28 November 2012

το ξύρισμα

στις φροντίδες του Φορλίδα

Κάποτε ήταν μια καθημερινή φροντίδα που δεν κατάφερε όμως να μου γίνει συνήθεια. Την πρώτη φορά ξυρίστηκα με BIC, σχεδόν φαντασιακά, αφού ήμουν αμούστακος ακόμα, μετά όμως που έβγαλα γένια ήταν χαλκόχρωμα και μ' αρέσανε, έτσι άφησα μούσι. Αργότερα, πήγα ναύτης και ξυριζόμουν στη σειρά, ο ένας πίσω από τον άλλον για δεν φτάνανε οι καθρέφτες, αλλά μάλλον χωρίς επιτυχία αφού συχνά οι εντεταλμένοι επί του θέματος αξιωματικοί με "έβρισκαν" αξύριστο στις πρωινές κλήσεις. Δεν παρέλειψα, στο τέλος, να ξυριστώ και ως γαμπρός εφόσον μάταια περίμενα να λειτουργήσουν οι άγνωστες στα μέρη μου παραδόσεις και να με ξυρίσουν κάποιοι άλλοι, για ταψιά ούτε συζήτηση, ξυρίστηκα λοιπόν ως που βαρέθηκα να ξυρίζομαι και τα παράτησα. Στην πραγματικότητα, για να έχω μια εικόνα για το θέμα, θυμάμαι περισσότερο τον πατέρα μου να ξυρίζεται παρά την αφεντιά μου.
Εκείνο όμως που δεν ξεχνώ είναι ένα ξύρισμα με φαλτσέτα, κάποιο καλοκαίρι στο Πήλιο. 
Είδα το κουρείο, παλιό, πέρασα μια, πέρασα δυο, στο τέλος άνοιξα την πόρτα και ζήτησα εκείνο που μου ήρθε πρώτο, μόνο ξύρισμα, αφού το κούρεμα ακόμα το λογαριάζω για πιο βαρύ. Κάθισα στη παλιά πολυθρόνα ο κουρέας σήκωσε το μαξιλαράκι ως το σβέρκο μου, στερέωσε μια πετσέτα στο λαιμό, έριξε μια άλλη -άσπρη κι αυτή- στον αριστερό μου ώμο για να σκουπίζει το ξυράφι, και βάλθηκε να φτιάχνει σαπουνάδα σε ένα τσίγκινο τάσι. Άπλωσε τον αφρό στο σαγόνι και στο λαιμό μου, ήταν χλιαρός, πήρε στο χέρι του τη φαλτσέτα και έκανε μια κίνηση στον αέρα, σαν δοκιμαστική, ανησύχησα κάπως, φαινόταν ηλικιωμένος. Έσκυψε και ακούμπησε την κόψη στο μάγουλο μου τόσο απαλά και αποφασιστικά που αμέσως κατάλαβα πως επρόκειτο για καλλιτέχνη. Πήρε τις πρώτες τρίχες και άρχισε να μιλάει, μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε βγάλει μιλιά, ξεφύσησα σιγανά και αφέθηκα.
Όσο με ξύριζε παρατηρούσα τις χτένες, τα λίγα βαποριζατέρ με τις κολόνιες, την πούδρα, και τα γυάλινα μπουκαλάκια με τη στύψη, το οινόπνευμα και το βαμβάκι για παν ενδεχόμενο, άλλα κυρίως τις παλιές χειροκίνητες κουρευτικές μηχανές στο μαρμάρινο πάγκο, ίδιες με εκείνες που είχε ο πρώτος μου κουρέας στη Νίκαια, ο Στάθης, εκεί που έπιασε μπουζούκι ο Τσομίδης, παιδί ακόμα πριν γίνει ο βιρτουόζος που ξέρουμε, μια γενιά πριν απ΄τη δική μου, τα κουρεία βλέπετε έχουν μεγάλες ιστορίες. Και τώρα άκουγα τις διηγήσεις του Φορλίδα που πύκνωναν στα κενά όταν η φαλτσέτα έπρεπε να σκουπιστεί, και το ξύρισμα λες και πισωπατούσε δεκαετίες σε κάθε καθάρισμα της, έτσι που σε μερικά λεπτά έγιναν ... οι μέρες του '36, τότε που ο Φορλίδας άνοιγε το μαγαζί του για να καλλωπίσει τρεις γενιές αντρών, που έμεναν εδώ ή περαστικών για τον Πλατανιά, την Αργαλαστή και παραπέρα, διότι ήταν ο κουρέας του τόπου.
Μέχρι ... και τους αξιωματικούς των Ες-Ες κούρευα και ξύριζα, είπε και η φωνή του πήρε μια αλλόκοτη χροιά, τώρα που ήταν πια 86 ετών και είχε στα σίγουρα επιβιώσει από όλα αυτά. Η φράση διέσχισε απότομα το κουρείο, βγήκε και έσβησε έξω στη ζέστη του απογεύματος, ενώ εκείνος ατάραχος άφηνε καθαρό τον λαιμό και ίσιωνε τις φαβορίτες μου σχεδόν χωρίς να κοιτάζει. Μέτραγε αλλιώς το πρόσωπο. Πως όμως ; με τους ήχους της φαλτσέτας ; χρατς ; Ίσως. 
Άλλαξε θέμα, εδώ, πίσω από το παραβάν έβαφα μια φορά την εβδομάδα και τις γυναίκες, βλέπεις τότε δεν υπήρχαν βαφές στα μάρκετ και το χωριό δεν είχε κομμώτρια ! Κάποιος έπρεπε...
Τέλος μου έβαλε με χτυπηματάκια στα μάγουλα μια κολόνια τόσο παλιά όσο κι αυτός και με ξεπροβόδησε πριν προλάβω να θυμηθώ πως μπήκα για να του ζητήσω την άδεια να φωτογραφίσω το μπαρμπέρικο, αλλά ζήτησα μόνο ξύρισμα.

19 November 2012

του 60 οι εκδρομείς, το 70 ομοτράπεζοι


Οι μέρες έχουν χαρακτήρα και οι δικές μας είναι ολοφάνερο πως ζορίζονται, όπως και οι άνθρωποι τους, στην νότια Ευρώπη, τουλάχιστον, αρχίζουν να υποφέρουν μετά από πολύ καιρό, και το όνειρο του αναπτυγμένου κόσμου χλομιάζει και ξεπλένεται γοργά σαν να 'ταν φτιαγμένο από φτηνά χρώματα. Ο δε υπόλοιπος κόσμος οδηγείται σταθερά, από τις παγκόσμιες ηγεμονίες, στο κακό και στο χειρότερο. Η υπόσχεση της δύσης μοιάζει φάρσα καθώς η μετανάστευση διώχνει και ξεχωρίζει ξανά φίλους και συγγενείς. Δεν λείπουν τα αγαθά, αυτά ακόμα υπάρχουν, λείπουν όμως πολλά άλλα, η αξιοπρέπεια, η ελευθερία και η αθωότητα ή έστω η αναπαράσταση της .
Ο δυτικός άνθρωπος πάσχισε για περίπου τετρακόσια χρόνια, έκανε πολέμους, αποικίες, λεηλάτησε και σκότωσε για να στρωθεί σε ένα γεμάτο τραπέζι και να αποξεχαστεί !
Στην ΠΕΙΝΑ, ο ήρωας του Χάμσουν αγωνιά για την τροφή του και δεν καταφέρνει πάντα να βγάλει το μήνα ή να κοιμηθεί αξιοπρεπώς σε ένα ανθρώπινο κρεβάτι, αλλά περιπλανιέται στους δρόμους της Χριστιάνιας, όπου βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στην παράνοια, στην πείνα για φαγητό αλλά περισσότερο στην λαχτάρα για αξιοπρέπεια, που τον φορτώνει άλλοτε με ενοχές άλλοτε με πωρωμένη αυτοεκτίμηση. Η πείνα του ανώνυμου πρωταγωνιστή έχει πάνω από όλα άξονά της τον αυτοσεβασμό και την καταξίωση, στο δρόμο για τα οποία το στομάχι, σαν άλλος Μεφιστοφελής, μπαίνει για να τον δελεάσει και να τον ξεστρατίσει. Ο Θεός και οι άλλοι, όπως θα έγραφε αργότερα και ο Σαρτρ, μπαίνουν στο χωνευτήρι και γίνονται μια αδιαίρετη κόλαση, όπου όλα ενώνονται στην έλλειψη. Η εργασία, η αυτοεκτίμηση, το όνειρο, η ελευθερία της επιλογής, η δημοκρατία, όλα αποδεικνύονται σκηνικά μιας γκροτέσκο παράστασης.




Τα ποτήρια των ανθρώπων λείπουν, άλλα γιατί εκείνοι έφυγαν, άλλα γιατί έσπασαν οι σχέσεις, και μαζί με τα ποτήρια λείπει το κρασί της (ψεύτικης μερικές φορές)  αθωότητας του άφθονου τραπεζώματος των  '70. 
Η Ελλάδα είχε κάνει 1/4 του αιώνα για να συνέλθει από τον πόλεμο, τον εμφύλιο και τη χούντα, μια σχεδόν μόνιμη στέρηση, άλλοτε υλική, άλλοτε πνευματική, άλλοτε και των δυο τέλειωνε μαζί με τη Χούντα και οι άνθρωποι που είχαν επιβιώσει από όλα αυτά θέλοντας να ξεχάσουν ρίχτηκαν στις υπερβολές, για να κερδίσουν τον χαμένο χρόνο, τις χαμένες θερμίδες, τις χαμένες σχέσεις και όσο καταλάβαιναν πως τίποτα δεν ξανακερδίζονταν, τόσο ρίχνονταν σε ένα ξόδεμα πόρων και εαυτών, άνευ ορίων.

*Υπήρχε τότε μια ψησταριά στο Κερατσίνι (παντού θα υπήρχε) στη γειτονιά Νερό, όπου στις γιγαντιαίες μερίδες της μαζί με τις 4 σούβλες κεμπάπ, τις πολλές πίτες, και τα άφθονα συνοδευτικά έβαζαν από πάνω ως επιστέγασμα και μια κουταλιά φρέσκο βούτυρο, τι πιο σίγουρο από μια λιπαρή επιβεβαίωση του ανεπίστρεπτου της πείνας!   
Οι άνθρωποι τότε, συνήθως τα Σαββατόβραδα, μετά από τέτοιο φαγητό γλυκαίνονταν με εκμέκ και καϊμάκια, και μαζί με τα κρασιά (στα οποία έριχναν ένα κομμάτι μήλο για να μην μεθούν) ρουφούσαν βαριά τσιγάρα μέχρι το φίλτρο, ακούγοντας τον Καζαντζίδη ή τον Διονυσίου από Τζουκ-μποξ. Ακολουθούσαν τα φουσκώματα, οι σόδες, τα αλκασέντζερ και οι ασπιρίνες, αλλά η συλλογική άγνοια για την χοληστερόλη και τα αδέρφια της, επέτρεπε την άλλη μέρα που ήταν Κυριακή μια ράθυμη εκδρομή ως τις χασαποταβέρνες της Χασιάς και της Σταμάτας, ένα ταξίδι δηλαδή στα σύνορα ενός αντικατοπτρισμού της ευδαιμονίας, αφού όσο άγγιζαν την εικόνα της τόσο αυτή άλλαζε ράφι και αμπαλάζ, και φτου κι απ΄την αρχή.

