία από αυτές που κανείς δεν θυμάται πότε την πρωτάκουσε.

Ένα ζευγάρι όχι πολύ νέων, ήταν, που είχαν επιβιώσει από τον πόλεμο, το μπλόκο, τα Δεκεμβριανά, και ετοίμαζαν με χαρά το σπίτι αυτό για το γάμο τους, έβαφαν και στόλιζαν το μικρό ισόγειο διαμέρισμα ενώ περήφανα διαλαλούσαν πως θα πήγαιναν γαμήλιο ταξίδι στην Ισταμπούλ, στην πραγματικότητα το παραδιαλαλούσαν και ξυπνούσαν όχι μόνο τις επιθυμίες των γειτόνων για τις χαμένες πατρίδες τους που όμως όλες είχαν κάποια σχέση με την Ιστανμπούλ, αλλά και τη ζήλια τους. Μέρες πριν από το γάμο και το πολυπόθητο ταξίδι φίλοι και γείτονες έμπαιναν στο σπίτι με ευχές και κοντοστέκονταν στην αυλίτσα βγαίνοντας για να ζητήσουν μια μικρή χάρη, να στείλουν χαιρετίσματα ή να έχουν να περιμένουν κάτι από την Πόλη. Όσο κι αν παραξενεύει σήμερα αυτός ο ξεσηκωμός, τότε το ταξίδι αυτό ήταν μεγάλη δουλειά για εκείνον τον μικρόκοσμο.
Μια εβδομάδα πριν τον γάμο φυτεύτηκαν το γιασεμί και το αγιόκλημα στην άκρη του πεζοδρομίου ανάμεσα στις δυο μικρές νεραντζιές, βάφτηκε γαλάζιο το παντζούρι και η πόρτα, αγοράστηκε από τον Πειραιά και μια μεγάλη καρώ βαλίτσα, θα έφευγαν με το τρένο το ίδιο βράδυ του γάμου. Όλα έγιναν σωστά, και μετά την εκκλησία και το φωτογραφείο, το βράδυ της Κυριακής αφού κρέμασαν τα στέφανα πάνω από το κρεβάτι, κλείδωσε ο Λ το σπίτι και έβαλε το κλειδί στο τσεπάκι του γιλέκου του, πήρε αγκαζέ τη γυναίκα του και την καρώ βαλίτσα στο άλλο χέρι, μπήκαν σε μια κούρσα που ειδοποιημένη τους περίμενε και ο Λ παράγγειλε δυνατά, στο σταθμό Λαρίσης!
Το αυτοκίνητο ξεκίνησε, ενώ η Ε χαιρετούσε βασιλικά με το χέρι έξω από το παράθυρο τη γειτονιά που τους κατευόδωνε, προχώρησε για λίγο σηκώνοντας σκόνη στην οδό Ηλιουπόλεως που ήταν χωμάτινη και έστριψε αριστερά στην οδό Οκτώ. Το τρένο έφευγε στις έντεκα. Κατά τις τρεις, τρεις και, αν κάποιος δεν κοιμόταν και κοιτούσε έξω από το παράθυρο θα μπορούσε ίσως να διακρίνει δυο σκοτεινές φιγούρες, με βαλίτσα στο χέρι η μια, να φτάνουν έξω από την πόρτα των νιόπαντρων, να την ανοίγουν και να χώνονται σβέλτα μέσα, και τίποτα άλλο. Ίσως.

Σε λίγες μέρες πάντως έλαβαν οι απέναντι μια καρτ ποστάλ από την Κωνσταντινούπολη, οι νιόπαντροι έγραφαν πως όλα ήταν θαυμάσια και εκείνοι συγκινημένοι που “προσκύνησαν” στην Αγία Σοφία, κάποιοι λένε πως έφτασαν άλλες δυο καρτ ποστάλ, μια με τον πύργο του Γαλατά και μια με Πανοραμική Θέα του Βοσπόρου, με λόγια ενθουσιασμού.

Οι γείτονες όλες αυτές τις 12 μέρες που κράτησε το ταξίδι του μέλιτος πότιζαν τα μικρά φυτά του ζευγαριού και επειδή τα απογεύματα έπιανε ίσκιος από εκείνη την πλευρά του δρόμου έβγαζαν τις καρέκλες τους εκεί και συζητούσαν, τι άλλο; για το ταξίδι, στην αρχή τους μακάριζαν αλλά δεν άργησαν να περάσουν και σε άλλες εκφράσεις που φανέρωναν πως δεν τους είχαν άξιους για τέτοιο ταξίδι, τελικά τους έσυραν πολλά, μέχρι συνεργάτη των Γερμανών ψιθύρισαν τον Λ, άλλοι αντίθετα τον έβγαλαν κομμουνιστή, μια φορά ήταν σίγουρα προδότης, πως αλλιώς να βρήκε τα λεφτά για ταξίδια και σενιαρίσματα, ε; κι Ε τι ήταν; παστρικιά, το ήξερε όλη η Κοκκινιά, σε τέτοιους έλαχε αυτό το ταξίδι και αυτοί τώρα ξεροστάλιαζαν ποτίζοντας τα φυτά τους. Είπαν πολλά.

Ένα βράδυ όπως είχαν φύγει, με μια κούρσα γύρισαν, αλλά αυτή τη φορά χωρίς κόσμο και φασαρία, άναψαν ένα φως από μέσα αλλά το γαλάζιο παντζούρι δεν άνοιξε, ούτε τις επόμενες μέρες άνοιξε, σε κανέναν δεν έφεραν δωράκια και χαιρετίσματα από την πόλη, και κανείς δεν τους ρώτησε πως πέρασαν. Πρωί πρωί ο Λ έφευγε για τη δουλειά, έβγαινε η Ε για ψώνια, γρήγορα και ήσυχα επέστρεφαν κι αν διασταυρώνονταν με γείτονες, όλοι μα όλοι έκαναν πως αλλού κοιτούσαν.
Τα χρόνια πέρασαν, παιδιά δεν κάνανε, αλλά τα φυτά μεγάλωσαν και έκρυψαν το σπίτι από τους γείτονες, το παντζούρι άρχισε να ανοίγει και εκείνοι να βγαίνουν έξω τα βράδια, να κάθονται και να μιλάνε ήσυχα πίσω από τη φυλλωσιά, είχαν καναρίνια και φλώρους σε κλουβιά που τα φρόντιζε ο Λ κάθε απόγευμα, κι όλη την μέρα από τότε που πήρε σύνταξη, μια κανονική φωλιά που κράτησε για χρόνια μέσα τους κατοίκους της και από έξω όλο τον κόσμο, ώστε ακόμα κι οι περαστικοί να λοξοδρομούν μπροστά της. Τότε, πολύ μετά δηλαδή, άρχισε να ακούγεται μια ιστορία, πως τάχα αυτοί οι δυο, τότε, δεν πήγαν πουθενά, ποια Ιστανμπούλ; μέχρι την Αθήνα πήγανε και το βράδυ γύρισαν, κρύφτηκαν μέσα 12 μέρες κρατώντας και το σκατό τους!, αλλά κάποιο μάτι τους πήρε και από τότε η Ισταμπούλ έγινε, σε εκείνο το μέρος του κόσμου, το συνώνυμο της απάτης, του ψέματος και ίσως του απραγματοποίητου ονείρου, όλη η γειτονιά το συζητούσε αλλά εκείνοι οι δυο δεν έμαθαν τίποτα, γιατί τίποτα δεν μπορούσε να διαπεράσει αυτή την κλαδένια φωλιά με τα καναρίνια σύριζα στην πόρτα τους.

