14 February 2018

[Ο Οδυσσέας πλέει]

Η γη αναχωρεί,
ο ναύτης αποκόβεται,
απομεινάρια της ακολουθούν την κίνηση του
την προλαβαίνουν με μανικές  κραυγές
φτεροκοπήματα των γλάρων φαίνονται
όλα τούτα, κι αλμυρές σταγόνες
μια αδίστακτη αλληλουχία ξεκινά,
ο αέρας δυναμώνει
οι κραυγές  δυναμώνουν
η στεριά λανθάνει αβέβαιη πάνω στα βάθη
η εικόνα όμως γνώριμη, αντέχει
σπαρταρά σαν ξίφος ματωμένο, ζεστό
παραπλανά τα μάτια
εκείνα το νου
κι ο νους εκείνα
τα αυτιά ακούνε μουσική, άλλοτε γέλια 
και λέξεις, σπασμένες μακρινές.

Αλλά, μια στιγμή μονάχα αρκεί
μια ματιά εμπρός  επάνω  ή κάτω
στο χάρτη, να δει τη ρότα
αν πήρε νερό ή τη νιτσεράδα
κι όταν γυρίζει πίσω το βλέμμα
όλα έχουν χαθεί, χωρίς ίχνη
κανένας ήχος 
κανένα φτεροκόπημα
καμία μυρωδιά - πέρα από  εκείνη,
που έχει κρυμμένη στα ρουθούνια
χωρίς να ξέρει,
κι η στεριά μια βουλιαγμένη ανάμνηση,
φάντασμα, στοιχείο που το νόμισε
μόνη ελπίδα πια ο ορίζοντας
ελπίδα της ελπίδας δηλαδή,
αίνιγμα κι απάντηση,
το ξύλο που πατάει  τρίζει σαν κάτι που υφαίνεται,
ο νόστος του είναι αγέννητος
κι ο πόνος, ακόμα, απερίγραπτος.
Ο Οδυσσέας κλαίει.


(Σώτος Δασκαλόπουλος, 2018)

31 January 2018

Ο γεωφυσικός χάρτης φταίει.

Ανέκαθεν αγαπούσα τους χάρτες, από τις πρώτες ιχνογραφίες μου ως σήμερα, από τους αρχαιολογικούς και τους ναυτικούς ως τους μετεωρολογικούς οι χάρτες συνεχίζουν να με γοητεύουν, και η εξοικείωση μαζί τους έχει δημιουργήσει στο μυαλό μου ένα απόθεμα από νοητικούς χάρτες στους οποίους ανατρέχω και δεν χάνομαι ποτέ όπως ισχυρίζομαι, με έπαρση καμιά φορά. Έχω όμως μια παράδοξη δυσκολία με μια μεγάλη αλλά κοντινή περιοχή: πάντα μου διέφευγε ένας ακριβής νοητικός χάρτη της Μακεδονίας - και της Θράκης, ίσως γενικά της βορείου Ελλάδας. Σε γενικές γραμμές μπορώ να σχηματίζω μια εικόνα της περιοχής, αλλά μου διαφεύγει πλήθος από σημαντικές λεπτομέρειες προσανατολισμού.