01 November 2012

Ο noνem (ένατος) των Ρωμαίων, που έγινε ενδέκατος

  

Ο Νοέμβριος, ή Βιέστ (Αρβανίτικα) είναι ο ενδέκατος μήνας του έτους και και ως γνωστόν έχει 30 ημέρες κατά τις οποίες, ανά τους αιώνες, έχουν συμβεί θαυμαστά πράγματα.
Πρώτα πρώτα αρχίζει η περίοδος σπουδαίων εορτών, των Αρχαγγέλων, του Μηνά, των Εισοδίων της Θεοτόκου, της Αικατερίνης, του Στυλιανού προστάτη των παιδιών, του Ανδρέα και του Φιλίππου που μας εισάγουν στην προσμονή των Χριστουγέννων, αλλά παραδόξως και στον διονυσιακό κόσμο των χειμωνιάτικων κυκλαδίτικων πανηγυριών. 
[Κάποιο Νοέμβρη, στη Σίφνο, με τίμησαν και - μπροστά μπροστά να περπατώ όπως με ευγένεια με ορμήνευαν κάθε που βραδυπορούσα - έφερα τον άρτο ως το ξωκλήσι του Άγιου Στυλιανού έξω από τον Αρτεμώνα, και τέσσερις μέρες μετά πήραμε το μονοπάτι, μια μακριά σειρά ανθρώπων, έως πάνω στο Μοναστήρι του Αγίου Ανδρέα, που στέκει πλάϊ στα απομεινάρια αρχαίου ναού, για να λειτουργηθούμε, να φάμε νοστιμότατη καπαροσαλάτα, να πιούμε κρασί και να ακούσουμε τον Κουτσουνά να παίζει βιολί, με την Πάρο, την Αντίπαρο και την Φολέγανδρο στο πιάτο αντίκρυ, στο Αιγαίο, την ώρα που άρχιζαν τα μετέωρα από τον αστερισμό του Λέοντα]. Αυτά τα πανηγύρια όποιος άπαξ τα ζήσει δεν τα ξεχνάει ποτέ. 
Κατά τ΄άλλα αρχίζει η περίοδος της ελιάς, και οι άνθρωποι που μαζεύουν τον καρπό της διαβιούν την ημέρα στην ύπαιθρο εφόσον ο καιρός ακόμα το επιτρέπει όχι δίχως απρόσμενα μουσκέματα από τις φθινοπωρινές μπόρες που κάμουν την εμφάνιση τους στις κοιλάδες μας. Μπαίνουν μπροστά στο φουλ και τα λιοτρίβια, γυρίζουν οι κοχλίες και σφίγγουν οι πρέσες, στάζει ο χυμός και όσο διαρκεί η αναμονή για να τρέξει το λάδι στις κάδες και από κει στους ντενεκέδες, κόβονται και ψήνονται μεγάλες φέτες ψωμιού και περιχύνονται με αγουρέλαιο, αλάτι και ρίγανη, για να πιούνε τα τελευταία περυσινά κρασιά, και να πούνε ευχές και ιστορίες.
Αλλού, στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 73, μερικές εκατοντάδες, στην αρχή, νέοι που ένιωσαν πόσο γελοίοι ήταν εκείνοι που (και) τότε κυβερνούσαν, μπήκαν στο πολυτεχνείο και έζησαν τις τρεις (3) καλύτερες μέρες ελευθερίας του καιρού μας ... (αλλά τα ξέρετε αυτά).
[Όταν, την δεκαετία του '80, πέρασα στη Σχολή Καλών Τεχνών προσπάθησα κάπως να φανταστώ εκείνο το σπουδαίο 3ήμερο, αλλά δεν κατάφερα πολλά πράγματα διότι "έπεφτα" σταθερά πάνω στην ισχυρή εικόνα του που ήταν ήδη έτοιμη.]
Τον Νοέμβρη που το Πήλιο γίνεται χρυσοκόκκινο, σιγομπαίνει ο χειμώνας, αν και στις πόλεις αυτό συνήθως δεν γίνεται αισθητό, αλλά στην ύπαιθρο ... ούτε τσοπάνος στο βουνά ούτε ζευγάς στους κάμπους. Ούτε παπούτσια και σκούπες έξω το βράδυ της παραμονής των Αρχαγγέλων, να μην τα δει ο Μιχαήλ και του μπουν τίποτα ιδέες.

15 October 2012

Ο άνθρωπος της Νεκρής φύσης

Νεκρή φύση με ψάρια, Βώκος Νικόλαος (1859 - 1902), Λάδι σε μουσαμά , 55 x 100 εκ.

Ο όρος νεκρή φύση - διαβάζουμε από το site της Εθνικής Πινακοθήκης - natura morta, εισάγεται στην ιταλική ορολογία της τέχνης τον 18ο αιώνα ως ζωγραφική δεύτερης κατηγορίας η οποία συχνά αντιδιαστέλλεται προς την «ευγενή» natura vivente, τη ζωντανή φύση, όπου πρωταγωνιστεί ο άνθρωπος. Το είδος άνθισε ιδιαίτερα στις Κάτω Χώρες.
Η νεκρή φύση αναπτύχθηκε στην Ελλάδα το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, με σκοπό να
ανταποκριθεί στη ζήτηση της νέας αστικής τάξης. Απεικονίζει με ψευδαισθησιακή ή εξιδανικευμένη έμφαση υλικά αγαθά, συμβολίζει και φανερώνει την ευμάρεια και προορίζεται να στολίσει τραπεζαρίες ή σαλόνια.
Σήμερα που η τάξη "που τα έφτιαχνε" ενταφιάζεται και η επιθυμία της ευμάρειας γίνεται ανάμνηση αυτοί οι χώροι χλωμιάζουν αμήχανοι λίγο πριν μετατραπούν σε νοσταλγικά τμήματα ενός αδιανόητου μουσείου.
Ο άνθρωπος ως διαμορφωτής της ιστορίας, αφού πρώτα κατέστρεψε με την απληστία του την ίδια τη φύση, έχει πάψει προ πολλού να πρωταγωνιστεί οπουδήποτε χάνοντας τη θέση του και στην natura vivente αλλά και την αστική του υπόσταση. Δεν του μένει ίσως τίποτα άλλο πια από το να πάρει την πένθιμη θέση του ανάμεσα στα άλλα υλικά αγαθά της νεκρής φύσης; Από παρατηρητής και υποκείμενο μετατρέπεται σε αντικείμενο και ποζάρει άβουλος, ακριβώς όπως τα μήλα, τα χρυσά ψωμιά και τα μπακιρένια σκεύη.
Μπορεί άραγε κάποιος να προσδοκά σε ανάσταση νεκρών όντας ο ίδιος πλέον μια παλιά ψευδαίσθηση δεύτερης κατηγορίας;

20 September 2012

Ένα φιλμ για μια (τρομερή) προπαγάνδα


O ακούραστος -στην επινόηση του κακού- Γκέμπελς ζήλεψε την απήχηση που είχε στη Ρωσία το «Θωρηκτό Ποτέμκιν» του Σεργκέι Αϊζενστάιν, και σκέφτηκε την ιδέα ενός ιδανικού φιλμ που θα είχε ισάξια τουλάχιστον απήχηση στο γερμανικό κόσμο, με θέμα - τι άλλο;- την αντισημιτική εμμονή των Ναζί. Ήθελε ωστόσο, η ταινία να μην είναι απροκάλυπτη αλλά το αντισημιτικό μήνυμα της να λειτουργούσε υπογείως και με καλλιτεχνικά κριτήρια, και όχι ως «φτηνή, στρατευμένη προπαγάνδα». 
Η ταινία αυτή γυρίστηκε το 1939 με τίτλο «Jud Suss» ή "Jud Sud" με σκηνοθέτη τον Βέιτ Χάρλαν και πρωταγωνιστή έναν σταρ της δεκαετίας του 1930, τον γερμανό ηθοποιό Φέρντιναντ Μάριαν. 
Αρχικά ο Μάριαν δεν ήθελε να υποδυθεί τον ρόλο του Σους επειδή φοβόταν το πολιτικό παιχνίδι του Γκέμπελς και δεν ήθελε να τυποποιηθεί ως εβραίος. Τελικά αναγκάστηκε να παίξει στην ταινία και, παρά την τεράστια επιτυχία της, το «Jud Suss» υπήρξε η αρχή του τέλους όχι μόνο της καριέρας του αλλά και της ζωής του. Ενώ στην αρχή απολάμβανε τους καρπούς της επιτυχίας, όταν ο Αδόλφος Χίτλερ άρχισε να χάνει έδαφος, ο Μάριαν αντιλήφθηκε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεφύγει από τη σκιά του διασημότερου ρόλου της καριέρας του. Κατέληξε αλκοολικός, παραλίγο να τον σκοτώσουν κάποιοι Εβραίοι που γλίτωσαν από το Ολοκαύτωμα και τελικά αυτοκτόνησε. 
Η τραγική μοίρα του Φέρντιναντ Μάριαν είναι μια ιστορία ανόδου και πτώσης ενός ατόμου αλλά και ενός ολόκληρου συστήματος, είπε ο σκηνοθέτης Οσκαρ Ρέλερ, ο οποίος γύρισε το 2010 την αναφορική ταινία «Εβραίος Σους - Ταινία χωρίς συνείδηση».
Η ιστορία του Μάριαν είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που βαδίζει στα ίχνη της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, ανίκανος να ξεφύγει από το εγκληματικό σύστημα του οποίου έχει γίνει ο ίδιος μέλος. 
Συγχρόνως το «Εβραίος Σους - Ταινία χωρίς συνείδηση» δίνει στον θεατή μια πλήρη εικόνα του τεράστιου ρόλου που έπαιξε η κινηματογραφική βιομηχανία στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης στη ναζιστική Γερμανία.