Εγώ μόνο, πολύ σπάνια τα μεσημέρια, περνούσα από μέσα στα κλεφτά και πριν τα μάτια μου συνηθίσουν τη σκιά ξανάβγαινα, μόνο μια φορά κοντοστάθηκα να δω τα πουλιά και ξαφνικά αντίκρισα το όμορφο πρόσωπο της κυρίας Ε που καθόταν ήσυχα και κάπνιζε ανάμεσα στα κλουβιά, κοιταχτήκαμε αλλά δεν είπαμε τίποτα, έφυγα γρήγορα ενώ από την πόρτα της τζαμαρίας ξεπρόβαλε πάνω στο πι ο κύριος Λ, το πράσινο τούνελ απεριποίητο πια μεγάλωνε άναρχα, τα βράδια έπαιρνε δυσοίωνη όψη.
Δεν τους ξαναείδα, ποιος έφυγε πρώτος, ποιος δεύτερος, δεν το ξέρω, πάντως ό,τι έγινε έγινε γρήγορα, το σπίτι κλείστηκε, τα φυτά έμειναν απότιστα και μαράζωσαν, η τζαμαρία σκούριασε, και τα πουλιά, τα πουλιά κάποιος θα τα πήρε κι αυτά.
Τώρα στο διαμέρισμα αυτό μένει μια οικογένεια από την Συρία, μαγειρεύουν βαριά φαγητά που μυρίζουν μέχρι έξω και μέσα πάνω σε ένα ράφι έχουν, δίπλα στο κοράνι, στολισμένη μια ξεθωριασμένη καρτ ποστάλ από την Ιστανμπούλ φωτογραφημένη από τον Κεράτιο που από κάτω γράφει με όμορφα γράμματα Salut de Constantinople. Mosquée Süleymaniye.

02 June 2013

Πιθανές απιθανότητες


Όποια ή όποιος έχει διαβάσει ένα δυο σημειώματα εδώ, θα έχει ίσως καταλάβει πως, αυτό με το οποίο καταπιάνομαι είναι οι πιθανότητες μιας παρουσίας, μερικές φορές ξεκινώντας από ισχνά ίχνη που τα βρήκα έτοιμα να διαλυθούν, αλλά σχεδόν ποτέ με τις βεβαιότητες που συνήθως συνοδεύουν μια καλοσχηματισμένη ύπαρξη. Το σχήμα των πραγμάτων είναι στοιχείο της ταυτότητας τους όταν είναι ισχυρό και σαφές. Αλλά τι γίνεται όταν δεν μπορεί κανείς να το περιγράψει με σαφήνεια; Το αφήνει στη λήθη; Συμβαίνει κι αυτό, κι έτσι έχουμε ολόκληρες περιόδους μαζί με τους ανθρώπους και τις δράσεις τους ξεχασμένες εκτός Ιστορίας ή ακόμα χειρότερα στριμωγμένες τόσο που να χωρέσουν σε προκαθορισμένα σχήματα ή αφηγήσεις, ο ιμπρεσιονισμός λέει για παράδειγμα ο ομιλητής κι ο ακροατής πρέπει ήδη να ανακαλεί εικόνες στο μυαλό του, αν αυτές δεν ανακαλούνται τότε δεν λειτουργεί αυτόματα η επικοινωνία.
Η επικοινωνία είναι η θεοποιημένη λειτουργία του καιρού μας, έχουν δαπανηθεί τεράστιες και ευφυείς προσπάθειες και πόροι για την κυριαρχία της, και έχει μόνο ένα εχθρό, τον χρόνο, την ασάφεια ή την ασυνέχεια του χρόνου πιο συγκεκριμένα, διότι όλα πρέπει να ανταλλάσσονται σε σταθερά διακριτούς χρόνους, [από / χρόνος/ προς] ώστε να εκπαιδεύονται οι άνθρωποι στην αναμονή τους. Έτσι η μέτρηση του χρόνου γίνεται αναγκαία προϋπόθεση της επικοινωνίας, ρολόγια, ημερολόγια, εκπομπές, αποστάσεις, ολόκληρη τη γη να έχει χαραχτεί έτσι ώστε να μετράει τον χρόνο, να μετράει δηλαδή κάτι το ανύπαρκτο, όσο ο Θεός που έχει διαδεχθεί.
Αλλά όταν σκέφτεσαι με πιθανότητες ο χρόνος χάνει τα μετρήσιμα χαρακτηριστικά του και δεν ταυτίζεται με τον ρυθμό, παύοντας να είναι το εξωτερικό όργανο μέτρησης μεγεθών. Τότε η ιστορία μπορεί να σταματά την εξέλιξή της ή την συμμετοχή της σε κάποιο μεγαλύτερο κύκλο και να παίρνει ένα αόρατο και ίσως αδιανόητο ως τότε δρόμο, ακόμα και αντίστροφο να αυτονομείται και να ψάχνει άλλη εξέλιξη μη γραμμική, πέρα από εκείνο που της έχει παραδοθεί. Οι άνθρωποι ζούνε, εξελίσσονται και σχετίζονται με τους τρόπους που τους έχει ορίσει η φύση και η κοινωνία, περνάνε μέσα από όλες τις κοινωνικές νόρμες και τελετουργίες και σπανίως αναρωτιούνται αν όντως όλα αυτά ταιριάζουν με ότι βαθιά τους κινεί. Ακόμα κι όταν κάποιοι άνθρωποι σπάζουν μερικές φορές τις νόρμες, και τότε η Ιστορία σπεύδει να τους ονομάσει επαναστάτες διότι είναι πολύ επικίνδυνο πράγμα κάθε τι το ανώνυμο, ακόμα και τότε τις παραβιάζουν σύμφωνα με κάποιο πρότυπο παραβίασης που έχουν διδαχθεί ως παρέκκλιση. Κάθε λειτουργία ή σύστημα συνεπώς έχει προβλέψει και έχει συμπεριλάβει στον κανόνα και στον ρυθμό της τις παρεκκλίσεις. Αλλά όχι την πιθανότητα διότι όποιο λεξικό κι ανοίξουμε δεν βρούμε σαφή ορισμό της αλλά κάποιον αναφορικό σε πείραμα της τύχης!
Η Τύχη όμως ήταν η Θεά των αρχαίων Ελλήνων που μπορούσε να επηρεάσει και να ανατρέψει κάθε έλεγχο στους ανθρώπους και στους νόμους του σύμπαντος. Μια φορά, εντάξει, μπήκε ο Θησέας στον Λαβύρινθο και βγήκε, αλλά δεν ήταν δυνατόν να το διακινδυνεύει συνεχώς. 
Η Τύχη ήταν μια Θεά που εξαιτίας της φύση της ο άνθρωπος δεν μπορούσε να την καλοπιάνει συνεχώς, και αυτό δεν ήταν ανεκτό όταν αποφάσισε να υποτάξει τη φύση στη βουλιμία του.
Τα υπόλοιπα είναι λίγο πολύ γνωστά, ο άνθρωπος επινόησε της μεγάλες αφηγήσεις, ίδρυσε τις θρησκείες και τις ιδεολογίες, ανέπτυξε την επιστήμη και την τεχνική, ίδρυσε θεσμούς και Μουσεία. Όλα όμως κατά κάποιον τρόπο τέλειωσαν κατά το πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, οι καλλιτέχνες, πρώτα, διακήρυξαν το τέλος ενός πολιτισμού που είχε ήδη πεθάνει, επιτέθηκαν στις αξίες που τον έθρεψαν για χιλιετίες, την οικογένεια, την πατρίδα, την θρησκεία, την Τέχνη, έφτιαξαν ομάδες που είχαν αυτή την αποστολή, τις ονόμασαν DADA για να μην σημαίνει τίποτα, να μην περιγράφει τίποτα, πίστεψαν στο απίστευτο και ζήτησαν την απελευθέρωση του ανθρώπου. Όμως επειδή ήταν δημιουργοί, και όχι πολεμιστές δεν το κατάφεραν, διακήρυξαν κάτι που οι ίδιοι δεν μπορούσαν από τη φύση τους να εκπληρώσουν, την καταστροφή του πολιτισμού. Έφτιαχναν έργα πιστεύοντας πως κάμουν αντι-έργα, και εκείνο που κατάφεραν ήταν να ανανεώσουν τις καλλιτεχνικές γλώσσες, έβαλαν μέσα στο έργο, το ανοίκειο, το αποσπασματικό, έκαναν παρουσίες το ετερόκλητο και το ασύγχρονο, το α-νόητο, και την ανθρώπινη σκοτεινιά.
Δεν κατέστρεψαν αλλά δημιούργησαν μια άλλη πραγματικότητα. Ρώτησαν εξ αρχής πως ονομάζονται τα πράγματα και τι κάνουν...και με τις απαντήσεις τους δημιούργησαν ένα σωρό απίθανες πιθανότητες.