Ίσως, εξαιτίας της νησιωτικής καταγωγής μου να αναγνωρίζω ως πατρίδα μια συγκεκριμένη γη που βρέχεται ολόγυρα από θάλασσα, και η έκταση που αρχίζει από τον Όλυμπο είναι ατελείωτη προς βορρά και κάπως με συγχύζει καθώς δεν περιβρέχεται από θάλασσα - κι αν ο Όλυμπος παίρνει μια αντάξια του κύρους του θέση στο μυαλό, άντε κι η Θεσσαλονίκη, η υπόλοιπη ενδοχώρα δεν φαίνεται να βρίσκει εύκολα κάποια αυτόνομη και σταθερή θέση ή σχήμα, παρά ετεροκαθορίζεται σχετικά με διάφορες τιμές: ξέρω ας πούμε πως, η Νάουσα είναι βόρεια της Βέροιας, αλλά ποια είναι η θέση της Έδεσσας ανάμεσα τους και που ακριβώς βρίσκονται αυτές οι τρεις σε σχέση με το Κιλκίς δεν μπορώ να απαντήσω με σιγουριά. 
Την Μακεδονία την έμαθα πρώτα από τη πατριδογνωσία και από άλλα αναγνώσματα και σχημάτισα μια ρευστή εικόνα η οποία όμως υπονομεύεται από τα εγγειοβελτιωτικά και αναπτυξιακά έργα κάθε εποχής που διαρκώς μετασχηματίζουν τη γεωγραφία: πως μπορούσα να φανταστώ όταν διάβαζα Π. Δέλτα ότι η λίμνη, στην οποία κρύβονταν μαχόμενοι με τους κομιτατζήδες ο Τέλλος Άγρας και ο καπετάν Νικηφόρος, δεν υπήρχε ήδη στις μέρες μου; και πως χάνεται μια ολόκληρη λίμνη χωρίς να αφήσει ίχνη; Είχα μια γραμματεία συγκροτημένη από παγωμένες ομίχλες σε χαοτικούς καλαμιώνες γεμάτους με παλικάρια Έλληνες και πονηρούς Βούλγαρους πάνω σε μονόξυλα, που έκαναν τις δουλειές τους κάτω από τη μύτη των Τούρκων. Βέβαια, με τον καιρό αν και κατάλαβα τις ιστορικές αλλαγές δεν μπορώ να ισχυριστώ το ίδιο για τις γεωγραφικές, και μη με ρωτήσει κάποιος πως πάνε στα Γιαννιτσά ή στη Νιγρίτα. Ιδιαίτερα τώρα πια με την Εγνατία νοιώθω πως το έχασα οριστικά το παιχνίδι - οι καινούριοι αυτοκινητόδρομοι είναι καλοί όταν ξέρεις που πηγαίνεις, όμως αν δεν ξέρεις δεν πρόκειται με αυτούς να ανακαλύψεις άγνωστη πόλη παρά μόνο από λάθος έξοδο. 