Η εκτέλεσης του Joseph Süß Oppenheime, 1738, χαρακτικό

Ωστόσο, ο Ελληνικός τίτλος της, «Περιπλανώμενος Ιουδαίος», είναι πολύ πιο αποκαλυπτικός των προθέσεων των συντελεστών της. Ο Περιπλανώμενος Ιουδαίος είναι ένα φανταστικό πρόσωπο που εξελίχθηκε σε μύθο της Χριστιανικής μεσαιωνικής  Ευρώπης, τον 13ο αιώνα. Ο μύθος ίσως να είναι εμπνευσμένος από την Γένεση της Παλαιάς διαθήκης, όπου ο Θεός καταδίκασε τον Κάιν σε εξορία νομαδικής ζωής μακριά από την περιοχή όπου βρισκόταν, προστατεύοντάς τον όμως και από τον θάνατο. Ίσως όμως και να προέρχεται από τα λόγια του Ιησού, όπως μας τα μεταφέρει το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο:
16,28 ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσίν τινες τῶν ὧδε ἑστώτων οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσιν τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ. 
Μια παραλλαγή του μύθου καταγράφεται στο Flores Historiarum του Roger of Wendover του 1228: Ένας Αρχιεπίσκοπος από την Αρμενία ρωτήθηκε από τους μοναχούς της μονής του Αγίου Άλμπαν για τον Ιωσήφ της Αριμαθείας, για τον οποίον πίστευαν ότι είναι ακόμα ζωντανός. Ο Αρχιεπίσκοπος απάντησε ότι τον ξέρει προσωπικά. Τον λένε Καρθάφιλο και είναι ένας Εβραίος τσαγκάρης. Είχε αποπάρει τον Ιησού όταν αυτός για μια στιγμή ξαπόστασε με τον σταυρό στους ώμους, και χτυπώντας τον, του είπε: «Πήγαινε πιο γρήγορα, Ιησού! Συνέχισε το δρόμο σου! Γιατί χασομεράς;». Ο Χριστός τότε με ήρεμο τόνο του απάντησε: «Εγώ θα σταθώ και θα ξεκουραστώ, αλλά εσύ θα συνεχίσεις μέχρι την δευτέρα παρουσία.»

Ντάντε και Βιργίλιος κοιτάζουν την αιώνια τιμωρία του Ιούδα

Τέτοιοι πρωτόγονοι μύθοι με επικινδύνους περιπλανώμενους ανιχνεύονται σε πάρα πολλές αφηγήσεις που αφορούν μειονοτικούς πληθυσμούς στην Ευρώπη. Ειδικότερα στην πρώιμη ιστορία των βόρειων λαών υπάρχουν πληθώρα αρχετυπικών ενσαρκώσεων και  μοτίβων της περιπλανώμενης απληστίας, της προδοσίας και του φόνου, όπως ο Δράκος (ο εκδικητικός περιπλανώμενος ιππότης), οι γύφτοι, οι σαλοί (βλ. Το πλοίο των Τρελών, Μ. Φουκό), οι κλέφτες παιδιών, οι άρρωστοι (αμαρτωλοί τιμωρημένοι), οι μάγοι, οι ξένοι γενικά και σε περίοπτη θέση των καταραμένων σε περιπλάνηση, στο βαθύτερο σημείο της Κόλασης ο Εβραίος Ιούδας, ο προδότης του Χριστού (Θεία Κωμωδία, Ντάντε), καρφωμένος μεν στο απώτατο όριο της γεωγραφίας, αλλά καταδικασμένος δε σε αέναη περιπλάνηση στο συλλογικό υποσυνείδητο της Χριστιανοσύνης ως ικανός διεγέρτης των πιο μύχιων φόβων. 

31 August 2012

Ο Βόλος μπορεί πολλά περισσότερα από έναν "μακρύ χορό"




Ο Βόλος είναι μια σχετικά νέα πόλη (ιδρύθηκε το 1883) που εδράζεται σε υπόβαθρο με πολύ μεγάλη ιστορική, ακόμα και μυθολογική, πυκνότητα. Κάθε κάτοικος της πόλης φέρει σε ένα βαθμό αυτό το ιδιαίτερο ιστορικό αποτύπωμα.
Η πόλη κατά τη ραγδαία ανάπτυξης της, λόγω της γεωγραφικής θέσης και του λιμανιού της, ενσωμάτωσε την βιοτεχνική και γεωργική παράδοση του Πηλίου και του κάμπου και δημιούργησε την εμπορική και βιομηχανική ταυτότητα της Βολιώτικης αστικότητας. Πιο απλά, ο Βόλος δεν είχε ποτέ τουριστικό χαρακτήρα, ενώ ακόμα και στο Πήλιο η Τουριστική ανάπτυξη ευτυχώς δεν πήρε τα χαρακτηριστικά του μαζικού τουρισμού. Πολύ περισσότερο, ο Βόλος δεν ήταν ποτέ μια “χαρούμενη” πόλη με, έντονη νυχτερινή ζωή, αλλά χαρακτηρίζεται κυρίως από την διαρκή προσπάθεια και τη προσήλωση σε πολιτιστικές δράσεις υψηλής αξίας (Ωδεία, ΔΗΠΕΘΕ, εργαστήρια Τεχνών, θεσμικά φεστιβάλ, ορχήστρα συμφωνικής μουσικής κ.α.). Την τελευταία δεκαετία, ίσως που η πόλη, μετά την αποβιομηχάνιση, προσπαθεί να βρει ξανά βηματισμό ανάπτυξης έχει εμφανιστεί μια τάση επιβράβευσης του εφήμερου στοιχείου, μια βιασύνη για κάτι πιο σύγχρονο προβάλλοντας περισσότερο από όσο χρειάζεται το προφανές, δηλαδή το τουριστικό της πλεονέκτημα (τσίπουρο, βουνό και θάλασσα).
Όμως δεν έχει συγκροτηθεί ένας ουσιαστικός διάλογος γύρω από το θέμα και τους πιθανούς δρόμους που θα πάρει η ανάπτυξη στη περιοχή, με αποτέλεσμα τις αποσπασματικές και ασύνδετες προτάσεις που κατά καιρούς θεωρούνται περίπου θαυματουργές και επικοινωνιακά ενθουσιάζουν. Ας θυμηθούμε μερικές από τις ιδιωτικές ή δημόσιες αναπτυξιακές προτάσεις που μας απασχόλησαν αρκετά αλλά τελικά για διάφορους λόγους δεν πραγματοποιήθηκαν, όπως ήταν τα Μέγα-ξενοδοχεία στο Σωρό και στον Αλατά, το Γκολφ στις Νηές, τη νεροκουρτίνα στο λιμάνι, το πλωτό μπαρ και την μαρίνα στο κορδόνι, τους Μεσογειακούς αγώνες που αναμφίβολα ήταν η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση, το θεματικό πάρκο στο πεδίο του Άρεως κ.α. Υπήρξαν βέβαια και προτάσεις που πραγματοποιήθηκαν (είτε απέδωσαν, είτε δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα), όπως είναι το ανανεωμένο και προικισμένο με επιπλέον χώρο Ξενία, τα νέα μεγάλα ξενοδοχεία σε Βόλο και Αγριά, το σουλούπωμα της παραλίας, το πάρκο Αναύρου (χρειάζεται παρέμβαση για να αναδειχθούν τα γλυπτά), το σχεδόν άχρηστο Πανθεσσαλικό Στάδιο, ο μισός και τυφλός περιφερειακός, ο ποδηλατοδρόμος (που έγινε και δεν έγινε), το νέο Μουσείο της πόλης (δεν άνοιξε ακόμα), αλλά και δράσεις με τουριστικό και ψυχαγωγικό χαρακτήρα που κατά τη γνώμη μου δεν ταιριάζουν στον ψυχισμό των κατοίκων όπως το καρναβάλι.
Το συμπέρασμα νομίζω είναι αβίαστο, από τις διάφορες προτάσεις που κατά καιρούς διατυπώθηκαν λειτούργησαν μόνο όσες από τις δημόσιες ήταν σοβαρά προετοιμασμένες όπως τα φεστιβάλ του Μουσικού θεάτρου ή όσες ήταν αμιγώς ιδιωτικής πρωτοβουλίας και όλες απαντούσαν σε υπαρκτές ανάγκες.
Όλες όμως, επιτυχημένες ή όχι τόσο, πάσχουν σε ένα κρίσιμο σημείο, ανήκουν λες σε άλλους παράλληλους κόσμους καθώς δεν είναι ενταγμένες σε κάποια διατυπωμένη συνολική στρατηγική ανάπτυξης της πόλης, αλλά έχουν αποσπασματικό χαρακτήρα, ενώ υλοποιούνται με προχειρότητα, όταν υλοποιούνται, και με διαδικασίες επείγοντος και συνήθως μένουν χωρίς συνέχεια ή μετέωρες.
Σίγουρα ο Βόλος πρέπει να έχει το αύριο που του αξίζει και δεν κρίνω εδώ τις καλές προθέσεις όλων των εμπλεκομένων (φορέων ή προσώπων). Οι προθέσεις τους σίγουρα είναι άριστες αλλά τα ως τώρα αποτελέσματα δείχνουν ότι είναι αναγκαία η διατύπωση ενός νέου αναπτυξιακού δόγματος της πόλης. Αν η πόλη αποφασίσει μέσω ενός εντατικού διαλόγου των φορέων της ότι θα αναπτύξει και θα στηριχθεί στον τουρισμό κάτι που μοιάζει ρεαλιστικό τότε θα πρέπει να απαντήσει και ως προς το τι τουρισμό επιθυμεί και μετά να επανεξετάσει το είδος της βιομηχανικής δραστηριότητας που θα είναι συμβατό και ανεκτό σε αυτή την προοπτική. Δεν μπορούμε όμως να τα θέλουμε όλα, και να παριστάνουμε πως το ένα δεν ενοχλεί το άλλο. Δεν γίνεται να θέλουμε τουρισμό πόλης και υποδοχή κρουαζιέρας και ταυτόχρονα το λιμάνι να λειτουργεί με χύδην φορτία σκραμπ και πετ-κοκ, να υπάρχουν σε ελάχιστη απόσταση ραδιενεργές χαλυβουργίες, και η αερορύπανση να παραμένει ανενόχλητη. Ούτε να συζητάμε για εναλλακτικό φυσιολατρικό τουρισμό στο Πήλιο ενώ η ΑΓΕΤ συνεχίζει να πληγώνει το περιβάλλον, ή να επιζητούμε θαλάσσιο τουρισμό χωρίς μαρίνες. Και τέλος ενώ αντιλαμβανόμαστε ότι όλα αυτά περνούν -όπως σε όλο τον κόσμο- μέσα από την ανάπτυξη του πολιτισμού τελικά να συμβιβαζόμαστε με “φτηνές” συμμετοχικές εκδηλώσεις σαν το συρτάκι-μακριά γαϊδούρα.
Το πρόβλημα του Βόλου είναι το δομικό πρόβλημα συγκρότησης ταυτότητας που έχει όλος ο Ελληνικός χώρος. Αν βρούμε το τι μπορούμε και το τι θέλουμε -και μπορούμε να τα βρούμε διότι ο Βόλος διαθέτει το επιστημονικό δυναμικό που χρειάζεται για να αναλύσει την πραγματικότητα και να συνθέσει μια στρατηγική ανάπτυξης- τότε μπορούμε με μεγαλύτερη σιγουριά και αποδοτικότητα να σχεδιάσουμε τα κτίρια, τα μνημεία και τις δράσεις που θα εξυπηρετούν αυτό το όραμα.