30 March 2013

Όταν η Σιμόν θα έβαζε τα κλάματα

[Οι σημερινές γυναίκες έχουν σχεδόν εκθρονίσει τον μύθο της θηλυκότητας· αρχίζουν να κάνουν αισθητή την ανεξαρτησία τους με πολύ συγκεκριμένους τρόπους· δεν καταφέρνουν όμως εύκολα να βιώσουν απόλυτα την κατάστασή τους ως ανθρώπινα όντα. Έχοντας ανατραφεί από γυναίκες, μέσα στους κόλπους ενός γυναικείου κόσμου, ο φυσιολογικός προορισμός τους είναι ο γάμος, ο οποίος στην πραγματικότητα τις υποδουλώνει ακόμα και σήμερα στον άντρα· το ανδρικό κύρος κάθε άλλο παρά έχει εξαλειφθεί: στηρίζεται ακόμα σε γερές οικονομικές και κοινωνικές βάσεις. Είναι συνεπώς αναγκαίο να μελετήσουμε πολύ προσεκτικά την παραδοσιακή μοίρα της γυναίκας. Θα προσπαθήσω να περιγράψω πώς η γυναίκα μαθαίνει την κατάστασή της, πώς τη βιώνει, σε τι είδος σύμπαντος βρίσκεται εγκλωβισμένη, ποιους τρόπους διαφυγής έχει. Και μόνο αν όλα αυτά γίνουν κατανοητά, μόνο τότε θα μπορέσουμε να καταλάβουμε ποια προβλήματα αντιμετωπίζουν οι γυναίκες που, έχοντας κληρονομήσει ένα βαρύ παρελθόν, προσπαθούν να χτίσουν ένα καινούργιο μέλλον.]
Έτσι προλόγισε η Σιμόν ντε Μποβουάρ το "Δεύτερο φύλο" που κυκλοφόρησε το 1949 και αποτέλεσε το απόλυτο έργο αναφοράς του φεμινιστικού κινήματος. Εξήντα χρόνια μετά, η φεμινιστική ουτοπία ξεφτάει καθώς σεξιστικές αντιλήψεις και πρακτικές επανέρχονται σε πολλά σημεία της δημόσιας ζωής.