Λίγο νωρίτερα ήταν εκείνος ο χάρτης. Ο δάσκαλος, στην πέμπτη ή στην έκτη (; ) με έβαλε τιμωρία να κάθομαι για μια ολόκληρη χρονιά μαζί με άλλον ρεμπεσκέ συμμαθητή σε ξέχωρο θρανίο, βαλμένο κάθετα προς τα άλλα στη γωνία της τάξης δίπλα στη πόρτα, έτσι που δύσκολα βλέπαμε τον πίνακα, και σύντομα χάσαμε κάθε επαφή με τα τρέχοντα μαθήματα. Μείναμε εκεί μόνοι, αλλά είχαμε τον χάρτη πάνω από τα κεφάλια μας: ένα παμπάλαιο μεγάλο γεωφυσικό χάρτη της βαλκανικής χερσονήσου, όπου η μορφολογία του εδάφους απεικονίζονταν: με γαλάζιο για τα ποτάμια και τις λίμνες με πράσινο οι πεδιάδες με καφέ και κίτρινο τα βουνά -χρώματα που περισσότερο τα υποθέταμε παρά τα βλέπαμε αφού το σύνολο ήταν κιτρινισμένο από την πολυκαιρία. Ήταν μια όμορφη ζωγραφιά, θα ήταν, όμως με όλα τα χωριά τις πόλεις τα ποτάμια ανάκατα, χωρίς διαφορά μεγέθους, χωρίς χώρες, χωρίς δρόμους, και χωρίς σύνορα, μια αυστηρά γεωγραφική θεώρηση που θα ταίριαζε περισσότερο στη κοινοβιακή άποψη του Ρήγα Βελεστινλή και όχι με τη σύγχρονη των ξεχωριστών κρατών. (αυτά για το Ρήγα δεν τα σκεφτόμουν τότε, τον απέφευγα άλλωστε καθώς η διδασκαλία τον συμψήφιζε στους ήρωες της ελληνικής επανάστασης πράγμα που επίσης με μπέρδευε). Τότε όμως, σε εκείνο το θρανίο του αποκλεισμού από το πρόγραμμα της τάξης, επινόησα ένα παιχνίδι στο οποίο συμφώνησε κι ο άλλος και έκτοτε παίζαμε όλες τις μέρες της σχολικής χρονιάς.
Ήταν ένα απλό παιχνίδι: «Που είναι το Λέσκοβατς, που η Βλάδοβα, και που το τάδε ή το δείνα;», ψιθύριζε ο ένας στον άλλον δίχως να κοιτάζει το χάρτη. 
Ψάχναμε, με κρυφά βλέματα.
«Εκεί», δείχναμε με το δάχτυλο όταν ο δάσκαλος γύριζε πλάτη.
Πράγματι ήταν όλα εκεί, και όλα εξαρτιόντουσαν από εμάς, από την παρατηρητικότητα και τη ταχύτητα μας, για να ανασυρθούν για μερικά λεπτά, ή και δευτερόλεπτα, από το χάος του χάρτη, και να πάρουν μια κάποια λεκτική υπόσταση, καταλαβαίνετε, χωρίς άλλη καμία ταυτότητα, η μόνη διάκριση που μέτραγε ήταν μεταξύ εξωτικών και συνηθισμένων ονομάτων. 
Τα συνηθισμένα ήταν τα καλύτερα, εκείνα δυσκόλευαν τον αντίπαλο να τα εντοπίσει και μπορούσαν να βγάζουν νικητή μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι: το Ηράκλειον η Ξυλόπολις η Νεόπολις το Ξηρολίβαδον …, αλλά όχι τα πασίγνωστα όπως Φλώρινα Σέρρες κλπ, αυτά ήταν καμένο χαρτί. 
Αλλά και τα εξωτικά όμως μπορούσαν να έκαναν το παιχνίδι συναρπαστικό: η Βισαλτία η Βένδενις Ραβένιτζα η Τερπίλος Δόγραν η Μυγδονία το Κόζιον η Λυχνιδία η Φύσκα η Άζιβος Ιζίπ το Πέργαμον Περγαμάρ. 
Εκατοντάδες τοποθεσίες, μόνο με τα ονόματα χωρίς την ιστορία τους ή κάποια άλλη πληροφορία, βρίσκονταν ασύνταχτες στο χάρτη μας κι επέκτειναν την ίδια του την ασάφεια από την οποία πολλές φορές μόνο κατά τύχη μπορούσαμε να δραπετεύσουμε, αλλά το όλο πράγμα το θυμάμαι απολαυστικό. Εν ολίγοις, είχαμε πορωθεί με το χάρτη. Ο άλλος ήταν καλύτερος, δεν ξέρω πώς μια που ήταν εντελώς σκράπας μαθητής αλλά κατάφερνε και τα έβρισκε γρήγορα, και στην αρχή έχανα. Όμως, όσο περνούσε ο καιρός, το παιχνίδι της παρατήρησης μεταβαλλόταν σε παιχνίδι οπτικής μνήμης στην οποία είχα το πλεονέκτημα, και το τέλος της χρονιάς με βρήκε πρωταθλητή.

