25 December 2011

Το δάκρυ του Πολύφημου

                 

   Το καράβι της φωτογραφίας είναι το ΚΑΜΕΛΙΑ που ταξίδευε στον Αργοσαρωνικό την δεκαετία του '60, και δεν είναι, πιθανότατα, αυτό που κοίταζε ο Ζαμπέτας κάποιο χάραμα να φτάνει στον Πειραιά (εκείνο ίσως ήταν κάποιο από τα κρητικά). 
   Την ιστορία μου την έστειλε ο φίλος Κ.Μ. και την μεταφέρω εδώ, και αφού δεν έχει καμία σημασία το όνομα ή η προέλευση του καραβιού παρά μόνο το κομμάτι του χρόνου που μετασχηματίστηκε σε ανάμνηση όταν ο κατάπλους του διασταυρώθηκε με τον νταλγκά του Ζαμπέτα, βάζω εγώ τώρα, στο ρόλο του καταπλέοντος βαποριού το οικείο ΚΑΜΕΛΙΑ, για να μπορέσω να σας φανερώσω την περίσταση κατά την οποία ένα ανύποπτο πλοίο που συγκέντρωσε όλα τα βλέματα σε μια σπηλιά, ήταν ήδη αρκετό για να φτιαχτεί μια εικόνα για το δάκρυ του Πολύφημου. 
   Να, το (λοιπόν) που μπαίνει ήσυχα ήσυχα στο λιμάνι εκείνο το πρωινό, περνώντας αργά κάτω από το ανεξιχνίαστο βλέμμα του Ζαμπέτα και με τον ήχο ενός ταξιμιού (του) τέτοιου που σταμάτησε το χρόνο και έκανε τον Μανώλη Χιώτη να κλάψει, μέσα σε μια σπηλιά κρεμασμένη πάνω από τη θάλασσα που είχε ακόμα όλα τα αρχαία ψηφιδωτά της.




[η ιστορία είναι του Τάκη Τζίφα, απόσπασμα από το περιοδικό Λαϊκό Τραγούδι, τ. 27]
"Κάποια νύχτα με τον Δημήτρη Χριστοδούλου είχαμε ξεμείνει στην "Σπηλιά του Παρασκευά", ένα ωραιότατο μαγαζί, χτισμένο σ' ένα βράχο πάνω στη θάλασσα. Το πρόγραμμα είχε τελειώσει, ο Χιώτης έτρωγε δίπλα μας σ' ένα τραπέζι με κάποιους μουσικούς, ενώ οι σεριβιτόροι μάζευαν τις καρέκλες. Τότε μπουκάρει μέσα ο Ζαμπέτας, βαρυφορτωμένος κι ανεξιχνίαστος. Κοίταξε τον Χιώτη και τον Χριστοδούλου, ανέβηκε στο πάλκο, άνοιξε τη θήκη του Χιώτη και πήρε το μπουζούκι του, κάθισε, κοίταξε τη θάλασσα και άρχισε να παίζει, χωρίς ενισχυτές, σκέτο μπουζούκι, φυσικό. Ο κιθαρίστας του Χιώτη έκανε να σηκωθεί να πάει να βοηθήσει, αλλά ο Χιώτης τον σταμάτησε: "άστον μόνο του, έτσι γουστάρει". Έπαιξε ένα ταξίμι που κράτησε περίπου 40 λεπτά, όπως μου είπανε μετά, γιατί ο χρόνος είχε σταματήσει όσο έπαιζε. Οι μουσικοί, ο Χιώτης, εμείς, τα γκαρσόνια, όλοι κλαίγαμε.
Είχε χαράξει πια κι ένα μεγάλο καράβι έμπαινε στο λιμάνι λουσμένο στο φως του πρώτου ήλιου, έμπαινε αργά, σεβαστικά, στις μύτες των ποδιών, να μην ενοχλήσει τον νταλγκά του Γιώργου. Τότε λέω του Χριστοδούλου: "ποιητή και τώρα να πεθάνω δε με πειράζει καθόλου". Όλοι με κοίταξαν και μετά κοίταξαν τον Ζαμπέτα. Εκείνος κοιτούσε το καράβι και έπαιζε.




Καμιά φορά θυμάμαι αυτά πολύ έντονα και κλαίω. Λένε πως οι ανήμποροι γέροι κλαίνε συχνά σα μωρά παιδιά. Φαίνεται πως όλες οι ηλικίες μέσα μου στριμώχνονται στην εξώπορτα για να βγουν, εγώ βραχυκυκλώνω και κάθομαι αμίλητος για πολύ ώρα. Ούτε και ξέρω τι με περιμένει. Κολυμπώ σ' ένα αρχιπέλαγος μουσικών αναμνήσεων και ξαποσταίνω σε βραχονησίδες καθημερινής λογικής.
Όπως λέει κι ο Ελύτης, φαίνεται το ποσοστό της ομορφιάς που μου αναλογούσε, πάει το ξόδεψα όλο. Άραγε να με νοσταλγεί κανείς;"


η Σπηλιά του Παρασκευά



   Η Σπηλιά του Παρασκευά (ή το Σηράγγιο), είναι ένα υπόγειο σπήλαιο, στον Πειραιά. Πρόκειται για μία σπηλαιώδη κατασκευή, που ανακαλύφθηκε το 1897. Βρίσκεται στην ανατολική πλευρά της Καστέλλας σε μιά απότομη βραχώδη ακτή πάνω από τη θάλασσα, στη θέση που είναι σήμερα η πλάζ “Βοτσαλάκια”, η άλλοτε “παραλία του Παρασκευά”.
Το φυσικό κοίλωμα του Σηραγγίου προϋπήρχε αλλά τροποποιήθηκε και αξιοποιήθηκε από τους Μινύες (αρχαίοι κάτοικοι του Πειραιά). Η στοά του Σπηλαίου εισχωρεί 12 μέτρα μέσα στο βράχο, κάτω από τη λεωφόρο Φαλήρου (Βασ. Παύλου), όπου βρίσκονται και δύο άρχαίοι τάφοι. Το σπήλαιο είχε πολλά υπόγεια διαμερίσματα. Η μεγάλη αίθουσα έχει κυκλικό σχήμα και είναι διακοσμημένη με ψηφιδωτά, στις πλευρές της εισόδου υπήρχαν δύο ψηφιδωτά που αναπαριστούσαν το ένα την  Σκύλλα και το άλλο ένα νέο με τέθριππο άρμα.
   Υπάρχουν ίχνη που δείχνουν ότι ίσως είχε χρησιμοποιηθεί και ως Ασκληπιείο και ως Πορφυρείο καθώς τα πορφυρούχα κοχύλια αφθονούσαν στην Πειραϊκή ακτή κατά την αρχαιότητα. Πιθανότατα όμως ήταν ιερό, αφιερωμένο στον τοπικό ήρωα Σήραγγο. Μέσα στο σπήλαιο βρέθηκε και βωμός του Αποτρόπαιου Απόλλωνα. Κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους λειτούργησε ως δημόσιο λουτρό και τότε φτιάχτηκαν τα δύο ψηφιδωτά τα οποία όμως "εξαφανίστηκαν" δύο χιλιάδες χρόνια μετά, την περίοδο της δικτατορίας (1967-74). 
   Στη δεκαετία του '60 η Σπηλιά του Παρασκευά διαμορφώθηκε και λειτούργησε ως λαϊκό κέντρο διασκέδασης με την ονομασία ΣΠΗΛΙΑ όπου εμφανίζονταν ο Μανώλης Χιώτης και η Μαίρη Λίντα, και εκεί γυρίστηκαν οι σκηνές πάλκου για τις ταινίες όπου εμφανίζονταν οι δυο καλλιτέχνες! Το έκλεισε -μαζί με πολλά άλλα, κυρίως στην περιοχή Τρούμπα- ο "εκσυγχρονιστής" δήμαρχος της Χούντας Αρ. Σκυλίτσης.