Το σημείωμα αυτό δεν περιέχει τίποτα παραπάνω από σκόρπιες σκέψεις, περισσότερο γράφω για την αίσθηση ενός αδιεξόδου που βρέθηκε αναπάντεχα στο τέλος ενός μεγάλου δρόμου, όπως σε κάποιες ταινίες δράσης που η καταδίωξη των αυτοκινήτων καταλήγει στο κενό μιας υπό κατασκευή γέφυρας και τότε το πρώτο, το καταδιωκόμενο, αυτοκίνητο με τέρμα τα γκάζια επιχειρεί το άλμα στο κενό... Χόλιγουντ είναι αυτό, και έτσι το άλμα πετυχαίνει ενώ ο διώκτης μένει φρενάροντας στην απέναντι όχθη.  Σε ένα τέτοιο αδιέξοδο έχει βρεθεί συνολικά η κοινωνία, αλλά, εδώ, το θέμα είναι ο κόσμος της τέχνης. 
Η αφορμή, χθες βράδυ βρέθηκα σε μια εικαστική έκθεση, από όπου έφυγα για πολλοστή φορά απογοητευμένος, σχεδόν θυμωμένος, κάτι που μάλλον το έχω συνηθίσει την τελευταία δεκαετία, όπου η τέχνη μοιάζει αμήχανη, σχεδόν άναρθρη μπροστά στις ραγδαίες αλλαγές της ζωής.
Δεν γνωρίζουμε από την ιστορία, εκτός ίσως από τις περιπτώσεις των δικτατορικών ρεαλισμών, εποχές που η τέχνη ακολουθούσε τόσο κουρασμένη τις εξελίξεις στη ζωή.  Σε αυτή την έκθεση τυχαίας αναφοράς οι καλλιτέχνες ήταν νέες γυναίκες, και το φύλο τους ήταν το κοινό νήμα που γύρω του εξελίχθηκε η έκθεση, κάτι που βέβαια από μόνο του δεν πειράζει, αν και δεν έχω ακούσει για έκθεση με αποκλειστικά άντρες καλλιτέχνες εξαιτίας του φύλου τους!
(anyway) Εξήντα χρόνια μετά την εμφάνιση του φεμινιστικού κινήματος φαίνεται πως οι νέες καλλιτέχνιδες φτιάχνουν τα έργα τους με τους τρόπους της υποδούλωσης των μητέρων και των γιαγιάδων τους, κεντούν, ράβουν, πλέκουν, υφαίνουν, καμιά φορά μαγειρεύουν ή ανοίγουν φύλλο, αλλά αποκομμένους από κάθε πλαίσιο κοινωνικής αναγκαιότητας ή τουλάχιστον νοσταλγίας. Οι καλλιτέχνες κάθε φύλου καθώς έχουν απαρνηθεί την επιθυμία αναμέτρησης τους με τα μεγάλα έργα του παρελθόντος, ψελλίζουν πια άναρθρες κραυγές και υπεκφυγές, και μοιάζουν εντελώς παγιδευμένοι στον επιδερμικό τρόπο προσέγγισης της πραγματικότητας που έχει επιβληθεί έτσι κι αλλιώς σε όλους τους ανθρώπους από την κυρίαρχη αγοραία αντίληψη.
Σχεδόν σύσσωμη η καλλιτεχνική κοινότητα έχει περιπέσει σε έναν ιδιότυπο αυτισμό γεμάτο με μικρές, αδέξιες χειρονομίες πάνω στα υλικά ή δίχως στοχασμό στις ιδέες, ο οποίος εμφανίστηκε ταυτόχρονα με τα μεγάλα πολιτικά γεγονότα της εποχής, την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και τους πολέμους των δυτικών στο Ιράκ. Μέχρι τότε η Ιστορία μπορούσε να δίνει στην Τέχνη το ρόλο της πρωτοπορίας, αλλά καθώς άρχισαν να καταρρέουν οι μύθοι του μοντερνισμού, φάνηκε ο αυξανόμενος βαθμός απομάκρυνσης και υστέρησης της από την πραγματικότητα. Όταν δε οι Ιρακινοί ή Αφγανοί φανατικοί ανέβασαν στο διαδίκτυο ακόμα και απευθείας αποκεφαλισμούς, μόνο οι ανεπαρκείς δεν κατάλαβαν ότι μαζί με τα κεφάλια των δύστυχων ομήρων έπεσε και ο μύθος της τέχνης ως γροθιάς στο στομάχι των εφησυχασμένων αστών
Από τότε, στρατιές νέων καλλιτεχνών που έλαβαν το μήνυμα της επικράτησης των αγορών, άρχισαν να παράγουν σωρηδόν έργα και εργάκια προορισμένα είτε να στολίζουν τα νεόδμητα καθιστικά των προαστίων, είτε να γεμίζουν τα λόμπι των νέων μουσείων, (αυτά όμως τα περιγράφει πολύ καλά ο Ζαν Κλαιρ). Η αγορά βλέπετε απαιτούσε πολλά έργα και αν οι καλλιτέχνες ακολουθούσαν τους στοχαστικούς ρυθμούς των προγόνων τους δεν θα προλάβαιναν να τα παράξουν ποτέ, ο Βερμέερ για παράδειγμα ζωγράφισε περίπου 50 έργα σε όλη του ζωή, η υπερβολική ζήτηση και η επιτάχυνση του κύκλου παραγωγής του έργου έφερε και την πτώση στην ποιότητα αλλά ποιος νοιαζόταν, εδώ ανέλαβε η θολότητα μιας κατευθυνόμενης πλευράς της θεωρίας να "εξηγήσει" και να καλύψει το φαινόμενο. 
Τώρα έχει γίνει σαφές πως ο καιρός αυτός πάει πέρασε και οι καλλιτέχνες που παρόλα αυτά είναι οι πιο ευαίσθητοι δέκτες της κοινωνίας το ΄χουν μεν νοιώσει εγκαίρως αλλά δυστυχώς παραμένουν εγκλωβισμένοι από αδράνεια σε  παρωχημένες πρακτικές. Σίγουρα κάτι καινούργιο θα γεννηθεί όπως συμβαίνει πάντα, αλλά ίσως αυτό δεν βγει από τις δικές μας κοινωνίες ή δεν συμπεριλάβει στο νέο σκάφος όσους από εμάς τους καλλιτέχνες δεν κοιτάξουμε να βρούμε εκείνα που παραλείψαμε από τεμπελιά ή από ευδαιμονία. Νομίζω πως τώρα είναι ο καιρός να ρωτήσουμε τα πάντα εξαρχής και να αναζητήσουμε νέες αφηγήσεις, αντί να φτιάχνουμε μισά σκίτσα, βιαστικές φωτογραφίες και ψελλίσματα.  