Αργότερα, ξαναβρήκα τη γνώριμη ασάφεια του βορειοελλαδίτικου χώρου στα δελτία του ΠΡΟΠΟ, ιδιαίτερα στους αγώνες της Β και της Γ εθνικής, όπου ο Αλμωπός Αριδαίας ή ο Κολινδρός, προκαλούσαν με την άγνωστη γεωγραφία τους και τις ακόμα πιο άγνωστες φανέλες την αδυναμία να αποφασίζω 1, 2 ή Χ, και έπαιζα στα κουτουρού, χωρίς να κερδίσω ούτε μια φορά. 


Τέλος, σημαντικό ήταν που δεν υπηρέτησα στο πεζικό και δεν έμαθα να ξεχωρίζω το Σιδηρόκαστρο από το Ωραιόκαστρο. Θέλω να πω ότι, για ένα νότιο αυτοί οι τόποι είναι δύσκολα κατανοητοί και ότι έμαθα το έμαθα αργότερα από τα λιγοστά ταξίδια μου στο βορρά όταν σιγά σιγά κατάλαβα πως πάνω από τον 39ο παράλληλο σημασία έχουν τα επίθετα κι όχι τα ουσιαστικά, και γιατί στα χωριά των Αντιχασίων φερειπείν μου έλεγαν «τότε εδώ ήταν το τούρκικο» ή «το ελληνικό ήταν πέρα από τη Μελούνα», ή «οι ληστές περνούσαν για να σωθούν στο αλβανικό» κλπ. (η Μελούνα μάλιστα, ως βουνό είναι αιώνια και δικαιούται ουσιαστικό όνομα! Τα εθνικά όμως σε εκείνες τις περιοχές ήταν για αιώνες εφήμερα, και ένα επίθετο τους είναι αρκετό).
«Γιατί τα λέτε έτσι;
» ρωτούσα: «την Ελλάδα... ελληνικό και τη Τουρκία... τουρκικό;» Έδειχναν να απορρούν με την ερώτηση: «... έτσι τα λέγανε», απαντούσαν. 
Έτσι μιλούν ακόμα σε αρκετά μέρη, με επίθετα που είναι λιγότερο σταθερά από τα ουσιαστικά, τέτοιους νοητικούς χάρτες έχουν, αλλά που τους εξασφαλίζουν, κι ας τρομάζουμε οι υπόλοιποι, πως δεν θα κάνουν μεγάλο λάθος εάν κάτι έχει αλλάξει εν τω μεταξύ χωρίς οι ίδιοι να το έχουν πληροφορηθεί. Ή απλώς, κι εκείνοι είχαν μεγαλώσει με παρόμοιους γεωφυσικούς χάρτες που προάγουν το διεθνισμό και όχι με πολιτικούς που διακρίνουν με ανύπαρκτες γραμμές στο σώμα της γης, αλλά παρά τούτο ξεκάθαρες, τις εθνικές διαίρεσεις μιας περιοχής.
Πάντως, όταν ταξίδεψα στα νοτιοδυτικά Βαλκάνια διαπίστωσα πως όλοι οι νοητικοί χάρτες μου ήταν για πέταμα, καθώς κανείς από αυτούς δεν περιείχε τη μυρωδιά του τόπου: γλυκάνισο.







05 November 2017

ατελείωτο


Οι δυο εκδοχές του ατελείωτου: ένα ανολοκλήρωτο τείχισμα γίνεται στήριγμα για τον ατελείωτο κύκλο της φύσης. Η ανθρώπινη κατασκευή προσπαθώντας να χτίσει μια αναπαράσταση του αέναου δεν καταφέρνει παρά μια συγκίνηση για το εφήμερο - πράγμα που όπως και να κάνει δεν είναι λίγο, αρκεί να γίνεται κατορθωτή η επανάληψη.

[Νοέμβρης, πολύ πρωί]

Οι ελιές βαραίνουν 
αθροίζουν μικρές υποταγές
ακούω τα φύλλα της μουριάς
και κόκορες που αργοσβήνουν μακριά
ένα γκρίζο φως δυναμώνει
σκουριά σιγοκαίει τα φυλλοβόλα 
λες, το βουνό γίνηκε άφαντο
ούτε σκυλί ούτε πουλί
αφουγκράζομαι, σιωπή
η βάρδια στο εργοστάσιο ξεκίνησε
να φτιάχνει φρέσκιες αναμνήσεις
εφτά η ώρα του νοέμβρη.


(Σώτος Δασκαλόπουλος, 2017)

31 October 2017

[Σιμούν]

Όταν φυσά από την έρημο
ξαπλώνω, να γίνομαι ένα με τη γη
αργές ρηχές αναπνοές κι ένα φαράσι
με απαλό πινέλο μαζεύω σκόνη
κόκκους που κατακάθονται στο σώμα της
Όταν σταματά η θύελλα τους παίρνω σπίτι
αρχίζω ταξινόμηση που δεν τελειώνει
η καταγραφή, αρχικά
από δω οι Φαραώ από κει οι Εβραίοι
αλλάζω σύστημα,
οι ιερείς, οι αμαρτωλοί
οι σκλάβοι, οι στρατιώτες
οι όμορφες παλλακίδες και οι νέοι
μετά άλλο,
οι νικητές κι οι ηττημένοι, μαζί
οι γέροι χώρια
οι πλούσιοι που δεν χωράνε στον παράδεισο
κι οι φτωχοί που δεν χωράνε στα κιβώτια
κι άλλο,
όλοι μαζί
κατρακυλούν, αιωρούνται πάλι 
και γίνονται σκόνη.

(Σώτος Δασκαλόπουλος, 2017)

.