Στο τέλος του Αυγούστου αρκετοί συμπολίτες μας και φορείς θα επιχειρήσουν να μπουν στο ρεκόρ γκίνες με ένα πολύ μακρύ συρτάκι το οποίο θα προσφέρει όπως ελπίζουν τουριστική προβολή στο Βόλο!
Αν όλο αυτό το δούμε σαν ένα παιχνίδι, ένα στοίχημα, είναι εντάξει και θα το χαρούμε. Το όποιο “κακό” θα περιοριστεί στο αισθητικό μέρος και γρήγορα θα ξεχαστεί χωρίς να αφήσει αποτύπωμα στη πόλη.
Αν όμως κάποιοι σοβαρολογούν και πιστεύουν πως με αυτό το σοβιετικού τύπου θέαμα θα δοθεί ώθηση και κατεύθυνση στην τουριστική ανάπτυξη και στον πολιτισμό της περιοχής, τότε είναι λυπηρό και επικίνδυνο. Λυπηρό διότι ο τόπος και οι κάτοικοι του δεν έχουν καμία ψυχική συγγένεια με τα κουρασμένα σύμβολα της περασμένης τουριστικής τεσσαρακονταετίας εφόσον έχουν εξελιχθεί πολιτισμικά, όσο κι αν θέλουν κάποιοι να τους καθηλώσουν στο 1965! Είναι δε επικίνδυνο, διότι φανερώνει πόσο τυχοδιωκτικά λειτουργούν εκείνοι που σχεδιάζουν και υλοποιούν φτηνά αλλά εντυπωσιακά (από τηλεοράσεως) θεάματα θεωρώντας ότι έχουν την συμφωνία των πολιτών σε καιρό μάλιστα μέγιστης πολιτισμικής κρίσης.
Πριν λίγα χρόνια η πόλη και το λιμάνι της είχαν την τύχη να φιλοξενήσουν την θαυμάσια και ποιοτική ΡΕΓΚΑΤΑ, γέμισε τότε ο Παγασητικός χρώμα και ενέργεια. Τι έμεινε από όλο αυτό, πέρα από πολύ καλές φωτογραφίες στα άλμπουμ; Ποια συνέχεια δόθηκε και γιατί η πόλη δεν κατάφερε να αξιοποιήσει και να χτίσει πάνω σε αυτή τη μοναδική ευκαιρία προβολής της ομορφιάς της σε όλο τον κόσμο;
Σήμερα υπάρχει κανείς πραγματικά που να πιστεύει ότι θα καταφέρουμε καλύτερα τώρα με τα παρωχημένα και κακοποιημένα σύμβολα του πάλαι ποτέ ΕΟΤ (συρτάκι, ρετσίνα, ΟΠΑ) τα οποία όταν έπαψαν να “πουλάνε” στο εξωτερικό τα “αγοράζουμε” μετά μανίας εμείς; Με ένα μακρύ συρτάκι θα κερδίσουμε τον θαυμασμό ή την συγκατάβαση προς τους ταλαίπωρους Έλληνες της κρίσης;

* Το συρτάκι είναι ένας ελληνικός χορός που δημιουργήθηκε το 1964 για την κινηματογραφική ταινία Ζορμπάς ο Έλληνας. Η μουσική για το συρτάκι γράφτηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη. Κύριο χαρακτηριστικό του χορού αυτού και της μουσικής του είναι η επιτάχυνση στο ρυθμό. Το όνομα συρτάκι προέρχεται από την λέξη συρτός, ένα κοινό όνομα για μια ομάδα παραδοσιακών ελληνικών χορών στους οποίους οι χορευτές "σέρνουν" τα πόδια τους σε αντιδιαστολή με τους πηδηχτούς χορούς. Στο συρτάκι ενσωματώνεται και ο συρτός (στο πιό αργό μέρος του) και στοιχεία πηδηχτού (στο γρηγορότερο μέρος του).
Σήμερα το συρτάκι είναι ένα από τα τουριστικά αξιοθέατα της Ελλάδας και χορεύεται στις ελληνικές ταβέρνες σε όλο τον κόσμο.







22 August 2012

"872 ημέρες ο θάνατος χόρευε στο Λένινγκραντ"



(του Βενιζέλου Λεβεντογιάννη)

Η μικρή Τάνια Σαβίτσεβα, επιτάχυνε το βήμα της. Ήθελε να βρεθεί στο σπίτι της πριν πέσει ο ήλιος. Στους δρόμους και στις δεκάδες γέφυρες της πόλης που γεννήθηκε και έμενε, δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Ένας βοριάς σάρωνε τα πάντα. Η θερμοκρασία το βράδυ άγγιζε και τους -30. Το πλακόστρωτο γλίστραγε επικίνδυνα. Το βράδυ το χιόνι γινόταν πάγος. Η Τάνια έστριψε αριστερά στην οδό Απράσκιν και βρέθηκε στην πλατεία Λομονόσοβα. Στην άκρη σε ένα παγκάκι μια μητέρα κρατούσε στην αγκαλιά της ένα παιδάκι. Έμοιαζε να το κοιτάζει. Δεν κουνιόντουσαν. Μικροί σταλακτίτες κρέμονταν από τη μύτη και τα μαλλιά τους. Ήταν νεκροί και οι δύο, από την πείνα και το κρύο.

Δεξιά και αριστερά δεκάδες πτώματα είχαν παραμείνει άταφα ανάμεσα στα χαλάσματα, ύστερα από τους σφοδρούς βομβαρδισμούς. Είχαν παγώσει. Δεν μύριζαν, ούτε σάπιζαν...
Η Τάνια, πάντα όταν έβγαινε στους δρόμους, αρνιόταν να κοιτάξει τους νεκρούς. Όταν βράδιαζε, τους φοβόταν κιόλας. Περισσότερο και από τις βόμβες. Προσπέρασε τα πτώματα και σήκωσε τον γιακά από το πανωφόρι της, ενώ με το μικρό χεράκι της κατέβασε περισσότερο τον βαρύ σκούφο στο μέτωπο της. Πέρασε τρέχοντας τα ερείπια που κάποτε ήταν το υπέροχο κτίριο που στεγαζόταν το θέατρο Κόργκοκο και διέσχισε την μικρή γέφυρα του καναλιού Φοντάνκα.

Ήταν χαρούμενη. Είχε καταφέρει να βρει φαγητό και μόλις θα έφτανε σπίτι θα απολάμβανε με τους συγγενείς της ένα υπέροχο δείπνο. Ζούσαν όλοι μαζί, γονείς, θείες, παππούδες, στριμωγμένοι στον δεύτερο όροφο ενός νεοκλασικού κτιρίου στην οδό Πραβόυ πίσω από το αστυνομικό τμήμα. Πολλές φορές σκέφτηκαν να μετακομίσουν σε κάποιο υπόγειο καταφύγιο για να γλυτώσουν από τους βομβαρδισμούς όμως ο παππούς Βάνιας αρνιόταν πεισματικά να εγκαταλείψει το σπίτι.
Στην εσωτερική τσέπη του βαριού παλτού της έκρυβε δυο φέτες σαπισμένο σκληρό ψωμί και ένα νεκρό παγωμένο, αλλά διατηρημένο άριστα, αρουραίο που είχε βρει πριν από λίγη ώρα σε κάτι σκουπίδια στην άκρη ενός υπονόμου δίπλα από το Ζιμνίζ Ντβόρετς, τα καλοκαιρινά ανάκτορα των Τσάρων. Επιτάχυνε το βήμα της ευχαριστημένη...


Η Τάνια ζούσε στην ομορφότερη κατά πολλούς πόλη της Ευρώπης. Ένα μείγμα Βενετίας και Παρισιού. Με άπειρα κανάλια να την διασχίζουν και τον ποταμό Νέβα να δεσπόζει. Με τη χλιδή και τα υπέροχα κτίρια, τα περισσότερα κτισμένα σε ρυθμούς Μπαρόκ και Αρτ Νουβό, να την κοσμούν, δίνοντας μια τσαρική μεγαλοπρεπέστατη ατμόσφαιρα. Ζούσε στην πόλη των καλλιτεχνών των διανοούμενων και των συγγραφέων. Η Τάνια ήξερε ότι παλιά την πόλη την ονόμαζαν Αγία Πετρούπολη, αλλά τώρα είχε το όνομα του πρώτου ηγέτη της μεγάλης χώρας της. Τώρα την ονόμαζαν “Πόλη του Λένιν”...

ΦΩΛΙΑ ΤΟΥ ΑΕΤΟΥ στις Βαυαρικές Άλπεις, (λίγους μήνες νωρίτερα), Απρίλιος 1941: Ο Χάιντς Λίγκε ο πιστός προσωπικός, μπάτλερ του Αδόλφου Χίτλερ, ήταν τρομερά αγχωμένος. Έδινε συνέχεια διαταγές στο προσωπικό του πύργου προκειμένου τίποτε να μην πάει στραβά. Ο Φύρερ εδώ και τρεις ημέρες δεν είχε βγει από το γραφείο του. Δεν είχε καν αναπαυθεί έστω και για μερικές ώρες. Ήταν συνέχεια κλεισμένος με τους στενότερους επιτελείς του και σχεδίαζαν... Ο άνθρωπος που λάτρευε σαν θεό, τον είχε φωνάξει τόσες φορές μέσα. Ο Λιγκε είχε καταλάβει ότι κάτι σημαντικό συνέβαινε. Είχε δει και τους τεράστιους απλωμένους χάρτες επάνω στο μεγάλο δρύινο γραφείο. Είχε ακούσει τις φωνές του όταν επέπληττε κάποιον ανώτατο αξιωματικό του.
Τώρα τον είχε φωνάξει πάλι μέσα. Ήθελε δροσερό νερό και ασπιρίνες. Πονούσε φρικτά το κεφάλι του. Σε ελάχιστα δευτερόλεπτα ένας υπηρέτης έφερε την κρυστάλλινη κανάτα με τα ποτήρια από τη Βοημία. Ο Λιγκε ίσιωσε τη στρατιωτική του στολή, έφτιαξε τα μαλλιά του, χτύπησε διακριτικά την βαριά πόρτα και μπήκε. Περπάτησε αρκετά στο παχύ χαλί του μεγάλου γραφείου.