04 December 2011

"The General, an homage to Buster Keaton"

52ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, περιφερειακές εκδηλώσεις
Κωνσταντίνος Μπομπός, ζωγραφική
Βόλος, CINE ΑΧΙΛΛΕΙΟ, Εκθεσιακός Χώρος
3 Δεκεμβρίου 2011 έως 7 Ιανουαρίου 2012

το καλύτερο τρενάκι που είχε ποτέ κάποιο αγόρι

 
Ο μηχανοδηγός Τζόνι Γκρέη έχει δυο αγάπες: την ατμομηχανή του και την Άνναμπελ. Ο πόλεμος βορείων και νοτίων έχει μόλις αρχίσει και, όπως όλοι οι άνδρες, κατατάσσονται στο στρατό ο πατέρας και ο αδελφός της Άνναμπελ. Άλλα όχι ο Τζόνι που παρ΄ όλες τις προσπάθειες του κρίνεται πιο χρήσιμος σαν μηχανοδηγός παρά σαν οπλίτης. Η Άνναμπελ όμως τον θεωρεί δειλό και αποφασίζει να μην του ξαναμιλήσει μέχρι να φορέσει στολή.
    Ένα χρόνο αργότερα ξανασυναντιούνται στο σταθμό “Μαριέττα”, όταν κατάσκοποι της Βόρειας Ένωσης κλέβουν την ατμομηχανή “Στρατηγός” για να την οδηγήσουν στο βορρά καταστρέφοντας στο πέρασμά τους την γραμμή των νοτίων. Μαζί τους παίρνουν αιχμάλωτη την Άνναμπελ. Ο Τζόνι αντιδρά και τους αναζητά, στην αρχή με χειράμαξα, μετά με ποδήλατο, μέχρι να καταφέρει να βρει μια άλλη ατμομηχανή για να τους κυνηγήσει. Μόνος του καταφέρνει να τους τρομοκρατήσει, κανονιοβολεί τον συρμό τους, εκείνοι πανικόβλητοι πετούν πίσω τους διάφορα εμπόδια για να τον σταματήσουν, αλλά ο Τζόνι ξεπερνά κάθε παγίδα που του στήνουν.
   Τότε όμως οι νότιοι υποχωρούν και ο Τζόνι βρίσκεται αναπάντεχα μόνος μέσα στον εχθρικό τομέα και μάλιστα αναγκασμένος να εγκαταλείψει την ατμομηχανή, κρύβεται σε ένα δάσος, πεινάει και κρυώνει μέχρι που φτάνει σε μια αγροικία. Είναι το στρατηγείο των βορείων και εκεί κρατούν την Άνναμπελ. Ο Τζόνι κρύβεται κάτω από το μεγάλο τραπέζι και ακούει τα σχέδια τους για μια αιφνιδιαστική επίθεση. Όταν οι αξιωματικοί πηγαίνουν για ύπνο εκείνος διασώζει την Άνναμπελ και δραπετεύουν μαζί. Το επόμενο πρωί βρίσκουν και κλέβουν τον “Στρατηγό”, αλλά αυτή τη φορά τους κυνηγούν οι στρατιώτες πάνω σε άλλη μηχανή.
   Ο Τζόνι και η Άνναμπελ καταφέρνουν μετά από μεγάλες περιπέτειες να φτάσουν σε μια συνοριακή γέφυρα και την πυρπολούν. Όταν λίγο μετά φτάνουν οι επιτιθέμενοι βόρειοι και προσπαθούν να περάσουν στην αντίπερα όχθη, ο Τζόνι πολεμά γενναία. Ο διοικητής των βορείων κρίνει ότι η γέφυρα δεν καίγεται αρκετά και διατάζει την ατμομηχανή “Τέξας” να την διασχίσει, όμως η γέφυρα γκρεμίζεται και η μηχανή πέφτει στο ποτάμι. Εν τω μεταξύ μια λάθος κανονιά ανατινάζει το φράγμα και το ορμητικό νερό παρασέρνει και καταστρέφει την επίθεση των βορείων. Έτσι οι νότιοι νικούν και ο Τζόνι επιστρέφει θριαμβευτής. Τώρα πια τον στρατολογούν και του φορούν στολή αξιωματικού, ενώ η Άνναμπελ είναι ενθουσιασμένη.










21 November 2011

"ο ήρωας κάνει τρομερά πράγματα. Εγώ έκανα κάτι φυσικό". Γιώργος Κηρύκου




Την ώρα που μπήκαν τα τανκς ήταν κρεμασμένος πάνω στην κολόνα και κρατούσε την ελληνική σημαία. Νύχτα 17ης Νοεμβρίου 1973. Αυτός σκαρφαλωμένος στην πύλη του Πολυτεχνείου ανεμίζει την ελληνική σημαία και φωνάζει, «όχι αδέρφια, δεν μπορείτε νατο κάνετε αυτό». Μαζί με την πόρτα του Πολυτεχνείου, όλα έγιναν συντρίμμια. 
Το όνομα του: Γιώργος Κηρύκου. Είναι ένας από τους αφανείς ήρωες του Πολυτεχνείου. Αυτός συνέχισε, επέζησε, συνελήφθη, βασανίστηκε, αποσύρθηκε, σιώπησε και δυο δεκαετίες μετά την εξέγερση κάηκε στην καταστρεπτική φωτιά της Ικαρίας το 1993 στην προσπάθεια του να απεγκλωβίσει από τον πύρινο κλοιό μια γερόντισσα που κουβαλούσε στην πλάτη του. Μια ακόμη θυσία…
Σαν εκείνη της ψυχής του, που σιγόκαιγε τον Νοέμβριο του 73 για ελευθερία, σαν αυτή που κατέκαιε 20 χρόνια μετά ολόκληρο το νησί. Το όνομα του στον κατάλογο των 13 νεκρών του τραγικού περιστατικού της Ικαρίας. Η επανάσταση δεν ήταν κάτι που γινόταν έξω απ’ αυτόν. Η μικρότερη αδερφή του Όλγα, μόλις 11 ετών τότε, θυμάται τον Γιώργο να λέει με υπερηφάνεια, «άντε να αστράψει το όραμα, να φωτιστεί η ύπαρξη μας, μπας και πάρει φωτιά ο κόσμος».
Παλικαράκι 18 ετών, με ένα σακίδιο στον ώμο και με λιγοστά χρήματα, έφυγε από το νησί για να κυνηγήσει το όνειρο στην μεγαλούπολη. Οικοδομή, ελαιοχρωματιστής ήταν μερικές από τις δου-λειέςπου έκανε εκείνο τον καιρό. Το όνειρο του όμως και η μεγάλη του αγάπη ήταν η κιθάρα. Του άρεσε να φτιάχνει στιχάκια καινά τραγουδάει για τους ανθρώπους, για τη ζωή, για το άγνωστο αύριο που ξημερώνει. Ο αρραβώνας του με μια φοιτήτρια, τη Μαρία, που έχασε μέσα στη δίνη των γεγονότων, τον έφεραν στα 19 του χρόνια στο Πολυτεχνείο. «Δεν άρεσε στον αδερφό μου να μιλάει για το Πολυτεχνείο γιατί θεωρούσε ότι δεν είχε κάνει κάτι σημαντικό», αναφέρει η 43χρονη, σήμερα, αδερφή του Όλγα και συνεχίζει: «Την ώρα που μπήκαν μέσα τα τανκς αυτός ήταν κρεμασμένος πάνω στην κολόνα και κρατούσε την ελληνική σημαία. Αρχιζε να τρέχει μαζί με άλλους και, όπως μου είχε πει, κρύφτηκε σ’ έναν φωταγωγό. Τον έπιασαν όμως και φυλακίστηκε για ένα μήνα στο Χαϊδάρι. Οι βασανιστές του τον χτυπούσαν ανελέητα, τα ρούχα του ήταν ποτισμένα από το αίμα, αλλά ο Γιώργος άντεξε. Η μητέρα μου είχε τρελαθεί, έκλεγε και έλεγε συνεχώς, χάθηκε το παιδί μου».