08 March 2013

ΩΦ


   Γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του 1914, κι αν ήταν δυνατόν θα θυμόταν ως κακό οιωνό τα δυο επιβλητικά Γερμανικά καταδρομικά που ήρθαν κι αγκυροβόλησαν απέναντι από την κούνια της, στον κόλπο της Προύσας, λίγο πριν από τον βομβαρδισμό της Οδησσού,  "γεννήθηκες μέσα στο μεγάλο πόλεμο", της έλεγε η μάνα της.
"Ελιές κι αμπέλια" είχαν, κι ένα σπίτι "περιθαλάσσιο" στην Προποντίδα θυμόταν. Μεγάλωσε στα Μουντανιά ήσυχα ως που ήρθε ο Ελληνικός στρατός, "το σύνταγμα ευζώνων" και έκπληκτη είδε τα αδέλφια της να ενθουσιάζονται, "όλα τα νέα παιδιά πήγανε τότε εθελοντές", "κι αγύμναστους τους στείλανε στη πρώτη γραμμή", τον Σαγγάριο", και γύρισαν, όσα γύρισαν, ντροπιασμένα με τον τρόμο στο βλέμμα, για να τους κρύψει η μάνα τους στη σοφίτα, λιποτάκτες τον Σεπτέμβριο του 1921!
Οι εύζωνες του Πλαστήρα όμως κράτησαν τους τσέτες και τους έσωσαν μέχρι να έρθουν τα βαπόρια να τους πάρουν. Θυμόταν τη θάλασσα τους κόκκινη από το αίμα των στρατιωτών, και το εγγλέζικο πλοίο που τους έφερε στην Ελλάδα και τον αδελφό της "τον Φουντούκο" την τελευταία στιγμή, "την ώρα που το πλοίο σάλπαρε" να επιβιβάζεται "ντυμένος γριά, με μαύρο το πετσί του από τις κακουχίες", γιατί αν τον έπιαναν, είτε οι Τούρκοι είτε οι Έλληνες, θα τον σκότωναν ή θα τον εκτελούσαν για λιποταξία. Τη νύχτα πέρασαν, "σεριάνισαν", τα στενά πιστεύοντας πως αργά ή γρήγορα θα επέστρεφαν. Δεν επέστρεψαν, έγιναν άλλα κι άλλα. Πολλά είδε, για μια σφαγμένη γάτα μίλαγε, πάλι καλά...
Στην αρχή έμειναν ενάμιση χρόνο φιλοξενούμενοι στον Πειραιά, στο σπίτι του αξιωματικού που είχαν πριν εκείνοι φιλοξενήσει στoν τόπο τους, και αργότερα τους έδωσαν προσφυγικό στην Κοκκινιά, "από τα αψηλά με το πάτωμα, περηφανευόταν, γιατί τα χαμηλά είχαν χώμα κάτω", τον πρώτο καιρό μια ξύλινη διαολόσκαλα υπήρχε για όλη τη γειτονιά, και τότε για να κατέβει κάποιος από το σπίτι του φώναζε σε όποιον περαστικό έβλεπε να του την φέρει... και μία μόνο βρύση για νερό στην πλατεία, αλλά ζήσανε.
Όταν θυμόταν τον μπαμπά της έκλαιγε, ήταν πράος, "αμπελόβοδο, τον έλεγε η μάνα μου", πόσο δυσκολεύτηκε στην Ελλάδα, κι πώς αν έπινε κάνα ούζο παραπάνω έβγαζε κι "έσκιζε την τραγιάσκα που τον έφερε εδώ" και καταριόταν Βενιζέλο και Βασιλιά, τότε νοσταλγούσε το φεσάκι του και χάιδευε το κλειδί από το σπίτι τους στα Μουδανιά που έκρυβε αντί για ρολόι στο τσεπάκι του γιλέκου του.
Εκείνη όμως ήταν νέα και πολύ πολύ όμορφη όπως λέγανε όλοι, και παντρεύτηκε νωρίς, τον Σωτήρη, τον όμορφο Ανατολίτη από την Σπάρτα που ήταν καλλιτέχνης, σχεδίαζε χαλιά, και είχε φαίνεται τον τρόπο να την ρίξει. Έκαναν δυο κόρες αλλά ο Σωτήρης αρρώστησε από φθίση και πέθανε λίγες μέρες πριν ξεσπάσει ο δεύτερος μεγάλος πόλεμος. Χήρα με δυο μικρά γύρισε τότε στη μάνα της στο προσφυγικό, εν τω μεταξύ είχε πεθάνει κι ο πατέρας της, κι ο πόλεμος έκανε τα πάντα δυσοίωνα αλλά εκείνη είπε πως θα ζήσουν, εκείνη και τα παιδιά της! Έτρεξε, μάλωσε, αλλά κατάφερε και πήρε από την αποθήκη του οργανισμού τα χαλιά του Σωτήρη, που θέλανε κάποιοι να της τα “φάνε”, ωραία χαλιά χειροποίητα δικά του σχέδια. Από εκείνα τα χαλιά ζήσανε στην κατοχή, εμπόριο, μαύρη αγορά. Άφηνε τα παιδιά στη Φρόσω και γύριζε ακόμα και με τα πόδια την επαρχία, μέχρι τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία έφτανε, έδινε χαλιά έπαιρνε λάδι ή στάρι, χιόνια και βροχές θυμόταν, έδωσε όλη της την προίκα της, μεταξωτά και δαντέλες, κρύο και λάσπη, "έπαιρναν οι χωριάτισσες τα μεταξωτά κομπινεζόν και τα φόραγαν πάνω από τα ρούχα τους, για στολίδι, δεν είχαν ξαναδεί τέτοια", "αλλού μας έδιωχναν οι άντρες με τα στειλιάρια" - μόνο δυο τάπητες απόμειναν από εκείνα τα εμπόρια της επιβίωσης, ένα για κάθε κόρη του Σωτήρη, να θυμούνται εκείνον που δεν πρόλαβαν.  