Δεξιά του ήταν μια τεράστια τζαμαρία με υπέροχη θέα στις Άλπεις. Αριστερά του, πορτραίτα Πρώσων αξιωματικών, τον κοίταζαν αυστηρά σαν να τον επέπλητταν. Τον έκαναν να νιώθει άβολα. Στους άλλους τοίχους ήταν κρεμασμένες σημαίες της χώρας του και στην άκρη ένα τεράστιο πορτραίτο του Φύρερ του. Στο βάθος σκυμμένοι κάτω από χάρτες συνομιλούσαν ο Χίτλερ με τους συνεργάτες του. Πίσω τους, επάνω στον τοίχο μπορούσε να δει το Χάρτη της Σοβιετικής Ένωσης. Τρία Βέλη ξεκινούσαν από τη Γερμανία, και άνοιγαν σαν βεντάλια. Ένα Βόρεια ένα στο μέσον και ένα Νότια...
Οι ασπιρίνες που ζητήσατε φύρερ μου” είπε και στάθηκε προσοχή όταν έφτασε δίπλα στον ηγέτη του Γ Ράιχ. Ακούνητος, σχεδόν δεν ανέπνεε. Κανείς δεν του έδωσε σημασία και ο Λίγκε περίμενε υπομονετικά.
Operation Nordlicht, κύριοι” είπε ο Αδόλφος Χίτλερ απευθυνόμενος στον Ροδόλφο Ες και τον Χάιρνιχ Χίμλερ. “Επιχείρηση Βόρειο Σέλας. Μέρος της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα. Με αυτό θα τσακίσουμε τους Σοβιετικούς. Ήδη όπως καλά ξέρετε οι 3 στρατιές μας είναι έτοιμες. Η ομάδα στρατιών Βοράς η Ομάδα Κέντρο και η Ομάδα Νότος. Μέχρι το τέλος του φθινοπώρου πρέπει να έχουμε καταλάβει το Μινσκ το Κίεβο και το Λένινγκραντ. Μετά θα ασχοληθούμε με τη Μόσχα και με τα πετρέλαια του Καυκάσου. Θέλω την προσοχή σας στην Επιχείρηση Βόρειο Σέλας. Θέλω να πάνε όλα όπως τα έχουμε σχεδιάσει παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες. Θέλω μέχρι να μπει ο χειμώνας, η Αγία Πετρούπολη να έχει ισοπεδωθεί , δεν θέλω να υπάρχει στο χάρτη πόλη με την ονομασία Λένινγκραντ. Επικεφαλής στο Βόρειο Σέλας θα είναι ο Generalfeldmarschall, ο στρατάρχης Φον Λέεμπ”.
Ο Λέεμπ σηκώθηκε χτύπησε στρατιωτικά τα τακούνια από τις μπότες του σαν παλιός Πρώσος αξιωματικός και ετοιμάστηκε να μιλήσει...
Ο Χίτλερ σήκωσε το κεφάλι του, είδε τον μπάτλερ του, έφτιαξε τη χωρίστρα του, έκανε νόημα με το χέρι του στον Λέεμπ να σωπάσει και ρώτησε εκνευρισμένος: “ Χάιντς τι ζητάς εδώ;” Πριν ο Λίγκε προλάβει να απαντήσει ο Χίτλερ συμπλήρωσε: “ Ααα ναι έφερες τις ασπιρίνες. Άφησε τες και φύγε..”
Εκείνο το απόγευμα του Απρίλη του 1941 μόλις ο Χάιντς Λίγκε βγήκε από το γραφείο, ο Χίτλερ διαφώνησε έντονα με τον Στρατάρχη Λεμπ για τον τρόπο της επίθεσης στο Λένινγκραντ. Ο Χίτλερ ζητούσε μια αστραπιαία επίθεση που θα τσάκιζε τους μισητούς Σοβιετικούς στο Λένινγκραντ. Ο Λέεμπ του απάντησε ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατον για 4 λόγους.
Πρώτον η ιδιομορφία και η ιδιαιτερότητα της περιοχής πέριξ της πόλης εκμηδένιζε το γερμανικό πλεονέκτημα σε υλικοτεχνική υποδομή αλλά και σε έμψυχο υλικό και καθιστούσε τον καλύτερα εξοπλισμένο και ανώτερο σε όλα, Γερμανό στρατιώτη, εφάμιλλο του Σοβιετικού. Μια κατά μέτωπον επίθεση θα είχε ανυπολόγιστο κόστος.
Δεύτερον, η πόλη, χτισμένη στο δέλτα του ποταμού Νέβα, περιβαλλόταν από ελώδεις εκτάσεις, όπου τα τεθωρακισμένα θα κολλούσαν και θα γίνονταν εύκολη λεία για τους Ρώσους αντιαρματιστές. Ακόμη όμως κι αν περνούσαν, οι κύριες αστικές περιοχές διαρρέονται από κανάλια και επικοινωνούν με πολύ στενές γέφυρες θα αναγκάζονταν, λοιπόν, να αναλωθούν σε πολύμηνες μάχες εκ του συστάδην, κτήριο προς κτήριο και γέφυρα προς γέφυρα, σε μια άγνωστη μεγαλούπολη που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να διαθέσει εκατοντάδες χιλιάδες επιστράτους για την άμυνά της
Τρίτον πιθανή απόβαση από το Φινλανδικό κόλπο ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία λόγω του απροσπέλαστου της Κροστάνδης, ενός οχυρωμένου νησιού στη θαλάσσια είσοδο της πόλης που λειτουργεί ως αβύθιστο πλοίο. Επίσης, ο γερμανικός στρατός δε διέθετε εμπειρία σε τέτοιου είδους αποβατικές επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας. Επιπλέον εμπόδιο αποτελούσε ο αρκετά ισχυρός Σοβιετικός Στόλος Βόρειας Θάλασσας και τα υποβρύχια του.
Και τέταρτον, η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν Ρώσοι και Εβραίοι, εν αντιθέσει με τις Βαλτικές Δημοκρατίες, όπου οι κάτοικοι είχαν δει τους Γερμανούς ως απελευθερωτές. Επομένως ήταν δύσκολο να συγκροτηθούν δωσιλογικές ομάδες ή να βρεθούν ντόπιοι με καλή γνώση της πόλης, οι οποίοι θα βοηθούσαν την Βέρμαχτ.
Ο Χίτλερ ρώτησε τότε τον αξιωματικό του τι έχει να προτείνει και εκείνος απάντησε με ένα τόνο απαισιοδοξίας: “Πολιορκία. Μόνο πολιορκία. Οι πληροφορίες μου θέλουν το Λένινγκραντ να έχει εφόδια μόνο για κάποιες ημέρες. 'Αλευρα και σιτηρά για 35 ημέρες, ζυμαρικά για 30 ημέρες, κρέας για 33 ημέρες, λίπη για 45 ημέρες, και ζάχαρη για 60 . . .”
Ο Χίτλερ έμεινε να κοιτά το χάρτη σκεπτικός. Έσπαγε το κεφάλι του να βρει κάτι, ένα ψεγάδι, για να αντικρούσει τον επιτελή του και να τον αποπέμψει. Δεν συμπαθούσε και ιδιαίτερα τους Πρώσους αξιωματικούς και την έπαρση τους. Κι όμως ο Λέεμπ είχε δίκιο. Ο ηγέτης του Γ Ράιχ πήρε τις 2 ασπιρίνες και όσο έπινε το νερό του, κοίταζε στα μάτια τον αξιωματικό του. Μετά σηκώθηκε, έφτιαξε ξανά τη χωρίστρα του και μίλησε: “ Ο Φον Λέεμπ σαν συνεπής καθολικός προτιμά να προσεύχεται παρά να πολεμά. Αλλά εδώ έχει δίκιο. Το Λένινγκραντ θα πέσει με πολιορκία. Θα κόψουμε κάθε δρόμο, κάθε δίοδο της πόλης με τον έξω κόσμο. Οποιαδήποτε πρόταση παράδοσης από το Λένινγκραντ πρέπει να απορριφθεί. Σε αυτό τον αγώνα δεν με ενδιαφέρει να κρατήσω έστω ένα μικρό ποσοστό της πόλης ζωντανό. Ισοπεδώστε το... Θέλω να σβηστεί από προσώπου γης ” (directive No 1601)

Η πόρτα του υπόγειου γραφείου άνοιξε ξαφνικά και μέσα στο γεμάτο καπνό δωμάτιο μπήκε γρήγορα ένας άνδρας. Τίναξε το χιόνι από το βαρύ χακί στρατιωτικό του παλτό, έβγαλε το καπέλο του και δάγκωσε τα γάντια του. Τα έβγαλε και ακούμπησε τα χέρια του στο μαγκάλι που έκαιγε σε μια άκρη. Μέσα στο δωμάτιο υπήρχαν δύο υψηλόβαθμοι αξιωματικοί του Κόκκινου στρατού.
Ο άνδρας που κοίταζε ένα χάρτη της πόλης κάτω το δυνατό φως μιας λάμπας, σήκωσε το δίχως μαλλιά καραφλό κεφάλι του: “ Ααα σύντροφε Κλιμέντ Βοροσίλοφ, σε περιμέναμε. Βάλε λίγο τσάι και έλα να μας εξηγήσεις την κατάσταση”
Ο Κλιμέντ Βοροσίλοφ έγνεψε καταφατικά και κατευθύνθηκε προς το σαμοβάρι που βρισκόταν κάτω από το πορτραίτο του Στάλιν σε μια άκρη του δωματίου.
Τα πράγματα Σύντροφοι δεν πάνε καθόλου μα καθόλου καλά” είπε ο καραφλός μεγαλόσωμος άνδρας “ η πολιορκία είναι πλήρης. Η θέση μας είναι εξαιρετικά δυσχερής” Τίναξε τη στάχτη από το βαρύ ρώσικο τσιγάρο του, και συνέχισε: “Νότια της πόλης, η Βέρμαχτ μαζί με τη Γαλάζια μεραρχία των Ισπανών, έχουν δημιουργήσει ένα ημικύκλιο που μας έχει αποκόψει. Από τον Φινλανδικό κόλπο μέχρι τις νότιες ακτές της της λίμνης Λατόγκα, δεν έχουμε καμία επικοινωνία με τις άλλες πόλεις. Βόρεια, τα τσιράκια των Γερμανών οι Φινλανδοί, ελέγχουν την άνω Λατόγκα και την Καρελία. Ενισχύσεις δεν μπορούν να έρθουν από πουθενά. Όλοι οι άξονες είναι κλειστοί. Τα τρόφιμα τελείωσαν, πετρέλαιο δεν έχουμε. Είμαστε καταδικασμένοι να πολεμήσουμε μέχρι ενός. Το θέμα είναι να κάνουμε τους ναζί να πληρώσουν ακριβά κάθε μέτρο πόλης που θα παίρνουν”
Ό άνδρας που πριν λίγη ώρα είχε μπει στο αρχηγείο, άφησε το φλιτζάνι με το αχνιστό τσάι, σε ένα γραφείο και πλησίασε τον χάρτη.Σύντροφε Ζούκοφ μου επιτρέπετε;”
Ο καραφλός στρατηγός στάθηκε διακριτικά στην άκρη του επίπλου δίπλα στον μεγάλο απλωμένο χάρτη. Πλάι του ήταν ένας άλλος ανώτατος αξιωματικός του Κόκκινου στρατού, ο στρατηγός Λεονίντ Γκοβόροφ.
Σύντροφε στρατηγέ Ζούκοφ, Σύντροφε στρατηγέ Γκοβόροφ, μόλις επέστρεψα από τα οχυρωματικά έργα. Όπως πολύ καλά γνωρίζετε από τον Ιούνιο, έχουμε δημιουργήσει στην ευρύτερη περιφέρεια του Λένινγκραντ ένα ισχυρό δίκτυο άμυνας. 800 χιλιόμετρα συρματόπλεγμα, και 5.000 οχυρώματα δεν είναι κάτι που οι ναζί μπορούν να αγνοήσουν.”
Ο Βοροσίλοφ έσκυψε στο χάρτη και άρχισε να δείχνει: “ Εδώ, εδώ και εδώ οι γερμανικές επιθέσεις αποκρούονται. Εδώ στα δυτικά, τα έλη, μας βοηθούν. Τα πάντσερ κολλάνε και τα διαλύουμε. Από τα βόρεια οι δυνάμεις μας κρατάνε καλά. Νομίζω ότι τα προβλήματα μας είναι δυο. Οι άμαχοι και η έλλειψη εφοδίων. Αυτά πρέπει να επιλύσουμε αλλά πως....”
Η σειρήνα από ένα βομβαρδιστικό κάθετης εφόρμησης Junkers ju 87 “stuka”, έκοψε τα λόγια του Βοροσίλοφ στη μέση. Ο χαρακτηριστικός του ήχος, πάγωνε ακόμη και τους ψυχραιμότερους πολεμιστές. Ελάχιστα δευτερόλεπτα μετά, το δωμάτιο σείστηκε δυνατά. Σοβάδες και σκόνη έπεσαν πάνω στο γραφείο με τον απλωμένο χάρτη και τα φώτα έσβησαν για λίγο. Μετά η λάμπα τρεμόπαιξε και άναψε πάλι.