«Οι μέρες περνούσαν κι ελπίδες εξανεμιζόντουσαν, ώσπου ένα γράμμα της Μαρίας έφερε ξανά στο σπίτι μας τη χαρά. Ο Γιώργος ήταν ζωντανός. Μέσω ενός φαντάρου ο αδερφός μου κατάφερε να επικοινωνήσει με την αγαπημένη του καιλίγες μέρες μετά να αποφυλακιστεί», θυμάταιη Όλγα. Πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να συνέλθει από τον ξυλοδαρμό και το σοκ που είχε υποστεί ο Γιώργος. Ποτέ όμως δεν θέλησε να δημοοιοποιήσει οτιδήποτε για την ιστορία του Πολυτεχνείου. Λίγους μήνες μετά μπαρκάρισε λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε και ταξίδεψε μέχρι τη μακρινή Βραζιλία. Γύρισε όμως γρήγορα, αφού ήταν παράνομος και δεν είχε κανένα χαρτί μαζί του. Έμεινε για λίγο στην Αθήνα και ύστερα έφυγε για την Αμερική, όπου γνώρισε μια κοπέλα από το Κολοράντο, παντρεύτηκε απέκτησε κι έναν γιο και έμεινε εκεί δέκα χρόνια.
Έπαιζε κιθάρα σε μαγαζιά της Αστόριας. «Εκανε αυτό που αγαπούσε. Χώρισε όμως με τη γυναίκα του και το ’87 επέστρεψε στην Ικαρία και έμεινε μαζί με την μητέρα μας, όπου έφτιαξε ξανά τη ζωή του κι έκανε έναν δεύτερο γάμο με τη Φανή». Στο νησί παρέδιδε μαθήματα κιθάρας, παίρνοντας ελάχιστα χρήματα. Το παρατσούκλι του ήταν «Αλμπάνο και οι μικροί μαθητές του κι όλο το χωριό έτσι τον αποκαλούσαν. Όλα πια στη ζωή του Γιώργου κυλούσαν ομαλά, ώσπου…. Το καλοκαίρι του 1993 θα γραφόταν ο τραγικός επίλογος.
Όταν άκουσε ότι στην περιοχή Παναγιά είχε ξεσπάσει φωτιά και είχαν παγιδευτεί 4 γέροντες έτρεξαν με τους φίλους του, τον Δημήτρη Τσαγανό και τον Ηλία Φυσίδα, νατους σώσουν. Τους μετέφεραν σε άλλο μέρος, πιστεύοντας ότι ήταν ασφαλείς. Ο αέρας όμως γύρισε καιη φωτιάήρθε επάνω τους. Εγκλωβίστηκαν και κάηκαν όλοι.

19 November 2011

"ο ήρωας κάνει τρομερά πράγματα. Εγώ έκανα κάτι φυσικό". Irena Sendlerowa


Αρθρο της Christianna Loupa
(από το www.Palmografos.com)
Η Irena Sendler ή Irena Sendlerowa ήταν Πολωνή και καθολική. Γεννήθηκε στη Βαρσοβία το 1910 και πέθανε το 2008. Ο πατέρας της ήταν γιατρός κι ένας από τους πρώτους πολωνούς σοσιαλιστές, ο οποίος – πράγμα σπάνιο - είχε αναγάγει την ιδεολογία του σε πράξη. Συνήθως πρόσφερε τις υπηρεσίες του ανιδιοτελώς σε φτωχούς ασθενείς και κυρίως Εβραίους.
Η Ιρένα εργαζόταν ως κοινωνική λειτουργός και όταν το 1939 οι ναζί κατέλαβαν την Πολωνία ήταν Ανώτερη Διαχειρίστρια στον Τομέα Κοινωνικής Πρόνοιας της Βαρσοβίας, που οργάνωνε συσσίτια σε κάθε γειτονιά της πόλης. Εκτός όμως από τα γεύματα που παρέχονταν, ο φορέας αυτός βοηθούσε και χρηματικά τους οικονομικά αδύναμους, αλλά παρείχε και άλλες υπηρεσίες σε ορφανά, ηλικιωμένους, φτωχούς και όλους όσους είχαν ανάγκη.
Παράλληλα με τη γερμανική εισβολή, ξεκινούν και οι διωγμοί των Εβραίων. Χάρη στην Ιρένα, στις καντίνες εκείνες που στήνονται στο δρόμο, παρέχεται πλέον και σημαντική βοήθεια στους Εβραίους, όπως ρουχισμός, φάρμακα και χρήματα. Το σημαντικότερο δε είναι, η καταγραφή των Εβραίων με πλαστά χριστιανικά ονόματα και η ψευδής αναφορά για πολλές εβραϊκές οικογένειες ότι έχουν προσβληθεί από τύφο και φυματίωση, προκειμένου να αποτραπούν επιθεωρήσεις και έρευνες από τους Γερμανούς.