29 October 2017

Δυο φορές σημαία

Αρχές της δεκαετίας του 90 βρέθηκα ναύτης στο Πόρο, ήταν δεκαπενταύγουστος κι ήμουν "ένδον", γιορτή, σκαστοί είχαμε γυρίσει ξημερώματα και μας πήρε ο ύπνος μέχρι αργά, κατά τις εννιά παρά ορμάει πανικόβλητος ο βοηθός αξιωματικού φυλακής στο θάλαμο, ξυπνήστε ρε έχουμε να σηκώσουμε τη σημαία, ποια σημαία; του στρατοπέδου; σηκωμένη δεν την είχαμε;... όχι αυτή ρε, του λιμανιού, είναι Εθνική Εορτή βλάκες, μας φώναξε, που κι εκείνος μόλις το είχε μάθει. Τέλος πάντων σηκωθήκαμε βλαστημώντας, να ξυριστούμε να ντυθούμε να φτιάξουμε άγημα, χωρίς καφέ, έλα που δεν είχαμε προβλέψει να έχουμε καθαρές και σιδερωμένες άσπρες επίσημες στολές, κι αρχίσαμε να τραβολογάμε μπελαμάνες από τους σάκους και τα ερμάρια, με τα πολλά ντύθηκε ένα άγημα της κακιάς ώρας, εμένα μου έτυχε η μπελαμάνα κάποιου κοντύτερου με τα μανίκια να μου έρχονταν τρουακάρ και δεν μπορούσα να τεντώσω τα χέρια, πήραμε κι ένα στεφάνι που κάπου είχε αφήσει η χθεσινή βάρδια και ξεκινήσαμε ασύνταχτοι να διανύσουμε τα περίπου δυο χιλιόμετρα μέχρι το λιμάνι, ο "Φέτας" - ο ΒΑΦ ήταν ο υπόλογος της αποθήκης τροφίμων και τον φωναζαμε "Φέτα" - μια μας απειλούσε μια μας παρακαλούσε, για γέλια και για κλάματα ήμασταν.
Μόλις όμως φτασαμε στο ηρώο αντικρύσαμε τη σημαία σηκωμένη! Πανικός, ο Φέτας τα είχε παίξει, μάλλον κάποιος βαρκάρης την είχε σηκώσει, έβγαλε συμπέρασμα, και τι θα κάνουμε τώρα; θα τιμωρηθούμε όλοι, έλεγε "όλοι" αλλά έτρεμε σαν "εγώ. Κάναμε πηγαδάκι να κουβεντιάσουμε το θέμα, τι θα κάνουμε ρε; μας κοιτάζουν οι τουρίστες - το ηρώο βρίσκεται φάτσα στις καφετέριες του λιμανιού που εκείνη την ώρα ήταν γεμάτες, πρωινά. Έχω μια ιδέα, του είπα για να τον πειράξω γελώντας από μέσα μου, να πάμε να κρυφτούμε στο στενάκι εδώ δίπλα και να τηλεφωνήσουμε να 'ρθει κάποιος από το στρατόπεδο με πολιτικά να την κατεβάσει και μετά να εμφανιστούμε να κάνουμε τη δουλειά μας κι ούτε γάτα ούτε ζημιά, η ώρα είχε πάει δέκα εν τω μεταξύ. Ωραία ιδέα, αναφώνησε ο απελπισμένος υπαξιωματικός, και μας οδήγησε στο στενάκι μπροστά από ένα φούρνο, κι έτσι πήραμε το πρωινό μας όσο περιμέναμε και κρυφοκοιτάζαμε από τη γωνία.
Μετά από είκοσι ολοκληρα λεπτά εμφανίστηκε ο δικός μας με ένα παπάκι, έκανε ένα γύρο το ηρώο, πάρκαρε και το πλησίασε σαστισμένος, ο υπαξιωματικός του έκανε νοήματα από τη γωνία που θα τα ζήλευε κι ο Λουί Ντεφινές, δυσκολεύτηκε να λύσει το σκοινί αλλά την κατέβασε. Δεν ήξερε τι να την κάνει, κοίταζε γύρω γύρω. Φέρε την εδώ, του έκανε στη νοηματική ο Φέτας.
Τη δίπλωσα εγώ που ήμουν σηματωρός κι ήξερα από σημαίες, ανασυνταχθήκαμε και βγήκαμε χορτάτοι και καμαρωτοί από το στενάκι, ο Φέτας μούσκεμα στον ιδρώτα, κι εμείς κοκκινομούρηδες από τη προσπάθεια για να μη γελάμε. Παραταχθήκαμε, ανέβηκε η σημαία, έδωσε ο Φέτας τα πρέποντα παραγγέλματα, κι ο ανθυποπλοίαρχος που εμφανίστηκε τελευταία στιγμή, και πιθανόν να αγνοούσε τι είχαμε περάσει, προχώρησε στητός σα κυπαρίσσι και κατέθεσε το κάπως μαραμένο στεφάνι στο ηρώο, ενώ μας φωτογράφιζαν γιαπωνέζοι τουρίστες.
Ήταν μια απολαυστική ημέρα. Είχαν γίνει όλα όπως έπρεπε, και η ώρα δεν ήταν ούτε δέκα και μισή.
* αν κατά τύχη κάποιος από τους Ιάπωνες φίλους μου έχει μια φωτογραφία ας την ανεβάσει. διότι εμείς δεν προκάναμε.