Καταραμένη Λουφτβάφε” Ψιθύρισε ο Ζούκοφ. Τίναξε τη σκόνη από τα διακριτικά του στο γιακά στη βάση του λαιμού του, άναψε ένα άλλο τσιγάρο και πήρε πάλι το λόγο: “ Σας μεταφέρω τα λόγια του συντρόφου Ιωσήφ Στάλιν: “Το Λένινγκραντ δεν πρέπει να πέσει. Εάν το πάρουν οι ναζί τότε θα δημιουργήσουν μια τανάλια από βορά και από το κέντρο, που θα ισοπεδώσει τη Μόσχα. Η πατρίδα μας θα χαθεί και μαζί της τα οράματα του σοσιαλισμού. Το Λένινγκραντ πρέπει να κρατηθεί πάση θυσία. Ανεξαρτήτου κόστους. Οι 200.000 στρατιώτες του στρατού μας που το υπερασπίζονται μαζί με τα 4μιση εκατομμύρια των κατοίκων του, θα θυσιαστούν όλοι, εάν χρειαστεί, αλλά οι Γερμανοί δεν θα πατήσουν το πόδι τους. Σύντροφε Βοροσίλοφ όπως ξέρεις αναλαμβάνω την υπεράσπιση της πόλης με εντολή της Stavka, της Ανώτατης στρατιωτικής Διοίκησης Μόσχας, του Πολιτικού Γραφείου και του συντρόφου Στάλιν προσωπικά. Καλώ εσένα και τον σύντροφο Γκοβόροφ να με βοηθήσετε στο σκοπό αυτό. Για μένα Κλιμέντ, δεν υπάρχει η προηγούμενη αποτυχία σου στη Φινλανδία...”
Ο στρατηγός Λεονίντ Γκοβόροφ που μέχρι εκείνη τη στιγμή παρακολουθούσε σιωπηλός πήρε το λόγο: “ Σύντροφοι κοιτάξτε εδώ στο χάρτη.” Το δάχτυλο του πέρασε πάνω από τη λίμνη Λατόγκα. “Ίσως αυτή να είναι η λύση στο πρόβλημα μας. Ίσως αυτός να είναι ο δρόμος της ζωής...”

¨Πες τους ότι δεν υπάρχει καμία τέτοια περίπτωση. Δεν το κάνω και ας με στείλουν στη Σιβηρία”. Ο Σάσα – Αντρέι Πιτσιπένκο από τα Ουράλια, λοχίας – οδηγός του Κόκκινου στρατού, ήταν κατηγορηματικός: “ Δεν πάω, αυτό να τους πεις”.
Ο Λοχαγός Βασίλι Φετίσοφ, φίλος αδελφικός του Σάσα, που γνωρίστηκαν όταν ακόμη σπούδαζαν μαζί στη σχολή αξιωματικών έτρεχε ξωπίσω του πάνω στο λασπωμένο χωματόδρομο. Το χιόνι μαστίγωνε και τους δύο και ο αέρας δεν τους άφηνε να ακουστούν. Οι μπότες τους ήταν μέσα στη λάσπη και οι χακί στολές τους είχαν γίνει λευκές. Ο Σάσα θα έπρεπε να είναι και εκείνος λοχαγός αλλά ο ατίθασος χαρακτήρας του, δεν άρεσε στον Επίτροπο - καθοδηγητή στη σχολή αξιωματικών. Τον υποβάθμισε.
Στάσου βρε Σάσα μισό λεπτό. Με κάνεις και σε κυνηγάω. Στάσου άνθρωπε μου.” Ο Βασίλι τον έφτασε και του έκλεισε το δρόμο: “ Μια φορά μόνο θα πάμε και μετά τέλος. Εξάλλου είναι διαταγή” Ο Σάσα τον κοίταξε ειρωνικά και απάντησε: “ Να μην σου πω που γράφω τη διαταγή τους. Ας πάνε αυτοί να οδηγήσουν πάνω σε μια τεράστια παγωμένη λίμνη ένα φορτωμένο φορτηγό”
Ο Σάσα – Αντρέι ευχαριστημένος που μίλησε έτσι, προσπέρασε τον αποσβολωμένο Βασίλι και κατευθύνθηκε προς τους κοιτώνες. Ήθελε όσο τίποτε άλλο να ξαπλώσει. Ο Σοβιετικός στρατός είχε ανακαταλάβει το Τιχβίν πριν από λίγες ώρες και ο ίδιος είχε πολεμήσει σαν σκυλί. Τώρα ήθελε να ξεκουραστεί.
Ο Βασίλι Φετίσοφ που είχε μάθει τα κουσούρια του χαρακτήρα του αγαπημένου του φίλου φώναξε: “Λοχία Πιτσιπένκο κάθε ημέρα που περνάει πεθαίνουν 20.000 άνθρωποι στην καταραμένη πόλη. Πεθαίνουν παιδιά σαν τον μικρό σου Γιούρι... Σε 2 ώρες να είσαι έτοιμος...”
Ο αέρας λες και συμμάχησε, μετέφερε δυνατά και καθαρά τα λόγια του Βασίλι στα αυτιά του Σάσα...


Ο γερμανικός κλοιός στο Τιχβίν που οδηγούσε απευθείας στα νοτιοδυτικά της Λατόγκα, είχε σπάσει. Οι Σοβιετικοί με μια σφοδρή αντεπίθεση πήραν πάλι την πόλη και τώρα ετοιμαζόντουσαν για ένα εγχείρημα που έμελλε να μείνει στην ιστορία. Θα μετέφεραν εφόδια, τρόφιμα, και φάρμακα στους πολιορκημένους του Λένινγκραντ, με φορτηγά πάνω στην παγωμένη λίμνη. Μόλις ξεφόρτωναν θα εκκένωναν και θα απομάκρυναν από την πόλη τους αρρώστους, τους γέροντες και τα παιδιά.... Ο Δρόμος της ζωής....
Ο Σάσα οδηγούσε το φορτηγό του επάνω στον πάγο. Ένα σοβιετικής παραγωγής GAZ AA του ενάμιση τόνου, τα περίφημα “polutorka”, κατασκευασμένο στα εργοστάσια των “εργατών και αγροτών του κόκκινου στρατού” RKKA.
Δεν μιλούσε. Ήταν νύχτα και λόγω του χειμώνα θα αργούσε πολύ να ξημερώσει. Ο ουρανός δεν είχε σύννεφα 200 χιλιόμετρα μακριά από το Τιχβίν όπου λίγες ώρες πριν το σάρωνε σφοδρή χιονοθύελλα. Ο τόπος φωτιζόταν με ένα ψυχρό γαλαζωπό φως που αντανακλούσε στον πάγο.
Ο Σάσα έβλεπε καθαρά τα αστέρια. Ήταν μια γλυκιά νύχτα χωρίς χιόνι και κρύο. Η θερμοκρασία επάνω στη λίμνη όπου βρισκόταν με το polutorka του θα πρέπει να άγγιζε τους -10. Έδιωξε από το μυαλό του οποιαδήποτε κακιά σκέψη για τον πάγο και πάτησε το μαλακά το γκάζι. Το φορτηγό έχασε για λίγο την πρόσφυση του και ο Σάσα χαμογέλασε. Πάντα διασκέδαζε με τέτοιου είδους παιχνίδια. Πάτησε και άλλο το γκάζι και έκανε το τιμόνι ανάποδα για να επανέλθει.
Μπροστά του και πίσω του άλλοτε σε μια σειρά, άλλοτε σαν βεντάλια, εκατοντάδες φορτηγά GAZ αλλά και έλκηθρα λίγο πιο πίσω, μετέφεραν από το “δρόμο της ζωής” της λίμνης Λατόνγκα, εφόδια και φάρμακα στους πολιορκημένους...

Το Λένινγκραντ δεν έπεσε ποτέ. Οι Γερμανοί το πολιόρκησαν επί 872 ημέρες. Δεν κατάφεραν ούτε στις παρυφές της πόλης να μπουν. Το Λένινγκραντ θρήνησε εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς. Οι περισσότεροι άμαχοι, οι περισσότεροι από το κρύο και την πείνα. Τα τρόφιμα, το πετρέλαιο τα φάρμακα εξαντλήθηκαν από τον δεύτερο μήνα. Ο πρώτος χειμώνας του 41 ήταν ο πιο δύσκολος. Το Λένινγκραντ θα έπεφτε εάν οι Σοβιετικοί δεν καταλάμβαναν την πόλη Τιχβίν και δεν δημιουργούσαν τον “δρόμο της ζωής”. Όσο διήρκεσε η πολιορκία, τόσο ο δρόμος της ζωής ήταν ανοιχτός. Τον πρώτο χειμώνα τα φορτηγά polutorka και τα έλκηθρα, νύχτα μέρα περνούσαν την παγωμένη λίμνη Λατόγκα και μετέφεραν εφόδια. Μετά επέστρεφαν γεμάτα με τραυματίες ή αρρώστους ή μικρά παιδιά και ηλικιωμένους.