Το 1942, οι ναζί καταφέρνουν να συγκεντρώσουν και να απομονώσουν όλο τον εβραϊκό πληθυσμό της πόλης μέσα σε δεκαέξι οικοδομικά τετράγωνα. Πρόκειται για το λεγόμενο γκέτο της Βαρσοβίας, όπου θα συγκεντρωθούν τελικά περίπου 400.000 άνθρωποι, από τους οποίους, όσοι δεν πεθάνουν από ασθένειες και ασιτία, θα μεταφερθούν σταδιακά στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως Τρεμπλίνκα.
Η κατάσταση στο γκέτο είναι τόσο φρικτή και επηρεάζει τόσο δραματικά την Ιρένα, ώστε. χωρίς να λογαριάσει κανέναν κίνδυνο, έγινε από τα πρώτα μέλη της Zegota,  του Συμβουλίου Βοήθειας προς τους Εβραίους, που οργάνωσε η Υπόγεια Πολωνική Αντίσταση (η οποία δούλευε κυρίως στο υπόγειο δίκτυο υπονόμων, κάτω από την πόλη). Η Ιρένα, με το κωδικό όνομα Γιολάντα, διευθύνει τις προσπάθειες διάσωσης Εβραιόπουλων.
Προκειμένου να μπαινοβγαίνει ελεύθερα στο γκέτο άλλωστε, η απίστευτη αυτή γυναίκα καταφέρνει να αποκτήσει πάσο από τον Τομέα Πρόληψης Επιδημιών της Βαρσοβίας και έτσι μπαίνει καθημερινά στο κολασμένο αυτό μέρος, κάνοντας επαφές για λογαριασμό της Αντίστασης και προμηθεύοντας τους δύστυχους Εβραίους με τρόφιμα, ρουχισμό και φάρμακα. Όμως, βλέποντας ότι περίπου πέντε χιλιάδες άνθρωποι πεθαίνουν κάθε μήνα από τις κακουχίες, κύριο μέλημά της γίνεται πλέον η φυγάδευση των παιδιών από το γκέτο. Ωστόσο, πριν δραπετεύσουν, τα παιδιά διδάσκονται κάποια αποσπάσματα από την Αγία Γραφή και μαθαίνουν να προσεύχονται κάνοντας το σχήμα του σταυρού. Έτσι, δεν θα κινήσουν υποψίες.
Πράγματι, η Ιρένα σκαρφίζεται τους πιο απίθανους τρόπους για να βγάλει τα παιδιά από εκεί, ενώ δεν είναι καθόλου εύκολο να πείσει τους γονείς να τα αποχωριστούν.
«Ζήσαμε τρομερές σκηνές», ανέφερε αργότερα η ηρωίδα μας. «Μια μητέρα συμφωνούσε μαζί μου να φυγαδεύσουμε το παιδί της. Ο πατέρας διαφωνούσε. Μου ζητούσαν εγγυήσεις. Εγώ δεν μπορούσα να εγγυηθώ καν αν θα μπορούσε το παιδί να ξεφύγει από τους φρουρούς…».
Άλλα κρύβονται σε ασθενοφόρα, αλλά σε σακιά με πατάτες, άλλα σε λινάτσες, άλλα σε κουτιά και άλλα σε φέρετρα, ως πεθαμένα. Μερικά καταφέρνει να τα βγάλει από το δικαστικό μέγαρο, που είχε δύο εισόδους, μία μέσα στο γκέτο και μία μέσα στην πόλη. Άλλα δραπετεύουν από τους υπονόμους. Ένας οδηγός ασθενοφόρου είχε βάλει δίπλα του το σκύλο του που γάβγιζε και κάλυπτε τα κλάματα των μωρών που μετέφερε λαθραία…
Το δεύτερο μέρος του σχεδίου εξ άλλου, αφορούσε την τύχη των παιδιών μετά τη φυγάδευσή τους. Ο καλός αυτός άγγελος και οι συνεργάτες του πλαστογραφούν υπογραφές και εκδίδουν εκατοντάδες ψεύτικες ταυτότητες, με τις οποίες τα εφοδιάζουν. Η Ιρένα καταφέρνει, μέσω των δέκα «φίλων – αγγελιοφόρων» της - όπως τους έλεγε - και δεκάδων εθελοντών, να τα εμπιστευτεί προσωρινά σε πολωνικές οικογένειες ή να τα διοχετεύσει σε ορφανοτροφεία ή μοναστήρια, όπου τα φροντίζουν οι καλόγριες. Δυόμισι χιλιάδες παιδιά σώθηκαν μ’ αυτόν τον τρόπο από βέβαιο θάνατο, χάρη στην Ιρένα Σέντλερ, ενώ άλλα πεντακόσια άτομα υπολογίζεται ότι είχε σώσει, πριν τη μύησή της στη Zegota.
Όμως, το 1943, οι Γερμανοί συλλαμβάνουν έναν συνεργάτη της, ο οποίος μετά από βασανιστήρια αποκαλύπτει το όνομά της. Η Ιρένα συλλαμβάνεται και βασανίζεται άγρια, αλλά δεν προδίδει κανέναν από τους συνεργάτες της, ούτε και καμία οικογένεια ανάδοχο. Δεν δίνει ούτε ένα όνομα παιδιού. Υφίσταται τρομερούς ξυλοδαρμούς, μέχρι που της σπάνε και τα δύο πόδια.
«Ήμουν ήσυχη σαν ποντίκι», σχολιάζει η ίδια, χρόνια αργότερα. «Προτιμούσα να πεθάνω, παρά να αποκαλύψω οτιδήποτε για τις επιχειρήσεις μας».
Μεταφέρεται στη φυλακή Pawiak και ορίζεται ημερομηνία εκτέλεσής της. Τελικά, η Zegota κατάφερε λίγα λεπτά πριν το απόσπασμα, να δωροδοκήσει αδρά έναν φρουρό, ο οποίος θα την αφήσει να δραπετεύσει, ενώ θα την αναφέρει στο σχετικό δελτίο, ως εκτελεσμένη. Από τότε και μέχρι το τέλος του πολέμου, θα αναγκαστεί να ζει κρυμμένη σε διάφορα μέρη της Πολωνίας, χωρίς όμως να σταματήσει ποτέ τον αγώνα της. Δεν θα καταφέρει να παρευρεθεί ούτε στην κηδεία της αγαπημένης μητέρας της.
Η Ιρένα είχε κρατήσει αρχείο με όλα τα ονόματα των παιδιών που είχε φυγαδεύσει, καθώς και τα πρόσωπα στα οποία τα είχε εμπιστευτεί, με σκοπό την επανένωσή τους με τις οικογένειές τους, όταν ο εφιάλτης θα έχει περάσει. Είχε τοποθετήσει τα ονόματα σε βάζα που τα είχε θάψει κάτω από μια μηλιά στην αυλή φιλικού της προσώπου. Όταν απελευθερώθηκε η Βαρσοβία, τον Ιανουάριο του 1945, ξεκίνησε μαζί με άλλα μέλη της Zegota, έρευνες σχετικά με τους γονείς των παιδιών. Σχεδόν όλοι είχαν εξοντωθεί στα διάφορα στρατόπεδα συγκεντρώσεως της Ευρώπης. Ελάχιστοι  επέζησαν και βρήκαν ξανά τα παιδιά τους. Όσο για την Ιρένα, που θα έχει προβλήματα με τη βάδισή της για όλη την υπόλοιπη ζωή της, θα παντρευτεί, θα αποκτήσει δύο παιδιά και θα συνεχίσει να εργάζεται ως κοινωνική λειτουργός στη Βαρσοβία.
Παρ’ όλα αυτά, μέχρι το 2000, θα παραμείνει σχεδόν στην αφάνεια, αποφεύγοντας πάντα να υπερηφανεύεται για το έργο της:
«Ένας ήρωας κάνει τρομερά πράγματα. Εγώ δεν έκανα κάτι τρομερό. Αυτό που έκανα ήταν κάτι συνηθισμένο και φυσικό», υποστήριζε με απόλυτη σεμνότητα μέχρι το τέλος της ζωής της, η γλυκιά, χαμογελαστή και πάντα χαμηλών τόνων Ιρένα, ενώ στενοχωριόταν, γιατί πίστευε ότι θα μπορούσε να είχε κάνει πολύ περισσότερα.


