18 April 2017

"εγώ τον Θεό μου τον θέλω αλήτη..."


Το Πάσχα είναι απερίγραπτο, το ξέρω. Αυτή την ώρα, στα πεζοδρόμια και στις ταράτσες της Νίκαιας, της Κοκκινιάς, των Καμινίων, του Κερατσινίου, μικρές ή μεγαλύτερες αυτόνομες ομάδες ανθρώπων μαζεύονται γύρω από μαγκάλια και ψησταριές κάτω από αυτοσχέδιες τέντες προσπαθώντας να βιώσουν μια εξαίρεση από μια καθημερινότητα επίσης απερίγραπτη, κρατώντας ο καθένας σφιχτά το μικρό σπάραγμα που του έτυχε από έναν μεγάλο χαμένο χάρτη. 

Διέσχισα γειτονιές, όπου μεγάλωσα, με αφρόντιστα πια - σχεδόν ερειπωμένα - τα προσφυγικά που έχουν απομείνει ξανακατοικημένα ωστόσο από μια νέα πλέμπα που βρήκε εκεί καταφύγιο, πέρασα ανάμεσα στις μπάλες που κλοτσούν μοναχικά παιδιά στο πουθενά και τρέχουν μετά τα ίδια να τις μαζέψουν πίσω, υπό τους απίστευτα δυνατούς ήχους εντελώς ακατανόητων τραγουδιών που ξεκινούν από Παντελίδη, περνούν στα Καγκέλια και φτάνουν ως την ελληνική ραπ εναλλάξ με Καζαντζίδη. Τι προσπαθούν, τι απολαμβάνουν, τι δηλώνουν με τέτοια ένταση και γιατί είναι τόσο θλιμμένοι στο γλέντι τους; 
Έφτασα ως το νεκροταφείο, λίγος κόσμος σήμερα εκεί - οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς - ο εγκατεστημένος με πολυθρόνα και τέντα καθημερινός επισκέπτης στο μνήμα του παιδιού του, σήμερα γέλασε στο τηλέφωνο... η ζωή βρίσκει τους τρόπους της. Ο θάνατος είναι σκληρό πράγμα, αλλά η ανάσταση που γιορτάζουμε σήμερα είναι σκληρότατη, οι νεκροί χρειάζονται μια διεύθυνση, έναν ελάχιστο τόπο για να υποδέχονται τους ζωντανούς τους, έστω τις αδιάβαστες επιστολές τους, μέχρι να κάνει ο καιρός τη δουλειά του και η ύλη του πένθους να μετουσιωθεί σε κάτι οριστικό αλλά αφηρημένο, σχεδόν σε μια μαθηματική συνάρτηση που περιλαμβάνει τις απουσίες τις παρουσίες τον τόπο και τον χρόνο τους, τα ειπωμένα και τα ανείπωτα. 
Είναι απάνθρωπη η ανάσταση που δεν ακυρώνει το θάνατο επί γης αλλά γίνεται ανάληψη από το ενθάδε προς το επέκεινα. Το ξέρουν ως κι οι χελώνες που τριγυρίζουν σιωπηλές μάρτυρες σε τέτοια μέρη, από τον αρχαίο Κεραμεικό και τη Σωτηρία των εκτελέσεων ως το Τρίτο γράφοντας τη συγχώρεση στα καβούκια τους - αλλά οι άνθρωποι θέλουν να ξεχνούν μπροστά στο θαύμα της Ανάστασης ότι το μεγαλύτερο θαύμα δεν είναι τα ταξίδια των Θεών, αλλά η εγκαρτέρηση της Παναγιάς των ανθρώπων που βρήκε άδειο το μνήμα του γιου της κι άφαντο το σώμα.
Επέστρεψα στα τραπέζια τη στιγμή που ο Τερζής φώναζε: "εγώ τον Θεό μου τον θέλω αλήτη...", και σπάσανε τα πιάτα στη μέση του δρόμου