Έζησαν όμως, κι εκεί στις κομπανίες που έκαναν για να ταξιδεύουν με κάποια ασφάλεια συνάντησε τον Στέφανο, αυτός είχε έρθει από τη Ρωσία, άντρουκλας με άγρια όψη αψηλός, και τον παντρεύτηκε, για να αποκτήσει από εκεί και πέρα όλη η οικογένεια κάτι εξωτικό, ένα επίθετο που τέλειωνε σε ωφ και έβαζε σε υποψίες, αργότερα, την κρατική ασφάλεια. Και ίσως όχι άδικα γιατί τότε κοντά στο τέλος της κατοχής που ήταν και το πιο επικίνδυνο, ο Στέφος φαίνεται πως είχε κάποιες παρτίδες με τον ΕΛΑΣ και κουβαλούσε εκρηκτικά, του έκοψε όμως μόλις άκουσε τα χωνιά των μπουραντάδων και κρύφτηκε, και έτσι γλύτωσε από το μπλόκο της Κοκκινιάς. Έκαναν άλλο ένα κορίτσι, αλλά ο Στέφος αρρώστησε βαριά, πάλι η φυματίωση ήταν που απειλούσε να την αφήσει χήρα, θέριζε τότε, αλλά όχι τον Στέφανο που σώθηκε χάρη στην “αμερικανική βοήθεια”. Ήταν από μεγάλο σόι που σκόρπισε το 17 από τη Ρωσία, εμιγρέδες, και κάποιοι είχαν φτάσει στην Αμερική, έκατσε λοιπόν και τους έγραψε την κατάσταση, εκεί μόλις είχε βγει η στρεπτομυκίνη. Οι ρώσοι συγγενείς  από την Αμερική έστειλαν 10 ενέσεις, και ο Στέφος θεραπεύτηκε, δούλεψε μάλιστα οικοδόμος μετά την κατοχή! Κάπως ηρέμησαν τα πράγματα μετά κι από τον εμφύλιο, έπιασε δουλειά τραπεζοκόμος στην αεροπορία στο Τατόι και πήγαινε με τα πόδια από την Κοκκινιά ως την Ομόνοια, για να γλυτώνει το εισιτήριο, και από ΄κεί μετά έπαιρνε το υπηρεσιακό
Ο Στέφος όμως την ζήλευε, ήταν πολύ όμορφη γυναίκα, και την σταμάτησε από τη δουλειά, έκατσε εκείνη τότε στη βεράντα της, φρόντιζε τις τριανταφυλλιές της και κοίταζε τον κόσμο που πηγαινοερχόταν από ψηλά.
Πέρασαν τα χρόνια, μα δεν σταμάτησε να την ζηλεύει, ιδίως όταν την έβλεπε να λούζει και να χτενίζει τα μαύρα γυαλιστερά μαλλιά της, που όταν τα έλυνε έφταναν μέχρι τις βελουδένιες γάμπες της που ποτέ δεν χρειάστηκαν αποτρίχωση. Δεν τα είχε κόψει ποτέ, έτσι έλεγε, τα χτένιζε μπροστά του κάθε βράδυ και το πρωί τα τύλιγε στον κότσο που έβλεπαν όλοι, εκείνος τρελαινόταν. Καυγάδες και πείσματα, μάζευε τότε τα πράγματα του και πήγαινε  να μείνει στη μάντρα που φύλαγε την ξυλεία του, μέχρι που ξεθύμαινε και γύριζε μετανιωμένος. Μια μέρα γύρισε από το καφενείο και της έκανε καυγά για το ραβασάκι, "ποιο ραβασάκι βρε τρελέ ;", με τα πολλά της είπε πως ένας άγνωστος ομορφάντρας έγραφε ένα γράμμα στο καφενείο και εκείνος νόμισε..., άρρωστος τρελά ερωτευμένος μαζί της μέχρι τα εβδομηνταπέντε του, το 1975 που πέθανε, κι εκείνη έμεινε πάλι μόνη.  
Τρόπος του λέγειν μόνη, αφού το προσφυγικό της γνώρισε δόξες και πολυκοσμία, η μεγάλη βεράντα με τις τριανταφυλλιές έγινε κέντρο διερχομένων από κόρες, γαμπρούς, φίλες, συγγενείς και κυρίως εγγόνια. Καφέδες και καφέδες καθημερινά και τραπεζώματα στις γιορτές, με λίγα συνήθως αλλά και με πολλά μερικές φορές όπως τα σπάταλα μπορς, τα πιροσκί και η σπλήνα η γεμιστή, που την έφτιαχνε με μεράκι σε σπέσιαλ τραπέζια. Ο φρεσκοκομμένος καφές ήταν το δώρο των καλεσμένων που εκτιμούσε περισσότερο από όλα.
Τα είχε καταφέρει περνώντας δια πυρός και σιδήρου όπως πέρασαν πολλοί της σειρά της. Δεν χαλάρωσε όμως ποτέ  μέχρι τα 92 της χρόνια που έζησε, και δεν ξεχνούσε τον αγώνα της, δεν γκρίνιαζε όμως για όσα της έλειψαν, αλλά επαναλάμβανε τις ιστορήσεις με όσα εκείνη είχε κάνει για να μην αφεθεί στη μοίρα της, λες και ήθελε να είναι πάντα σε ετοιμότητα, "έζησα τρεις πολέμους" έλεγε, "αν βάλεις και την Κύπρο τέσσερις". Φοβόταν μόνο τον σεισμό, εκεί έτρεμε κατουριόταν κι έχανε τη μιλιά της. Κάθε χρόνο έβαφε το σπίτι μόνη της, σκούπιζε και σφουγγάριζε κάθε μέρα την βεράντα και τα σκαλιά μέχρι κάτω το δρόμο, έτρωγε λίγο αλλά πάντα φρεσκομαγειρεμένο φαγητό.
Επτά λύπες τρεις χαρές η ζωή της αλλά είχε μια έμφυτη αρχοντιά που την χαρά την πολλαπλασίαζε. Είχε ένα χιούμορ πηγαίο, τρομερό, έλεγε όσα τράβηξε, διωγμούς, κατοχή, στο μπλόκο ράγιζε αυτό δεν ήθελε να το θυμάται, και όλα τα βάσανα, λέξη προς λέξη, αλλά όσοι ακούγαμε κρατούσαμε την κοιλιά από τα γέλια. Έλεγε όλη την ιστορία, τη ζωή της, ανάλαφρα, μα δίχως να παραλείπει τίποτα, κι εκείνη απορούσε με τα γέλια και την αναισθησία μας, "εγώ σας λέω τι τράβηξα κι εσείς γελάτε!"
Κάποια μέρα που την επισκέφτηκα, ήταν 90 ετών και είχε εργάτες στο σπίτι που άλλαζαν τη στέγη, στεκόταν σαν ναοκολώνα στη μέση της κάμαρας και τους κοίταζε από κάτω, μόλις με κατάλαβε γυρίζει και μου λέει, "αν μετά από αυτό, πεθάνω... δεν θα μου το συγχωρήσω ποτέ".
Έφυγε δυο χρόνια μετά , τον Φεβρουάριο του 2006. 
Ήταν η Άννα από τα Μουδανιά της Προποντίδας, κόρη του Παναγιώτη και της Φρόσως Γιασιμάκου, ήταν η γυναίκα του Σωτήρη Δασκαλόπουλου και του Στέφανου Ταχμαζώφ, ήταν η γιαγιά μου και ήταν η σπουδαιότερη γυναίκα που γνώρισα.