07 November 2011

«Jack, the Ripper, is dead, and lying on his bed. Ηe cut his throat with Sunlight soap».

Βρέθηκε το μαχαίρι του Τζακ του Αντεροβγάλτη;

Ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης, του οποίου η ταυτότητα παραμένει άγνωστη έχει μετατραπεί σε αστικό μύθο, που γύρω του περιστρέφονται μια επικερδής τουριστική επιχείρηση, ένα ανεξάντλητο εκδοτικό φαινόμενο (τα βιβλιοπωλεία του Λονδίνου διαθέτουν ειδικές προθήκες με δεκάδες τόμους) και μια στρατιά από παθιασμένους ντετέκτιβ τον ψάχνει ακόμα.Υπάρχουν, επίσης, και τρία μονοθεματικά περιοδικά: Τhe Ripperologist, Τhewhitechapel Journal και Ripperana.
Οι ριπερολόγοι θεωρούν ότι ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης διέπραξε πέντε φόνους (τέσσερις υποστηρίζουν κάποιοι άλλοι) που στη γλώσσα τους αποκαλούνται τυπικά περιστατικά. 

   Το πρώτο θύμα ήταν η Μαίρη Αν Πόλι - Νίκολς, 43 ετών, η οποία βρέθηκε νεκρή στην Βucks Row (σημερινή Durward Street) στις 3.40 της 31ης Αυγούστου 1888.
Το δεύτερο ήταν η Ανι Τσάπμαν, 47 ετών, που βρέθηκε στις 6.00 της 8ης Σεπτεμβρίου σε μια αυλή στη Ηanbury Street.
Το τρίτο θύμα, το λιγότερο τυπικό, ήταν η Ελίζαμπεθ Στράιντ, 43 ετών, την οποία βρήκαν νεκρή στη 1.00 της 3ης Σεπτεμβρίου σε μια πύλη στην Βerners Street (σημερινή Ηenriques Street). Κάποιοι ισχυρίζονται ότι ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης δεν θα μπορούσε να έχει σκοτώσει τη Στράιντ γιατί το ίδιο βράδυ στη Μιτρ Σκουέαρ βρέθηκε αποκεφαλισμένη και ακρωτηριασμένη η Κάθριν Εντοους, 46 ετών. Οπως και να ΄χει η 30ή Σεπτεμβρίου είναι η ημερομηνία του λεγόμενου «διπλού περιστατικού» και κεντρίζει ιδιαίτερα το ενδιαφέρον των ριπερολόγων.
Στις 9 Σεπτεμβρίου, σε ένα καταγώγιο της Dorset Street, εμφανίστηκε το τελευταίο θύμα: η Μαίρη Τζιν Κέλι, 25 ετών. Είναι το θύμα που υπέστη τον πιο φριχτό ακρωτηριασμό. 

 Ο δολοφόνος δρούσε πάντοτε το Σαββατο-κύριακο, γεγονός που οδηγεί στην υπόθεση ότι από τη Δευτέρα ως την Παρασκευή  εργαζόταν. Σκότωνε τα θύματά του κόβοντάς τους τη σφαγίτιδα φλέβα και στη συνέχεια κατακρεουργούσε το πτώμα με επιδέξιοτητα. Εκτιμάται ότι διαμέλισε το σώμα της Εντοους, του θύματος της Μιτρ Σκουέαρ, σε λιγότερο από πέντε λεπτά... και δεν μιλάμε για κάποιον που απλώς τεμάχιζε, αλλά αφαιρούσε χειρουργικά τα όργανα και τα τοποθετούσε με τάξη γύρω από το θύμα. Όμως ούτε το προσωνύμιο Τζακ ο Αντεροβγάλτης είναι αυθεντικό. Τα γράμματα που έλαβε το 1888 η Σκότλαντ Γιαρντ με την υπογραφή «Τζακ ο Αντεροβγάλτης», στην πραγματικότητα είχαν γραφεί από έναν δημοσιογράφο του Κεντρικού Πρακτορείου Ειδήσεων. Από τα περίφημα αυτά γράμματα μόνον ένα, που έχει τίτλο «From Ηell» («Από την Κόλαση») και συνοδευόταν από μισό ανθρώπινο νεφρό το οποίο θεωρητικά ανήκε στο τέταρτο θύμα, υπάρχει ελάχιστη πιθανότητα να συντάχτηκε από τον δολοφόνο που διέφευγε σαν χέλι. Η ταυτότητα του δράστη συσκοτίστηκε και από την ραγδαία ανάπτυξη των κλισέ εικόνων που εδραιώθηκαν ως αστικοί μύθοι, όπως ήταν η ομίχλη. Κανένα από τα βράδια εκείνα δεν είχε ομίχλη. Επίσης, μάλλον παραπλανητική είναι η κλασική εικόνα του δολοφόνου με το ημίψηλο καπέλο και το βαλιτσάκι που κυκλοφόρησε και διαδόθηκε από τον λαϊκό Τύπο της εποχής, που πίστευε ότι μόνον ένας πλούσιος θα μπορούσε να διαπράττει ατιμωρητί τέτοιου είδους εγκλήματα». 

  Γιατί όμως αυτά τα εγκλήματα απέκτησαν αμέσως παγκόσμια φήμη; Γιατί εξακολουθούν να ελκύουν την περιέργεια ενός ευρύτατου κοινού; Στην πρώτη ερώτηση δίνει απάντηση ο Ντόναλντ Ράμπελοου, πρώην αστυνομικός, πρώην διευθυντής του Μουσείου Εγκλήματος της Σκότλαντ Γιαρντ και ένας από τους πιο διακεκριμένους ριπερολόγους, στην εισαγωγή του «Τhe Complete Jack, Τhe Ripper» («Τα πάντα για τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη»), το 1975, ενός κλασικού στο είδος του βιβλίου. Ο Ράμπελοου επισημαίνει ότι το 1888 το Γουάιτσαπελ ήταν μια πυριτιδαποθήκη έτοιμη να εκραγεί. Σχεδόν ένα εκατομμύριο άτομα, μετανάστες στην πλειονότητά τους, στοιβάζονταν σε μια συνοικία δύσοσμη και εξαιρετικά υποβαθμισμένη. Ο Τζακ Λόντον πέρασε κάποιες βδομάδες στο Γουάιτσαπελ αναζητώντας δυνατές συγκινήσεις και συνόψισε τις εντυπώσεις του σε δύο λέξεις: «Η Κόλαση». Σε κάθε δωμάτιο κοιμόντουσαν κατά μέσον όρο έξι άτομα. Η ανεργία, η εξαθλίωση και ο αλκοολισμός αφθονούσαν. Οι γυναίκες, όπως συνέβαινε και με τα θύματα του Τζακ του Αντεροβγάλτη, κατέφευγαν στην πορνεία για να βγάλουν κάποια χρήματα. Η βικτωριανή κοινωνία, πουριτανική και ιδεαλιστική ταυτόχρονα, βίωνε ένα μείγμα απέχθειας και έλξης για το το Γουάιτσαπελ και την περιοχή του Ιστ Εντ. 