Η Γερμανική αεροπορία όσο και εάν χτυπούσε της εφοδιοπομπές δεν κατάφερε ποτέ να τις σταματήσει. Μόνο ένα στα τρία φορτηγά κατάφερνε να φτάσει μέσα στην πόλη σε αυτό το δρομολόγιο του θανάτου. Το καλοκαίρι του 1942 όταν οι πάγοι έλιωσαν, τα εφόδια συνέχιζαν να στέλνονται με φορτηγίδες. Οι Γερμανοί βύθισαν εκατοντάδες από αυτές. Οι Σοβιετικοί όμως κράτησαν το δρόμο ανοιχτό. Τον επόμενο χειμώνα όταν ξαναπάγωσε η λίμνη οι Σοβιετικοί κράτησαν ανοιχτό τον δίαυλο κατασκευάζοντας μια σιδηροδρομική γραμμή πάνω στη λίμνη. Επίσης πριν παγώσει η Λατόνγκα, οι Σοβιετικοί είχαν καταφέρει να ποντίσουν αγωγό πετρελαίου σε βάθος 12μιση μέτρων. Έτσι κατάφεραν να ανακουφίσουν λίγο τους πολιορκημένους. Η ίδια κατάσταση συνεχίστηκε και το 1943.

Οι κάτοικοι της πόλης προσπάθησαν να προστατεύσουν τους θησαυρούς και τα κτίρια της. Στη φάση των βομβαρδισμών είχαν καλύψει τα περισσότερα κτίρια με ένα ειδικό δίχτυ το οποίο όταν οι βόμβες από τα αεροπλάνα έπεφταν επάνω , λειτουργούσε σαν ... ¨αερόσακος” και οι περισσότερες δεν έσκαγαν. Στα περισσότερα κτίρια επίσης είχαν τοποθετήσει τεράστια φουσκωτά μπαλόνια που και αυτά έκαναν το ίδιο.
Με χαρτόνι, ξύλα και μπογιές είχαν δημιουργήσει τρούλους από εκκλησιές, μικρά κτίρια ακόμη και πλατείες. Δεκάδες τέτοιες κατασκευές μπέρδευαν τους Γερμανούς πιλότους των βομβαρδιστικών που από ψηλά δεν μπορούσαν να προσανατολιστούν και έριχναν τις βόμβες αλλού. Μια ημέρα που τα Γερμανικά βομβαρδιστικά σηκώθηκαν για να ισοπεδώσουν την πόλη οι πιλότοι τους βρέθηκαν μπροστά σε μια έκλπηξη.

Είχαν σαν σημείο αναφοράς και κέντρο προσανατολισμού τους τα ανάκτορα του Ερμιτάζ. Μόνο που από εκείνη την ημέρα από ψηλά έβλεπαν 2 Ερμιτάζ. Το ένα στην βόρεια πλευρά και το άλλο στη Δυτική. Δεν ήξεραν τι να χτυπήσουν, που να χτυπήσουν. Το πραγματικό Ερμιτάζ είχε καλυφθεί με ένα τεράστιο δίχτυ, το οποίο οι κάτοικοι ,είχαν “στολίσει” με χιλιάδες λουλούδια και μικρά δεντράκια. Από ψηλά έμοιαζε με ένα υπέροχο καταπράσινο αλσύλλιο, από τα εκατοντάδες που υπήρχαν στην πόλη. Ο τεράστιος χρυσός θόλος της εκκλησίας του Αγίου Ισαάκ (άλλο σημείο αναφοράς για τους Γερμανούς πιλότους), σε ένα βράδυ καλύφθηκε με τόνους από χώμα. Από ψηλά οι σαστισμένοι και απορημένοι πιλότοι έβλεπαν απλά έναν λόφο...

Ένα πρωινό του άγριου χειμώνα του 1942 ένα σοβιετικό καταδιωκτικό αεροπλάνο έσπασε τον από αέρα αποκλεισμό των Γερμανών. Πέταξε πάνω από την πόλη και έριξε σε προκαθορισμένο σημείο έναν ελαφρύ σφραγισμένο ταχυδρομικό σάκο. Την ίδια στιγμή ανακλήθηκαν ενώ πολεμούσαν στα χαρακώματα στις παρυφές της πόλης, όλοι όσοι ήταν επαγγελματίες μουσικοί . Μέσα στον σάκο υπήρχαν οι παρτιτούρες από το συμφωνικό έργο του Ντμίτρι Σοστάκοβιτς που έγραψε (και ολοκλήρωσε στις 27 Δεκεμβρίου του 1941), για τον ηρωισμό των πολιορκημένων (Symphony No7. Opus 60 Leningrad).
Στις 9 Αυγούστου τα κανόνια των πολιορκημένων σφυροκόπησαν τις θέσεις του Γερμανικού πυροβολικού, στέλνοντας περισσότερες από 3000 οβίδες. Τα Γερμανικά κανόνια σίγησαν...
Οι Γερμανοί αιφνιδιάστηκαν και καθώς προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν τον μαζικό αυτό βομβαρδισμό, άκουσαν από κάθε σημείο της πολιορκημένης πόλης τους ήχους κλασσικής μουσικής να δονεί τον αέρα.
Οι Σοβιετικοί είχαν τοποθετήσει μεγάφωνα σε κάθε δρόμο του Λένινγκραντ και όσοι κάτοικοι μπορούσαν είχαν συγκεντρωθεί και παρακολουθούσαν την απίστευτη αυτή συναυλία. Οι μουσικοί από τα χαρακώματα σχημάτισαν συμφωνική ορχήστρα και έπαιζαν το έργο του Σοστάκοβιτς.

Με εντολή των αρχών η ζωή στην πόλη έπρεπε να συνεχιστεί κανονικά. Τα σχολεία, τα πανεπιστήμια και όλες οι υπηρεσίες δεν σταμάτησαν λεπτό να λειτουργούν. Το ίδιο και τα θέατρα και οι κινηματογράφοι
Πολλοί άνθρωποι πέθαναν από το κρύο επειδή αρνήθηκαν να κάψουν τις βιβλιοθήκες και τα βιβλία τους για να ζεσταθούν. Άλλοι πάλι πέθαναν από την ασιτία. Όπως ο καθηγητής βοτανολογίας του πανεπιστημίου του Λένινγκραντ, ο οποίος αρνήθηκε να φάει την τεράστια συλλογή του πανεπιστημίου που περιελάμβανε πλήθος βρώσιμων φυτών, καρπών και σπόρων (περισσότερα από 200.000 τεμάχια διαφόρων ειδών). Επίσης όπως και στο Στάλινγκραντ, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας παρατηρήθηκαν φαινόμενα κανιβαλισμού.
Πριν την πολιορκία το Λένινγκραντ αριθμούσε τεσσεράμισι εκατομμύρια ψυχές. Στο τέλος της πολιορκίας είχαν μείνει μέσα στην Πόλη 700.000 άνθρωποι. Για τον ηρωισμό των κατοίκων της, ήταν η μοναδική πόλη της Σοβιετικής Ένωσης που έλαβε από τους Δυτικούς τον τιμητικό τίτλο της “Ηρωικής Πόλης”. Το Λένινγκραντ έγινε σύμβολο θάρρους, αυταπάρνησης, μαχητικότητας και δύναμης για ολόκληρο τον κόσμο.

Ο Σάσα – Αντρέι Πιτσιπένκο σταμάτησε το “polutorka” του ακριβώς έξω από την πλατεία Πρεοπραζνεσκάγια. Όλο το τοπίο ήταν ντυμένο στα λευκά. Χιόνι παντού. Από την καρότσα πήδησαν κάτω 10 φαντάροι του Σοβιετικού στρατού και χάθηκαν αριστερά στην οδό Κορντολένκο προς το μουσείο Κβαρντίρα Νεκράσοβα. Η σφοδρή επίθεση του κόκκινου στρατού είχε αποδεκατίσει τη Γαλάζια μεραρχία των Ισπανών και τώρα κυνηγούσε τα απομεινάρια της Βέρμαχτ που έτρεχαν μαζί με τους Φινλανδούς να σωθούν. Η πολιορκία είχε τελειώσει.
Ο Σάσα βγήκε έξω από το φορτηγό του κρατώντας το Καλάσνικοφ των αξιωματικών του Σοβιετικού στρατού, στα χέρια του.
Άναψε ένα τσιγάρο και το ρούφηξε αργά. Σκέφτηκε τον φίλο του. Κοίταξε ψηλά το χιόνι που έπεφτε. Ο Βασίλι είχε διαμελιστεί πριν από τρεις μήνες. Μια βόμβα χτύπησε το φορτηγό του, πάνω στη λίμνη Λατόγκα. Του έλειπε ο φίλος του...
Σκέφτηκε τον γιο του. Χαμογέλασε. Ο Γιούρι θα είναι τώρα 7 χρονών. Ο πόλεμος σε λίγο θα τελείωνε. Οι Γερμανοί υποχωρούσαν τρέχοντας σε όλα τα μέτωπα. Θα γύριζε πίσω στα Ουράλια. Στην οικογένεια του...
Με την άκρη του ματιού του, ο Σάσα έπιασε μια κίνηση μέσα στην ολόλευκη καλυμμένη από χιόνι πλατεία.
Ξανακοίταξε καλύτερα. Κάτι υπήρχε θαμμένο κάτω από το χιόνι και κουνιόταν ελάχιστα. Στην αρχή νόμιζε ότι ήταν κανένα γατί που προσπαθούσε να κρυφτεί. Μετά σκέφτηκε λογικά. Κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο. Κανένα ζώο δεν κυκλοφορούσε στο Λένινγκραντ. Είχαν φαγωθεί και εξαφανιστεί όλα...
Πλησίασε αργά το παγκάκι της πλατείας, δίπλα από κάτι κούνιες που άφηναν ένα στριγκό, μονότονο ήχο, καθώς ο αέρας, σαν αόρατο χέρι, τις κουνούσε ρυθμικά. Το χιόνι είχε σχηματίσει ένα μικρό βουναλάκι. Όμως κάτι ζωντανό ήταν από κάτω. Γονάτισε και το καθάρισε.. Στην αρχή τρόμαξε με αυτό που είδε. Μετά συνειδητοποίησε ότι είναι ένα πρόσωπο , ένα όμορφο πρόσωπο από ένα μικρό κοριτσάκι. Αποστεωμένο, με ρουφηγμένα μάγουλα, χλωμό. Με μεγάλα μάτια. Το σήκωσε και το πήρε στην αγκαλιά του. Το παιδί πέθαινε από το κρύο και την πείνα: “Μην πεθάνεις τώρα. Όλα τελείωσαν, οι Γερμανοί έφυγαν. Θα γίνεις καλά”

Το μικρό κοριτσάκι του έπιασε το μπράτσο, άνοιξε τα ματάκια του και τον κοίταξε. Δεν ήταν πάνω από 10 - 12 χρονών. Φορούσε ένα σκούφο και ένα βαρύ παλτό.
Ο Σάσα το σήκωσε και έτρεξε στο φορτηγό του. Στα ελάχιστα μέτρα μέχρι το polutorka, ένιωσε ένα κοφτό ξαφνικό τράνταγμα. Το μικρό κορμάκι κουνήθηκε άλλη μια φορά και μετά έμεινε άκαμπτο στην αγκαλιά του... Πέθανε....
Στο νοσοκομείο οι γιατροί του είπαν ότι η ασιτία ,η εξάντληση και το κρύο το σκότωσαν. Του έδωσαν το σκούφο και το βρεγμένο παλτό του που τώρα είχε γίνει βαρύτερο από το χιόνι που έλιωσε πάνω του.
Μέσα στο παλτό οι γιατροί βρήκαν και ένα ημερολόγιο 9 σελίδων γραμμένο από τα χεράκια του μικρού κοριτσιού. Του το έδωσαν και αυτό.
Ο Σάσα πήγε να διαμαρτυρηθεί. Δεν γνώριζε το παιδάκι δεν ήταν συγγενής του, τι να τα έκανε τα ρούχα του. Τελικά τα πήρε και πήγε στο polutorka του. Σε λίγο θα έπρεπε να μεταφέρει τους φαντάρους δυτικότερα...

