28 May 2014

[το θέρος, μια παλιά ιστορία]

Μια καμινάδα κάθεται ανάμεσα σε σβησμένους οβελίσκους
Το τοπίο τρεμουλιάζει, φορτηγά περνούν, κάτι διαστέλλεται
Ο ζεστός αέρας γύρω της ορμά και την αναποδογυρίζει
Στο βάθος πέφτει ένας τοίχος και μια συνήθεια χαράσσεται
Μυρίζουν τα ίχνη, κομμένο χόρτο, και μαντεύεις είδος και οικογένεια
Εικονόγραμμα, άγνωστο λες, κάποιας επιθυμίας λένε τα συμφραζόμενα,
που έρχεται από τότε που δεν ήξερες, κι ούτε θα μάθεις ποτέ

Κίτρινες πεταλούδες πετάγονται χαρούμενες τυφλές
από ένα αστραφτερό τενεκάκι που 'χες φυλαγμένο
Πετούν σπασμωδικά εδώ κι εκεί σα να παθαίνουν συγκοπές
τενεκεδένιο φτεροκόπημα, {γκλανκ γκλανκ γκλανκ}
Πάνε μακριά κι επιστρέφουν, διαρκώς, με τέτοια αστεία πετάγματα
μια τους, ξαφνικά, πέφτει λιπόθυμη από έρωτα πάνω σε ένα λουλούδι
Έτσι είναι ο κόσμος, φυτρώνει αθώος κάθε φορά

Μέχρι το βράδυ ο κόσμος φτάνει σε αναρχία φωτός, βαρύ κιαροσκούρο
Τυφλώνεται ο Οιδίποδας, γυρίζει γύρω γύρω, χαμένο σκυλί σε σταυροδρόμι
τα μάτια του χοές που αποστάζουν το παλιό βλέμμα του στη γη, σβωλιάζει
Το αρπάζουν οι χθόνιοι και βγαίνουν στον πόλεμο, αρματωμένοι με αμαρτίες
Ορκίζεσαι, σκοτώνεις, λες δεν φταις, και μένεις ζωντανός, αυτό μετρά
Παντρεύεσαι, μεγαλώνεις παιδιά, τα κοιτάζεις ένα βράδυ κι αφανίζεσαι
Έτσι είναι ο κόσμος, μάτια μου, χάνεται κάθε φορά που λες να τος, ή κύμινο.

Ιδρώνεις, νιώθεις σημαδεμένος, γλιστράς, ρέουν όλα πάνω σου
Οι γραμμές σπάζουν, οι γωνίες καμπυλώνουν, τα ύψη πέφτουν
      {Μια εκκλησία ρευστοποιήθηκε ξαφνικά μπροστά στα μάτια των πιστών της
       εκείνοι αναλύθηκαν σε δάκρυα, και δόξασαν στα ύδατα το όνομα Του}
Δεν ωφελεί, εσύ έχεις τον ίλιγγο σου, {λάμα σαβαχθανί} ψελλίζεις
Ο τόπος σου κείτεται άπνους ενώ οι πεταλούδες πέφτουν ολόχρυσες στη γη
{γκλανκ γκλανκ} αντανακλούν το τελευταίο φως πριν τις πετύχει μια σκιά
Ο κόσμος αλλάζει χρώματα, και γίνεται σταχτής

Βραδιάζει, κι η γη συνεχίζει να ξεραίνεται, δεν είναι για ταφές πια
Ποιος να το πει στην Αντιγόνη; στραβοπατά χαμένη στον ορίζοντα
Τα χείλια της τζούζουν, τα μάτια της χαρακωμένα διαθλούν τις εικόνες
      {λίγη σκόνη μόνο του έριξα και σαν αλάτι απλώθηκε, να, σκεπάζει τα χώματα}
Στέκει δίπλα σε μια συσκευή ασφυξίας, ζητώντας μια ετυμηγορία
Τραβά κλήρο ο χορός και βγαίνει η σειρά, στη Θήβα έπιασε να φυσάει, 
      {σκόνη, δέντρα, πεπόνια, χτυπούν το ένα στο άλλο}
Ο Ετεοκλής αγκαλιασμένος με τον Πολυνείκη, χάνεται, χάνονται μαζί
σαν πεταλούδες που μαυρίζουν {γκλανκ}. Σκιά και Στάχτη. Σκιά με Στάχτη.
Έτσι είναι ο κόσμος. Καταραμένη ράτσα, φτιάχνει, σβήνει.

(Σώτος Δασκαλόπουλος)










08 May 2014

[υπόσχεση]

Μην ανησυχείς
Θα ΄ρθεί το καλοκαίρι και όλα θα μπουν σε μια σειρά
 
Ο ανεμιστήρας
Τα ροδάκινα 
Οι καφέδες
Η βρεγμένη πετσέτα
Οι μπύρες
Οι μύγες
Τα μυστικά
Η ξαγρύπνια
Και η απουσία

Μόνο οι σαγιονάρες σου θα χάνονται. 

(ΣώτοςΔασκαλόπουλος) 

εικόνα Irving Penn, 1949
 

03 May 2014

[ο κήπος και το αλάτι]

Είχα ένα κήπο, φύτρωναν δέντρα και δροσιές, το πρωί γέμιζε πουλιά 
Περπατούσα ξυπόλητος, τα καλοκαίρια, στο χώμα ξάπλωνα
Έβαζα εμπόδια μικρά ξυλάκια και παρόμοια στους δρόμους των μερμηγκιών
Πότιζα όταν έπρεπε, φρόντιζα τα αυλάκια και ξεχορτάριαζα
Όταν περνούσαν οι άνθρωποι χαμογελούσα και μοίραζα φρούτα

Κάποτε το χώμα σκούρυνε κι ένας αέρας υγρός σαν ατμός έπεσε πάνω μας
Κι ύστερα ήρθε η θάλασσα, αργά αργά γέμισε ο κήπος με θάλασσα
Άρπαξα μια κολοκύθα αγκαλιά και κράτησα το κεφάλι μου έξω, έτσι σώθηκα
Όσο καιρό χρειάστηκε έμεινα αγκαλιασμένος μαζί της αλλά δεν μιλήσαμε καθόλου 
Ώσπου το νερό έφυγε κι άφησε πίσω του αλάτι, και μια ξεβαμμένη κολοκύθα

Έχω έναν κήπο λευκό, κρυσταλλικό, κοφτερό, φοράω παπούτσια  
Αστράφτει και τυφλώνει τους περαστικούς, φοράω σκούρα γυαλιά
Κι έχω μια αλυκή να φροντίζω, κρατάω λογαριασμό της παλίρροιας
Φτιάχνω τηγάνια, αλλάζω συνέχεια αυλάκια κι αναχώματα, φοράω καπέλο
Σκουπίζω, και σακιάζω το αλάτι κάθε τόσο, φοράω πουκάμισο

Το σέρνω ως την αποθήκη, να το ανεβάσω στη στοίβα, έχω μια σκάλα εκεί. 

[Σώτος Δασκαλόπουλος]

εικόνα UrbanBs