 Τότε εμφανίστηκε ένας μοντέρνος δολοφόνος, ένας παράφρονας που σκότωνε για σκοτεινούς σεξουαλικούς λόγους, χωρίς όμως να βιάζει τα θύματά του. Η Σκότλαντ Γιαρντ δυσκολεύτηκε να καταλάβει ότι είχε να αντιμετωπίσει ένα νέο, χαρακτηριστικά αστικό φαινόμενο. Η καινοτομία και η ασυνήθιστη σκληρότητα των φόνων κέντρισαν το ενδιαφέρον του Αρθουρ Κόναν Ντόιλ, ο οποίος εκείνη την εποχή επινόησε τον χαρακτήρα του Σέρλοκ Χολμς. Επίσης προσέλκυσαν τον σοσιαλιστή συγγραφέα και βραβευμένο με Νομπέλ Λογοτεχνίας Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, σύμφωνα με τον οποίο ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης ήταν «ένας επαναστάτης» που «εξέθεσε την εξαθλίωση του Γουάιτσαπελ στα βλέμματα όλων». 

  Κατά καιρούς εμφανίζονται "πολύτιμα" στοιχεία. Το 1959 βρέθηκε μία απόρρητη αναφορά που είχε συντάξει το 1894 ο σερ Μέλβιλ Μάκναχτεν, αρχηγός της αστυνομίας εκείνη την εποχή, στην οποία έκανε λόγο για τρεις υπόπτους: τον δικηγόρο Μόνταγκιου Τζον Ντρούιτ (αυτοκτόνησε λίγο μετά τα εγκλήματα), έναν εβραίο πολωνικής καταγωγής ονόματι Ααρoν Κοσμίνσκι, ο οποίος εισήχθη σε φρενοκομείο το 1891, και τον Μάικλ Οστρόγκ, έναν εγκληματία ρωσικής καταγωγής. 
   Το τελευταίο στοιχείο που εμφανίστηκε είναι το ίδιο το μαχαίρι του Τζακ.
Ο συγγραφέας Τόνι Γουίλιαμς ισχυρίζεται ότι ψάχνοντας στα υπάρχοντα που κληρονόμησε από τον προ-προ-πάππου του βρήκε ένα μαχαίρι με λεπίδα 15 εκατοστών, το οποίο ήταν το μαχαίρι των φόνων του Τζακ του Αντεροβγάλτη, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, και αυτό άνηκε στον Σερ Τζον Γουίλιαμς ο οποίος ήταν τότε ο βασικός ύποπτος για τους φόνους που διέπραξε ο φημισμένος δολοφόνος. Ο προ-προ-πάππους του δούλευε ως χειρουργός στο Ανατολικό Λονδίνο, όπου σφαγιάστηκαν οι πέντε πόρνες από τον Τζακ, και λίγο μετά τους φόνους έφυγε από τη βρετανική πρωτεύουσα.

   Ο συγγραφέας λοιπόν ισχυρίζεται  ότι το μαχαίρι που ανακάλυψε ταιριάζει με τις περιγραφές του φονικού όπλου που χρησιμοποιήθηκε στις επιθέσεις. "Ο ιατροδικαστής είχε πει τότε ότι σε όλους τους φόνους χρησιμοποιήθηκε το ίδιο, ιδιαιτέρως κοφτερό μαχαίρι, με μήκος λάμας 15 εκατοστών και ελαφριά κλίση προς τα πάνω, όπως περίπου ήταν εκείνη την εποχή ένα χειρουργικό νυστέρι". Ο συγγραφέας αποκάλυψε ακόμα ότι σε οικογενειακά ημερολόγια, ανακάλυψε ότι οι κοντινοί συγγενείς του Σερ Τζον Γουίλιαμς, τον φώναζαν χαϊδευτικά "θείο Τζακ".

   Σήμερα, 0ι τουριστικές περιηγήσεις στοιχίζουν έξι στερλίνες (8,85 ευρώ)- οι πιο εκλεκτές είναι αυτές που προσφέρουν ξενάγηση από τον ίδιο τον Ντόναλντ Ράμπελοου-, ξεκινούν συνήθως από τον σταθμό του μετρό του Αλντγκεϊτ Ιστ και έχουν ως άξονα την Κομέρσιαλ Στριτ, γιατί σε αυτόν τον δρόμο βρίσκονται οι δύο παμπ που υπάρχουν ακόμη από το 1888 και στις οποίες σύχναζαν τα θύματα και, υποθετικά, ο ίδιος ο δολοφόνος: η Ρrincess Αlice και η Τen Βells. Το 1888 η Τen Βells άλλαξε το όνομά της σε Τhe Jack Τhe Ripper, μετατρεπόμενο σε μουσείο αμφίβολης αισθητικής. Σήμερα, υπό τη νέα διεύθυνση, είναι ένα πολύ φυσιολογικό μπαρ, το οποίο ωστόσο αποπνέει κάτι σκοτεινό και ζοφερό. Πέρυσι, κατά τη διάρκεια μιας ανακαίνισης, βρέθηκε ένα δέμα με μωρουδιακά ρούχα του 19ου αιώνα. Ολα ήταν σκισμένα με μαχαίρι. Κάποιοι δρόμοι, όπως η Fashion Street, διατηρούν τα χαρακτηριστικά του 19ου αιώνα. Οι τουρίστες του εγκλήματος διαθέτουν χάρτες της εποχής και περιεργάζονται με κρυφή απόλαυση τις εξαιρετικά μακάβριες φωτογραφίες που διευκολύνουν τους ξεναγούς. Η Λίντσεϊ Σίβιτερ συνήθιζε να λέει το τραγούδι που ακούστηκε να τραγουδούν στην Κέλι, το τελευταίο θύμα, λίγο προτού πεθάνει. Δεν το κάνει πλέον. Προσπαθεί να μην ενοχλεί τη γειτονιά, γιατί πολλές συμμορίες νέων από τη Σρι Λάνκα (την εθνότητα που κυριαρχεί σήμερα στη συνοικία) συνηθίζουν να παρενοχλούν τα γκρουπ των τουριστών με βρισιές και πετροβολήματα. «Το Γουάιτσαπελ εξακολουθεί να είναι μια περιοχή υποβαθμισμένη, δύσκολη και επικίνδυνη τη νύχτα αλλά με άλλον τρόπο» σχολιάζει ο Φρογκ Μούντι. Σε γενικές γραμμές οι ασιάτες κάτοικοι δεν δείχνουν το παραμικρό ενδιαφέρον για αυτή την παλιά ιστορία. Τα παιδιά των Ασιατών της γειτονιάς μαθαίνουν τις πρώτες αγγλικές λέξεις τους με ένα παλιό τραγούδι που ακόμη ακούγεται τα απογεύματα στα παιδικά παιχνίδια:

«Jack, the Ripper, is dead, and lying on his bed. Ηe cut his throat with Sunlight soap» («Ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης είναι νεκρός, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του. Εκοψε τον λαιμό του με σαπούνι Σάνλαϊτ»).