16 August 2017

((( Κοκκινιά )))


Σαν πόλη του κυβισμού εισπνέει κι εκπνέει με μικρές κοφτές ανάσες ή μπαμπούσκα που διαιρείται για να πολλαπλασιάζει το σχέδιο της σε ολοένα μικρότερες κλίμακες, για να χωρέσουν οι ανιώντες κι οι κατιώντες, οι ζώντες κι οι νεκροί, σήμερα ο Αλί και το σόι του, εκεί που χθες ήταν οι τουρκομερίτες, η κυρά-βαγγελία που κατείχε το ποντικόλαδο κι είχε το μικρότερο ιδιωτικό σχολείο του κόσμου στο μοναδικό δωμάτιο της, από πάνω και δίπλα ζούσαν οι πολυάριθμοι Γκιουζέληδες που είχαν και την έβγα που έβλεπε στην Κύπρου, ο Γιάννης με το καβουράκι και το λεπτό μουστακάκι, οι ψίθυροι για τοκογλυφίες κι άλλα χειρότερα από τον καιρό της κατοχής, στην Ικονίου στο ισόγειο η Αγκοπίνα, έτσι την ξέραμε, αιωνόβια χήρα ή ανύπαντρη κόρη θα σας γελάσω, αιωνόβια πάντως, τοκογλύφα κι αυτή, με το τρομερό βλέμμα που μάτιαζε ως και τα φαγιά στις καπακωμένες κατσαρόλες, μια φορά μαύρισαν οι φακές που τις είχε παινέψει η γιαγιά Άννα ότι ήταν βραστερές κι άσπρες, και φτύναμε στον κόρφο μας μικροί μεγάλοι όταν περνούσαμε από το παραθυρό της, παραδίπλα ο Ιορδάνης Τσομίδης που έγινε μέγας Τζόρνταν στην Αμερική με το μπουζούκι που του έδωσε ο Στάθης που είχε το κουρείο απέναντι, κι άλλοι πολλοί, φρόνημοι ή παρακεντέδες, που έζησαν λίγο ή όλα σε τόσα λίγα τετραγωνικά, άνθρωποι που έφεραν τις ιστορίες τους από τη βιθυνία για να ξεβραστούν σε αυτό το ανακάτεμα από δωμάτια στενάκια σκαλίτσες και μπαλκονάκια, ζωές που απορροφήθηκαν στα φτηνά υλικά και φουσκώνουν οι σοβάδες πριν να ξεχαστούν όσα δεν φαντάστηκε κανείς τους και επιστρέφουν σκιές του πρωινού ήλιου πάνω στα ίχνη τους. Εκεί ακούστηκε καθαρά η φοβερή διαταγή των μπουραντάδων να μαζευτούν οι άντρες στην πλατεία, να εκτελεστούν 200 κι άλλοι χιλιάδες να πάνε όμηροι στην Γερμανία και να χαθούν, τον Αύγουστο του ΄44. Και σαν από αστείο, σήμερα, όλο αυτό το ίζημα από κουφάρια, από πλίνθους και λαμαρίνες, φόβους κι όνειρα, θεωρείται περιουσίες, κι όσοι ζουν πληρώνουν ένφια αντί να εισπράτουν επίδομα για την ιστορία τους όπως δικαιούνται.