09 August 2010

ο πορτοκαλής ήλιος ο πατέρας μου κι εγώ


Πειραιάς. Με τον πατέρα σε πόζα ενηλικίωσης.
Χειμώνας, η σκιά κοντή του μεσημεριού, μάλλον Χριστούγεννα του 1968 ή του 1969.
Σκούρο κουστούμι και οι δυο, σκούρα είναι και τα ίσαλα, εγώ φορώ pajarita, το δεξί χέρι του πατέρα ακουμπάει καθησυχαστικά στην πλάτη μου,
δείχνω νευρικός, πασχίζω να ανταποκριθώ στην παρουσίαση, ζορίζομαι κάπως.
Αντράκι που στηρίζεται στο ένα πόδι, αλλά δεν τολμά το βήμα, μακριά...
θα είσαι πάντα εκεί;
Ήταν άραγε η αθεράπευτη νοσταλγία του καλοκαιριού που οδήγησε το περίπατο μας στο μόλο του Πορτοκαλή Ήλιου; Μήπως εκεί στη θάλασσα, την ύστατη καταφυγή των Ελλήνων, θα καταλάγιαζε ο φόβος του χειμώνα της δικτατορίας; ή ήταν μόνο η αμοιβαία υπόσχεση, πως πάλι, θα πάρουμε το πλοίο για το νησί μας;
Ποιος να ξέρει πια; Ίσως μας έφτανε η λιακάδα της χειμωνιάτικης αργίας, που ανέλπιστα επέτρεψε να σταθούμε μπροστά στο βαπόρι που μας πήγαινε στα καλοκαίρια, μόνο και μόνο για να φτιάξουμε αυτή την εικόνα. Ίσως απλά, ήταν ο φωτογράφος που μας έστησε εκεί, μπροστά από την ξύλινη κάμερα με το τρίποδο απέναντι από τον Άγιο Σπυρίδωνα, για μια εβδομαδιαία φωτογραφία. Θα ξανακατεβαίναμε στο λιμάνι την άλλη εβδομάδα για να την παραλάβουμε, και η επιθυμία είχε  ήδη γίνει υπόσχεση.
Φαίνεται σήμερα λογικό, πως ο φωτογράφος, που  ήξερε, ίσως καλύτερα από τον καθένα το πως φτιάχνονται, εκτός των εβδομαδιαίων φωτογραφιών και οι ίδιες οι αναμνήσεις, να ευθυγράμμισε στον φακό του την πατρική φιγούρα με το μπόι του καταρτιού, για να στερεωθεί η σιγουριά της, και έπειτα άφησε το αγαπημένο χέρι να γίνει μια γέφυρα παράλληλη με την σκάλα του καραβιού. Μπορεί για μια στιγμή να ανησύχησε κάπως από το ανασηκωμένο παιδικό πόδι που απειλεί με την απειθαρχία του να καταστρέψει το παντοτινό της εικόνας, αλλά τελικά κατάφερε, βοηθούμενος κι από την κλίση της γραμμής της προκυμαίας, να απαθανατίσει, μια για πάντα, το παιδικό σώμα καθησυχαστικά αφημένο στην πατρική παλάμη.
Σίγουρα ο φωτογράφος μας γνώριζε πως να χειρίζεται παρόμοια απρόοπτα που απειλούσαν την εγκυρότητα των εικόνων του, και να που αποδεδειγμένα αφεθήκαμε στις σκηνοθετικές οδηγίες του, ακίνητοι τώρα,
όπως ακριβώς αφηνόμασταν στο κατάστρωμα του πλοίου τις ώρες του ταξιδιού, με εκείνο το βαθύ αρχαίο συναίσθημα, 
πως επειδή, είμαστε εμείς μαζί εκεί, γι' αυτό υπάρχουν, ο μόλος, ο πορτοκαλής ήλιος, ο φωτογράφος, ο Πειραιάς και η υπόσχεση, και ποτέ το ανάποδο. Πάντα, εδώ και σαραντατόσα χρόνια.

[στη μνήμη του Άγγελου (Ευάγγελου) Μπομπού, Σπέτσες 1935 - Νίκαια 2002]

 

3 comments:

Ευάγγελος said...

Πόσα μου θύμησε η ανάρτησή σου!
Πόσες παρόμοιες ασπρόμαυρες "σκληρές" φωτογραφίες βρίσκονται σε διάφορα οικογενειακά μας άλμπουμ!
Κι ο "Πορτοκαλής 'Ηλιος", που από μια ματιά στο διαδίκτυο, διαπιστώνω ότι έχει αποτελέσει θέμα ουκ ολίγων συνομιλήκων!

Το πορτοκαλί φόντο του Βενιζέλου μου τον ξαναθύμησε, το έψαξα για να γράψω κάτι, αλλά ευτυχώς βρήκα με την ευκαιρία και θαυμάσια κείμενα -όπως καλή ώρα το δικό σου- και εξαιρετικούς παραλληλισμούς!

Να είσαι καλά!

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ said...

θα γράψω κάποτε κάτι, για τον πορτοκαλή ήλιο και θα συμπεριλάβω την ανάρτησή σου που πολύ με συγκίνησε.

Ειρήνη Βεργοπούλου said...

Υπέροχο κείμενο, Κώστα....