11 October 2011


του Μιχάλη Σηφάκη





Ο άντρας στην φωτογραφία αυτή συνήθως ήταν πίσω από τον φακό. Ονομάζεται Κώστας Μπαλάφας, είναι συνταξιούχος της ΔΕΗ, και αναγνωρίζεται σήμερα σαν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες φωτογράφους του 20ου αιώνα. Η βιογραφία του θυμίζει μυθιστόρημα. 

Ο Κώστας Μπαλάφας είτε δεν θυμάται, είτε δεν έκρινε σκόπιμο να δώσει την πληροφορία ποιος ήταν που του έβγαλε το πορτραίτο αυτό και πότε ή που ακριβώς. Μπορεί να ήταν ο φίλος του, Λέανδρος Βρανούσης, ή κάποιος άλλος αντάρτης του ΕΛΑΣ. Μπορεί να ήταν 1943, ή ’44. Δεν έχει σημασία, ήταν την εποχή της ελπίδας –προτού η Εθνική Αντίσταση μετατραπεί σε Εμφύλιο Πόλεμο- και είναι ένα υπέροχο πορτραίτο, εξαιρετικά σπάνιο, γιατί είναι το πορτραίτο του φωτογράφου του 85ου Συντάγματος του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού στα βουνά της Ηπείρου. Η φωτογραφία αυτή, λοιπόν, είναι τραβηγμένη με μια φωτογραφική μηχανή γερμανικής κατασκευής, μάρκας Robot (η λέξη ρομπότ έγινε διάσημη πολύ γρήγορα: ο Τσέχος συγγραφέας Καρέλ Τσάπεκ την εισήγαγε το 1920, η γερμανική φίρμα φωτογραφικών μηχανών ιδρύθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1930). Ο Μπαλάφας την αγόρασε από έναν Ιταλό στρατιώτη το 1940.  Οι μηχανές αυτές «φορούσαν» εξαιρετικούς ευρυγώνιους φακούς Zeiss και δεν χρειαζόταν εστίαση. Η πιο μεγάλη ιδιαιτερότητα τους ήταν ότι το άνοιγμα του διαφράγματος ήταν τετράγωνο (24Χ24mm.) και όχι το συνηθισμένο 2 προς 3 που μεταπολεμικά επικράτησε απόλυτα. Μάλιστα, οι μηχανές αυτές είχαν ένα μηχανισμό προώθησης του φιλμ που ήταν παρόμοιος με αυτόν που χρησιμοποιούσαν οι κινηματογραφικές μηχανές.
Η κότα έκανε το αυγό, ή το αυγό την κότα; Πρώτα βρήκε την Robot ο Μπαλάφας και μετά το φιλμ, ή όταν βρήκε το φιλμ έψαξε την κατάλληλη μηχανή; Σε κάθε περίπτωση, στα συντρίμμια ενός ιταλικού βομβαρδιστικού αεροπλάνου βρέθηκε ένα στρογγυλο κουτί με κινηματογραφικό φιλμ, της ιταλικής φίρμας Ferrania Capelli (που ιδρύθηκε το 1923 και συνεχίζει και σήμερα να παράγει προϊόντα απεικόνισης διαφόρων τεχνολογιών). Οι περισσότεροι Ηπειρώτες φοβήθηκαν μήπως το στρογγυλό κουτί ήταν νάρκη. Ο Μπαλάφας ήξερε τι ήταν και το απέκτησε με αντίτιμο λίγες οκάδες καλαμποκάλευρο. Έκοβε από το κινηματογραφικό καρούλι κομμάτια φιλμ και τα προσάρμοζε στη φωτογραφική μηχανή. Το φιλμ το εμφάνιζε σε πιάτα και είναι ένα θαύμα ότι τα κατάφερε.
Στο μεταξύ, ο Μπαλάφας ήταν σε μια ομάδα που άκουγε στα κρυφά το ραδιόφωνο του BBC και στη συνέχεια κυκλοφορούσε τα νέα του Πολέμου σε αντίθεση με τις επιθυμίες των κατοχικών αρχών. Και οι μεν ιταλικές αρχές έδειχναν επιείκια, οι δε Έλληνες ασφαλίτες συνεργάτες των Ιταλών όχι. Έτσι, ο Μπαλάφας το πήρε απόφαση και ανέβηκε στο βουνό, όπου και κατατάχθηκε στην 6η Ταξιαρχία του ΕΛΑΣ, στο 85ο Σύνταγμα με καπετάνιο τον Αστέρη (Δημήτρη Βαμβακά). Η Ταξιαρχία επιχειρούσε στην περιοχή του Μετσόβου, κυρίως στο ανατολικό και δυτικό Ζαγόρι. Ο Μπαλάφας έγινε ο φωτογράφος του Συντάγματος και παρέμεινε στις τάξεις του ΕΛΑΣ περίπου μέχρι την Απελευθέρωση των Ιωαννίνων από τους Γερμανούς, τον Οκτώβριο του 1944.
Στα βουνά της Ηπείρου ο Μπαλάφας φωτογράφησε τις καταστροφές του πολέμου και την αντίσταση κατά της Κατοχής. Κατά ένα τρόπο, όπως σημειώνει ο ιστορικός Τάσος Σακελλαρόπουλος, ο Μπαλάφας υπήρξε φωτορεπόρτερ της Αντίστασης. Ο φωτογράφος «γοητεύτηκε», λέει ο Σακελλαρόπουλος, από την δράση και τη λειτουργία του ΕΑΜ και οι φωτογραφίες του αποτυπώνουν την ελπίδα που έστω για λίγο δημιουργήθηκε, ότι χτίζεται ένα καλύτερο μέλλον. Το μέλλον, βέβαια, ήταν ζοφερό. Όμως ο Μπαλάφας στάθηκε τυχερός και γλύτωσε από τη δίνη του Εμφυλίου. Τον περίσωσε αρχικά ένας Άγγλος λοχαγός και φωτογράφος και κατόπιν μέσα από την συνεργασία του με την Βρετανική Αποστολή στις επισκευές του οδικού δικτύου βρέθηκε στην αμερικανική εταιρεία που κατόπιν έδωσε τη θέση της στη ΔΕΗ.
Οι φωτογραφίες του, όμως, δεν ήταν μαζί του. Καθώς ετοιμαζόταν να φύγει από τα Γιάννενα με τους Βρετανούς, εμπιστεύθηκε το φωτογραφικό του υλικό στην οικογενειακή του φίλη Ιουλία Γοργόλη, που το έκρυψε κάτω από το ξύλινο πάτωμα ενός Γιαννιώτικου σπιτιού. Για τριάντα και πλέον χρόνια, τα αρνητικά έμειναν εκεί. Ο Κώστας Μπαλάφας αναζήτησε τις φωτογραφίες του αμέσως μετά τη δικτατορία, το 1974. Τότε ο Σπύρος Μελετζής έκανε την πρώτη έκθεση με φωτογραφίες από το Αντάρτικο και τότε έψαξε ο Μπαλάφας και βρήκε τα 2.000 περίπου αρνητικά. Το 1991 εξέδωσε με δικά του έξοδα τον τόμο «Κώστας Μπαλάφας. Το Αντάρτικο στην Ήπειρο. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες 1940-1944».  Το 2007 δώρισε το έργο της ζωής του στο Μουσείο Μπενάκη.
Από τις 10 Φεβρουαρίου - 30 Απριλίου 2011 οι φωτογραφίες που τράβηξε ο Μπαλάφας (65 από αυτές έχουν τυπωθεί από τα ψηφιοποιημένα και αποκαταστημένα αρνητικά) ήταν στην έκθεση «Κώστας Μπαλάφας - Το Αντάρτικο στην Ήπειρο, 1941-1944», στο Μουσείο στο κτήριο της οδού Πειραιώς 79. Όλες τους ιστορικά ντοκουμέντα και έργα τέχνης. Μια απ’ αυτές δεν την έχει τραβήξει ο ίδιος.