04 February 2013

Ο πρίγκηπας και το διάφανο σκοτάδι του

Στη Νάπολη, στο παρεκκλήσι του Sansevero, δίπλα στην Piazza San Domenico Maggiore υπάρχει μια μοναδική συλλογή μαρμάρινων γλυπτών αξιοθαύμαστων για τον ακραίο νατουραλισμό τους. 



Τα γλυπτά αυτά και ιδιαίτερα ο «Κεκαλυμμένος Χριστός» του Giuseppe Sanmartino που βρίσκεται στο κέντρο του ναού και το πέπλο τής «Σεμνότητας» του Antonio Corradini είναι δουλεμένα με εξωπραγματικό τρόπο ώστε φαίνονται να είναι ούτε λίγο ούτε πολύ από… διαφανές μάρμαρο! Με τι εργαλεία έγινε μπορετό να σμιλευτεί το μάρμαρο σε πάχος 2 χιλιοστών κανείς δεν ξέρει και είναι αδύνατον ως σήμερα ακόμα και με την σύγχρονη τεχνολογία να επαναληφθούν.



Τα γλυπτά που φιλοτεχνήθηκαν από τον Corradini και τον Sanmartino -που ανέλαβε μετά από τον θάνατο του πρώτου- σε παραγγελία του Πρίγκηπα Raimondo di Sangro περί τα 1753, ερμηνεύουν την baroque αίσθηση της εποχής και επιδεικνύουν την υφολογική εκλέπτυνση και το συναίσθημα τεχνικής υπεροχής των δυο καλλιτεχνών. 
Πέρα όμως από την πραγματική ιστορία η σχεδόν εξωπραγματική πλαστικότητα των γλυπτών έχει τροφοδοτήσει έναν θρύλο με εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον. 

[Ο πρίγκηπας του Σανσεβέρο ήταν ένας μεγάλος αλχημιστής ο οποίος, ψιθυριζόταν πως, συνεργάστηκε με τους δυο εκπληκτικούς αλλά άσημους μαέστρους του μαρμάρου, και ενεπλάκη ενεργά στη κατασκευή των γλυπτών. Όπως προκύπτει μάλιστα από μια διασωθείσα συμβολαιογραφική πράξη η οποία συνήφθη στις 25/11/1752 μεταξύ του Ραιμόνδου Ντι Σάνγκρο και τού Giuseppe Sanmartino, η μαρμάρινη σινδόνη που καλύπτει τον «Κεκαλυμμένο Χριστό» κάποτε υπήρξε… ένα κανονικό βαμβακερό σεντόνι, ένα πέπλο κυριολεκτικά «απολιθωμένο», το οποίο βάσει κάποιας παράξενης αλχημιστικής μεθόδου, μετατράπηκε σε ένα λεπτό στρώμα μαρμάρου αναμεμιγμένο με καρμίνιο! Δηλαδή κανονική μεταστοιχείωση! 


Σύμφωνα δε με τον θρύλο, ο «Πρίγκιπας τού Σανσεβέρο» ο οποίος «στην εποχή του θεωρήθηκε ένας σκοτεινός μάγος που προκαλούσε τρόμο στις λαϊκές μάζες, αναζητούσε είτε "εθελοντές" είτε έβρισκε σώματα πολύ πρόσφατα πεθαμένων και ασκούσε πάνω τους την τέχνη του! Τα δε εκπληκτικά γλυπτά είναι απλώς τα αποτελέσματα των πειραμάτων του σκοτεινού Πρίγκηπα, όπου εφαρμόστηκαν μέθοδοι που δεν είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε και να εξηγήσουμε σήμερα. Ο Πρίγκηπας του Σανσεβέρο μπορούσε πράγματι να μετατρέπει σε μάρμαρο όποια ύλη ήθελε, όπως ρητά λέει το συμβόλαιο που έχει διασωθεί και περιέχει μάλιστα και την -ακατανόητη για μας - αλχημιστική συνταγή που χρησιμοποίησε...
Στα υπόγεια εργαστήρια του παλατιού του, στο Largo San Domenico Maggiore, ο Ραιμόνδος αφοσιώθηκε σε πειράματα σκοτεινά και παράξενα, στα πιο διαφορετικά πεδία των επιστημών και των τεχνών. Από τη χημεία και την υδροστατική, ως την τυπογραφία και την μηχανική, πέτυχε δε αποτελέσματα που του έδωσαν τον χαρακτηρισμό του "καταπληκτικού"  από τους συγχρόνους του. Ωστόσο, όλοι φάνηκαν πάντοτε εξαιρετικά απρόθυμοι να αποκαλύψουν τα μυστικά και τις λεπτομέρειες για τις εφευρέσεις του.


Στους επιστημονικούς κύκλους της εποχής, ο Ραïμόντο Ντι Σάνγκρο Σανσεβέρο είναι γνωστός ως εφευρέτης. Από  φοιτητής, ακόμη, εντυπωσίασε τους δασκάλους του με την κατασκευή ενός πτυσσόμενου μηχανισμού, σώζοντας έτσι μια σημαντική θεατρική παράσταση. Ο πρίγκιπας μιλούσε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες, όπως επίσης αραβικά και εβραϊκά, ήταν δε μεγάλος θαυμαστής του Leonardo da Vinci και είχε κι αυτός πάθος για τις πολεμικές μηχανές. 
Επίσης είναι γνωστό ότι ο Ραïμόντο Ντι Σάνγκρο ήταν ηγετικό μέλος του Τεκτονισμού, επικεφαλής της ναπολιτάνικης Μασονικής Στοάς, μέχρι που τον αφόρισε η Εκκλησία. Περιέργως όμως, ο Πάπας Βενέδικτος ο XIV ανακάλεσε πολύ σύντομα τον αφορεσμό του. Για ορισμένους σχολιαστές, αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι ο Πάπας ανακάλυψε ότι όλες οι κατηγορίες εναντίον του πρίγκιπα ήταν προϊόν συκοφαντίας και φθόνου από τους εχθρούς και τους πολεμίους του. Για άλλους, ήταν απλώς το αποτέλεσμα πολιτικών ελιγμών που εφάρμοζε ο ποντίφικας, ενώ για κάποιους τρίτους ήταν το αποτέλεσμα μιας σκοτεινής συμμαχίας που συνήφθη μεταξύ των δύο ισχυρών εκείνων ανδρών. Ο Ντι Σάνγκρο επίσης συνδέεται και με τον κόμητα Καλιόστρο (Cagliostro), άλλη μια αινιγματική φυσιογνωμία και έναν από τους πιο διάσημους Τέκτονες, ο οποίος σύμφωνα με την παράδοση ήταν εμπνευστής του.
Το 1790, μπροστά σε ένα δικαστήριο της ρωμαϊκής Ιεράς Εξέτασης, ο Καλιόστρο ισχυρίστηκε ότι όλες οι γνώσεις του σχετικά με την αλχημεία (αυτή ήταν η κατηγορία που τον βάραινε), προέρχονταν από "έναν πρίγκιπα ο οποίος είχε ένα μεγάλο πάθος για τη χημεία" και πως εκείνος τον είχε διδάξει, πολλά χρόνια πριν στη Νάπολη.