Στο φορτηγό ξεδίπλωσε τις 9 προχειρογραμμένες σελίδες και διάβασε:
σελίδα 1: Η Ξένια πέθανε στις 28 Δεκεμβρίου του 1941.
σελίδα 2: Η γιαγιά πέθανε στις 25 Ιανουαρίου του 1942
σελίδα 3: Ο Λέκα πέθανε 17 Μαρτίου 1942
σελίδα 4: Ο θείος Βάσια πέθανε στις 13 Απριλίου του 1942 στις 2 μετά τα μεσάνυχτα
σελίδα 5: Ο θείος Λέσα πέθανε στις 10 του Μάη
σελίδα 6: Η μητέρα πέθανε στις 13 Μάη στις 7.30 το πρωί-1942
σελίδα 7: Οι Σάβιτσεφ πέθαναν
σελίδα 8: Όλοι πέθαναν
σελίδα 9: Μόνο εγώ έχω απομείνει. Με λένε Τάνια Σαβίτσεβα

05 August 2012

Η κατεδάφιση του αυτόχτιστου


Καθόμουν σήμερα στην παραλία, στα Μαγεμένα, λίγο μετά την ανατολή κι αγνάντευα όλη την πανέμορφη δυτική ακτογραμμή του νησιού μας. Από τον Μάναγρο και την Σιδηρούντα, μέχρι τον κάβο των Μεστών. Κι από πάνω απλωνόταν ήρεμη και γοητευτική ολόκληρη η ορεινή ραχοκοκαλιά αυτού του εξαιρετικού τόπου. Από το Πελινναίο το δίκορφο και το Όρος, μέχρι τις χαμηλότερες κορφές των αλλεπάλληλων λόφων της νότιας μεριάς. Συμπλήρωναν την μαγική εικόνα.

(το κείμενο με τίτλο "πρωινό στα Μαγεμένα, αφιερωμένο στην Ελλάδα που ξεπουλάει" είναι του Γιάννη Μακριδάκη,  http://yiannismakridakis.gr/?p=1269)
φωτογραφία από τα Μαγεμένα, ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΙΣΕΤΖΗΣ

Αγνάντευα την πατρίδα μας σήμερα το χάραμα και το μάτι μου δεν μπορούσε να την χορτάσει. Πώς να την αντέξει ο σύγχρονος άνθρωπος τόσην ομορφιά, σκεφτόμουν. Ιδίως όταν από τα μικράτα του η κοινωνία και τα σχολειά τού έχουν παραφουσκώσει τον εγκέφαλο με φούμαρα και ευτελή ιδανικά.
Θυμήθηκα το συγκινητικό γράμμα που απέστειλε η Γερμανίδα δημοσιογράφος –μου διαφεύγει το όνομά της- το οποίο ανέγνωσε ο Γιώργος ο Χαλάτσης μεγαλοφώνως στο καφενείο της Σιδηρούντας πριν δυο Κυριακές, κατά τη διάρκεια της λαϊκής συνέλευσης για το θέμα των Βιομηχανικών ΑΠΕ. Έγραφε λοιπόν η κυρία, που έρχεται μονίμως διακοπές επί είκοσι χρόνια στην Βολισσό, ότι δεν έχει δει πιον όμορφο τόπο στα μάτια της από το νησί μας, από την δυτική του μεριά για την ακρίβεια και από τα βουνά και τις ακρογιαλιές του, κι έκλεινε την επιστολή της με μια απίστευτη έκκληση: «Προστατέψτε τον τόπο σας, παρακαλώ».
Κι ενώ οι ξένοι άνθρωποι μας παρακαλούν να κρατήσουμε την ψυχή μας αμόλυντη, κάποιοι από μας, αμετανόητοι, συνεχίζουν να μην βλέπουν καν την ομορφιά. Ίσως δεν είναι ικανοί, γι αυτό βλέπουν μόνο ξερά βουνά και βράχια, κι αυτό είναι δυστυχία μέγιστη. Συνεχίζουν να κλείνουν τα μάτια και την ψυχή τους μπρος στο μεγαλείο αυτού του τόπου. Συνεχίζουν να πρεσβεύουν σχέδια αλαζονικά για έργα μη αναστρέψιμης καταστροφής, λες και μετά από αυτούς το νησί θα σβήσει. Λες και δεν υπάρξουν επόμενοι κάτοικοι πάνω του, λες και η ομορφιά του τόπου δημιουργήθηκε χτες, για να την εκποιήσουν οι ίδιοι, να την εκπορνεύσουν με σκοπό το χρήμα και μια κάποια «ανάπτυξη». Κι ύστερα τέλος.
Και το παράλογο είναι πως αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι τεκνοποιούν. Φέρνουν στον κόσμο και στον τόπο μας παιδιά, που θα μεγαλώσουν αλλά θα έχουν στερηθεί το δικαίωμα να αγναντέψουν τούτη δω την ομορφιά αυτού του υπέροχου τόπου. Θα τους το έχουν στερήσει οι ίδιοι οι γονείς τους αυτό το δικαίωμα στο κάλλος και στη φύση την ανέγγιχτη.
Διότι, φίλες και φίλοι συμπατριώτες, υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν έχουμε το δικαίωμα να τα αγγίξουμε. Δεν νομιμοποιούμαστε για κανέναν απολύτως λόγο να απλώσουμε βέβηλο χέρι πάνω τους. Διότι είμαστε πολύ μικροί, πολύ προσωρινοί, τιποτένιοι για την ακρίβεια, εμπρός στο μεγαλείο και την αιώνια παρουσία τους.
Τα βουνά μας φίλες και φίλοι, όπως και τις ακρογιαλιές μας δεν έχουμε δικαίωμα να τα ξεπουλήσουμε και να τα καταστρέψουμε για οποιουδήποτε ύψους χρηματικό όφελος, πόσω μάλλον για ψιχία που προτείνει ο αποικιοκράτης Ισπανός της πολυεθνικής.
Εκεί λοιπόν στα Μαγεμένα, πρωί Ιουλίου του ’12, με το πρώτο φως της μέρας, μη μπορώντας να χορτάσει η ψυχή μου Χίο, ένιωσα άξαφνα παράξενα. Ένιωσα τόσο τυχερός που ζω σ’ αυτή την ιστορική περίοδο και μπόρεσα να μεταλάβω έστω και τόση από την ομορφιά του νησιού, και τόσο άτυχος συνάμα, που μου έλαχε να ανήκω σε μια γενιά που, κατά πως δείχνουν τα πράγματα, δεν μπόρεσε ακόμη να φανεί αντάξια αυτού του απαράμιλλου κάλους που της έλαχε να την περιβάλλει.
Στο νου μου έγινε αμέσως ένα μοντάζ και μπήκαν στις βουνοκορφές οι απαίσιοι γιγαντιαίοι πυλώνες με τις φτερωτές, τα καλώδια και τις λάμπες τους, πληγώθηκαν αμέσως τα βουνά με εκσκαφές και τσιμέντα, είδα τον υπέροχο τόπο μας βιασμένο από ξένους «επενδυτές» αποικιοκράτες, τους οποίους αφήσαμε να προβούν στο ανόσιο έργο τους, άλλοι με την αδιαφορία μας κι άλλοι με την στρεβλή μας άποψη περί ανάπτυξης και ιδανικών της ζωής.
Σε λίγο άρχισε μια μπουλντόζα να δουλεύει εκεί, στο λιμανάκι των Λημνιών, για τα έργα της μικρής μαρίνας που έχουν ξεκινήσει, και το μουγκρητό της με τρόμαξε. Συνήλθα κάπως από τις σκέψεις μου, μα αντί να προσγειωθεί ο νους μου στην πραγματικότητα, έκανε αμέσως τον παραλληλισμό με τις άλλες μπουλντόζες, τις πολλές και τις τεράστιες, του «επενδυτή», που θα κάνουν απόβαση μαζί με γερανούς, με νταλίκες ατελείωτες και θα αρχίσουν να πληγώνουν το κορμί αυτού του μοναδικού τόπου για να φέρουν, λέει, ανάπτυξη.
Σηκώθηκα κι έφυγα λυπημένος από την παραλία σήμερα. Έριξα όμως μια ακόμα ματιά σε όλη την ακτογραμμή, πήρα μια βαθιά ανάσα και χάιδεψα με το βλέμμα μου όλους τους σιωπηλούς ορεινούς όγκους. Σαν μελλοθάνατα μου φάνηκαν τ’ αγέρωχα βουνά μας, που εκλιπαρούσαν έλεος από μένα τον τιποτένιο, τον περιστασιακό άνθρωπο της μιας αναπνοής, τον Χιώτη που γεννήθηκε, έζησε και θα πεθάνει από κάτω τους, όπως χιλιάδες πριν από αυτόν και χιλιάδες κατόπιν. Από μένα τον μικρό άνθρωπο, που δεν θα μπορέσω μέχρι να κλείσω τα μάτια μου να χορτάσω την ομορφιά του, ζήτησε βοήθεια και ενδιαφέρον ο τόπος μας σήμερα το πρωί.
Κι είπα να σας το αναφέρω μήπως και με συνδράμετε. Διότι τους έδωσα υπόσχεση πως θα κάνω ό,τι μπορεί η ταπεινή μου ύπαρξη για να μην καταστραφούν όσο ζω. Βοήθεια γύρεψαν αυτά, τη συνδρομή σας ζητάω κι εγώ. Ας προστατέψουμε τον τόπο μας, παρακαλώ.