*  Ο Μιχάλης Σηφάκης είναι δημοσιογράφος.
** Ο φωτογράφος Κώστας Μπαλάφας έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών στις 10/10/2011.

26 August 2011

Η Αυγουστιάτικη σκόνη της Ιστορίας

του Τάκη Αγκαβανάκη

Η πληροφορία ότι επρόκειτο να εκτελεστεί ο Πλουμπίδης είχε ήδη διαρρεύσει από την προηγούμενη ημέρα. Στις δέκα το βράδυ με φώναξε ο Κώστας Νίτσος, ο αείμνηστος διευθυντής των Νέων και μου είπε: 
" Τάκη , θα πάς να δεις τι γίνεται με τον Πλουμπίδη , έμαθα ότι θα εκτελεστεί " 

[Νίκος Πλουμπίδης (γ. 1902), ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ που υπερασπίστηκε τον Ν. Μπελογιάννη, κατηγορήθηκε για κατασκοπεία και εκτελέστηκε στις 14 Αυγούστου του 1954 στο Δαφνί. Το ΚΚΕ τον είχε αποκηρύξει νωρίτερα ως "πράκτορα " της ασφάλειας και των Άγγλων. Η μνήμη του Ν. Πλουμπίδη αποκαταστάθηκε το 1956 στην 6η ολομέλεια. ]  


Με το αυτοκίνητο των Νέων πήγα στην Ασφάλεια, στη συμβολή των οδών Χαλκοκονδύλη και Πατησίων, όπου βρίσκονταν ήδη και άλλοι δημοσιογράφοι. Ο Ρακιτζής, ο διοικητής της Ασφάλειας, μας τα μάσαγε, μια μας έλεγε ότι θα γίνει η εκτέλεση στο Δαφνί, μια ότι θα γίνει στο Γουδί, μια ότι θα γίνει στο «Σωτηρία». Τελικά, στις τέσσερις το πρωί μας είπαν ότι θα γίνει στο Δαφνί. Την ώρα που έφτασα, ήταν ήδη εκεί ένα στρατιωτικό φορτηγό με κουκούλα, μέσα είχε ένα καντηλέρι, ένα φαναράκι σαν κι αυτά τα παλιά που βάζανε στα νεκροταφεία, και πλάι του καθόταν ένας άνθρωπος με γυαλιά και σκούρα ρούχα. Δεν φαινόταν καλά και δεν ήμαστε σίγουροι αν ήταν ο Πλουμπίδης, ήταν και οι χωροφύλακες που μας απωθούσαν, όλο «μη από εδώ» και «μη από εκεί», μας έλεγαν.
Είχαμε τις αμφιβολίες μας μήπως οι αστυνομικοί θέλανε να μας παραπλανήσουν, όμως καταλάβαμε ότι τελικά ήταν ο Πλουμπίδης.
Για μια στιγμή, που μας είχαν απωθήσει, χάσαμε από τα μάτια μας τον Πλουμπίδη. Ρώτησα πού τον είχαν πάει και μου είπαν: «Εκεί, πίσω από το υψωματάκι».
Μαζί με πέντε-έξι άλλους καταφέραμε να ξεφύγουμε από την προσοχή των αστυνομικών, εγώ έτρεξα προς την κορυφή του υψώματος και σύρθηκα στο έδαφος μπρούμυτα, έβγαλα το κεφάλι μου και είδα δέκα στρατιώτες και τον αξιωματικό να τους λέει επί σκοπόν, και τον Πλουμπίδη όρθιο, στητό να φωνάζει δυνατά: «Ζήτω η Ελλάς, ζήτω το ΚΚΕ». Ήταν ψυχωμένος άνθρωπος ο Πλουμπίδης, δεν λύγισε καθόλου.
Άκουσα το πυρ, σωριάστηκε ο άνθρωπος κάτω, δεν ήταν κλειστά τα μάτια του, τα χέρια του πρέπει να ήταν δεμένα, και ύστερα είδα και τον αστυνομικό που πήγε και του έριξε τη χαριστική βολή.

Μετά αποσυρθήκαμε για να τηλεφωνήσουμε στις εφημερίδες.Ήταν εκεί κοντά ένα καφενεδάκι, και θυμάμαι τον Μηλιάδη, γνωστό αστυνομικό συντάκτη της εποχής, κοντό και στρουμπουλό, που ανέβηκε σε μια καρέκλα για να τηλεφωνήσει από ένα τηλέφωνο κρεμασμένο στον τοίχο. Τηλεφώνησα κι εγώ στα Νέα και έδωσα την είδηση για την εκτέλεση. Λίγο αργότερα, από εκεί που καθόμασταν, είδαμε ένα απορριμματοφόρο να παίρνει ένα μεγάλο αντικείμενο, ένα σακί στο μέγεθος ανθρώπου και να το πετάει στην απέναντι μάντρα όπου υποτίθεται ότι ήταν το νεκροταφείο. Σκεφτήκαμε ότι θα είναι ο Πλουμπίδης αλλά δεν μπορούσαμε να πάμε εύκολα εκεί πέρα γιατί ήταν σαν γκρεμός.
Την επόμενη μέρα πήγα στο καφενείο κοντά στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στη Δάφνη, όπου συχνά μαζευόμασταν και συζητούσαμε πολλές φορές μέχρι το πρωί. Ήταν εκεί και κάποιος της Ασφαλείας, ονόματι Μπακούρης, ο οποίος μας είπε ότι ο σταθμός του ΚΚΕ, η «Ελεύθερη Ελλάδα», είχε ανακοινώσει πως ήταν ψέματα ότι είχαν εκτελέσει τον Πλουμπίδη. «Ρε παιδιά», τους είπα, «τι ψέματα, αφού ήμουν εκεί, τον σκότωσαν τον άνθρωπο τον είδαμε να τον τσουβαλιάζουν και είδαμε να τον πετάνε και μέσα στο νεκροταφείο».

*Ο Τάκης Αγκαβανάκης, δημοσιογράφος της εφημερίδας Τα Νέα, ήταν ένας από τους ανθρώπους που παρακολούθησαν την εκτέλεση του Νίκου Πλουμπίδη.
Ολόκληρη η μαρτυρία στο βιβλίο «Μαρτυρίες για τον Εμφύλιο Πόλεμο και την ελληνική αριστερά»