Όλα τα πρακτικά από τη δίκη χαρακτηρίστηκαν απόρρητα και μέχρι σήμερα παραμένουν κρυμμένα στο Βατικανό

Η Παπική κρυψίνοια και το τοπικό συμφέρον έκαναν τον θρύλο να "ξεφύγει" τόσο που ο κώδικας Ντα Βίντσι να ωχριά μπροστά του. Οι φήμες για τα παράξενα πειράματα δεν μπορούσαν να καταλαγιάσουν. Πιστεύεται μάλιστα ότι μέσα στην εκκλησία του Σανσεβέρο περιέχεται πράγματι μια κρυπτογραφημένη μασονική επιγραφή, ένα μήνυμα που πολλοί έχουν προσπαθήσει να ξεδιαλύνουν, πλην όμως ανεπιτυχώς. Παρόλα αυτά οι ξεναγοί εκμεταλλεύονται σήμερα κάθε παλιό ψίθυρο και ίσως επινοούν μερικούς νέους, όπως τα χαρακτηριστικά του ναού που έχουν «διπλό entendre» (διπλή σημασία), για να  υποδηλώσουν ότι ο Ντι Σάνγκρο μπορεί να ήταν πράγματι γνώστης κάποιας απόκρυφης παράδοσης. Συνήθως, στο τέλος της ξενάγησης, ο επισκέπτης οδηγείται κάτω σε ένα μικρό σπηλαιώδες δωμάτιο, όπου σύμφωνα με τα αρχικά σχέδια προοριζόταν για τον ενταφιασμό κάποιων ανθρώπων. Στο δάπεδο υπάρχει μια ορθογώνια μαρμάρινη πλάκα, που ερμηνεύεται ως ένδειξη ότι εδώ κάποτε είχε εναποτεθεί ο «Κεκαλυμμένος Χριστός» του Giuseppe Sanmartino. Ωστόσο εκεί μέσα, σε δύο γυάλινες προθήκες βρίσκονται οι παράξενοι μεταλλικοί σκελετοί ενός άνδρα και μιας γυναίκας. Φλέβες και αρτηρίες και των δύο αυτών ατόμων, παραμένουν απολύτως άθικτες! Ο σκελετός της γυναίκας, φαίνεται να έχει τα μάτια άθικτα, σχεδόν γυαλιστερά, αλλά με μια πραγματικά τρομοκρατημένη έκφραση. Αλλά αυτό που είναι αξιοσημείωτο είναι οι φλέβες και τα εσωτερικά της όργανα, τα οποία λογικά θα έπρεπε να διαλυθούν αμέσως μετά το θάνατο. Αντ’ αυτού, παραμένουν σε άριστη κατάσταση αιώνες μετά.Η καρδιά της διατηρείται ολόκληρη και μπορείτε να δείτε ακόμα και τα αιμοφόρα αγγεία μέσα στο στόμα της. Ήταν έγκυος και στην κοιλιά της, είναι ορατός ο πλακούντας από τον οποίο φαίνεται ο ομφάλιος λώρος που ένωνε το έμβρυο.


Πιστεύεται ότι χορηγήθηκε κάποιο είδος ενδοφλέβιας ένεσης με κάποια ουσία, η οποία κατά την είσοδό της στο κυκλοφορικό σύστημα, μπλοκάρισε τα αγγεία σταδιακά, μέχρι του σημείου που προκάλεσε και το θάνατο του θύματος. Σε αυτό το σημείο, η ουσία μπορεί να «μεταλλοποίησε» φλέβες και αρτηρίες, διατηρώντας τις, χωρίς αποσύνθεση. Άλλοι αναφέρουν ότι η μέθοδος διατήρησης πραγματοποιήθηκε σε πτώματα, αλλά ωστόσο, το αίμα δεν ταξιδεύει σε ένα νεκρό σώμα, πολλαπλασιάζοντας έτσι το μυστήριο. 
Εάν σε όλα αυτά προσθέσουμε και το όνομα του Αλχημιστή, το: di Sangro που ετυμολογικά τουλάχιστον παράγεται από το ισπανικό sangre (αίμα), και που παραπέμπει εύκολα σε προσωνύμιο ανθρώπου που ήξερε τα πάντα σχετικά με το αίμα και την κυκλοφορία του, τότε το μυστήριο μεγαλώνει.
Πρόβλημα και μυστήριο είναι… ότι η σύριγγα που θα έπρεπε να πραγματοποιήσει την υποδόρια ένεση, εφευρέθηκε εκατό χρόνια αργότερα από έναν χειρουργό της Λυών, τον Carlo Gabriele Pravaz (1791-1853).
Δεν είναι λοιπόν περίεργο που κουτσομπολιά και άγριες φήμες, ξέσπασαν στη θέα των συγκεκριμένων σκελετών. Κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι ο Ραïμόντο Ντι Σάνγκρο «ήταν μάγος και διαβολικός αλχημιστής που άρπαζε ανθρώπους, με σκοπό να εκτελεί ειδεχθή πειράματα στους οργανισμούς τους».
Μια ακόμα εικασία δημιουργήθηκε από μια μικρή "ανωμαλία" στον Χριστό που καλύπτεται με το πέπλο, καθώς πάνω από το ρουθούνι του, διακρίνεται μια μικρή εσοχή ως εάν η σινδόνη να έχει διηθηθεί από την ανάσα κάποιου που προσπαθεί να εισπνεύσει εναγωνίως αέρα. Αυτός που χρησίμευσε ως μοντέλο για τον Ιησού, ήταν ζωντανός, εκείνη τη στιγμή, προσπαθώντας να ανασάνει, ή νεκρός;

Ο πρίγκιπας όμως πέθανε στις 22 Μαρτίου του 1771, "από μια ξαφνική ασθένεια που προκλήθηκε από τα πειράματά του. Κατά τη διάρκεια μιας μακράς νύχτας που πέρασε στο εργαστήριό του, κατά πάσα πιθανότητα εισέπνευσε, ή κατάπιε κάποια τοξική ουσία, κι η οποία αποδείχθηκε μοιραία". 
Έτσι, φαίνεται πως πιάστηκε στην ίδια του την παγίδα, και τάφηκε στο παρεκκλήσι όπως δηλώνει η ταφόπλακα του, η σαρκοφάγος του, ωστόσο, δεν περιέχει το σώμα του, "ήταν άδεια", όπως ισχυρίζονται όλοι, κι ας έχουν περάσει 240 χρόνια από τότε!]