27 February 2012

Ιορδάνης (Jordan) Τσομίδης



Ο Ιορδάνης (Jordan) Τσομίδης (1933 - 2006) ήταν ένας δεξιοτέχνης του μπουζουκιού. Προσφυγικής καταγωγής, γεννήθηκε στην Κοκκινιά και έζησε μια ζωή μποέμ όπως σχεδόν όλοι οι λαϊκοι  καλλιτέχνες. Τσομίδης, ήταν ένα μυθικό όνομα που ακουγόταν συχνά στα καφενεία της πλατείας της Οσίας Ξένης όταν ήμουν παιδί αλλά τότε δεν καταλάβαινα πολλά πολλά. Στην πραγματικότητα το πατρικό του ήταν απέναντι ακριβώς από το σπίτι της γιαγιάς μου, στο οποίο κι εγώ μεγάλωσα, και μάλιστα είχαμε κουμπαριάσει βαφτίζοντας το παιδί της αδελφής του, της Ευλίνας.
Το πρώτο μουσικό όργανο που έπιασε ήταν το μαντολίνο του μεγαλύτερου αδελφού του Γιώργου, που εκτελέσθηκε το '44 από τους Γερμανοτσολιάδες στο μπλόκο της Κοκκινιάς. Το '48, πρωτοπιάνει στα χέρια του ένα μπουζούκι, δανεικό από το κουρείο της γειτονιάς του! Εργατικός και πολυτάλαντος, δουλεύει στο τσαγκαράδικο του πατέρα του, ενώ από τα 13 του παίζει μπουζούκι στις ταβέρνες της Κοκκινιάς και του Κορυδαλλού, αλλά και ασχολείται με τον κλασικό αθλητισμό, ως αθλητής του Ολυμπιακού όπου διακρίνεται (πανελληνιονίκης εφήβων στα 5000 το '51). 
Το 1957 έρχεται στο Βόλο και μετά από λίγους μήνες φεύγει για την Αμερική (Νέα Υόρκη, Σικάγο, Λος Άντζελες). Εκεί έκανε μεγάλη καριέρα ως σολίστας του μπουζουκιού μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 70, έπαιξε με την Άννα Χρυσάφη, τον Χιώτη, τη Σεβάς Χανούμ, τον Τατασόπουλο, τον Τάκη Μπίνη, τον Πρόδρομο Τσαουσάκη. Έκανε δίσκο με τίτλο «Greek cooking» με τον σαξοφωνίστα Φιλ Γουντς, ενώ -λένε(;)- πως επαιξε  ακόμα και με τον Μπομπ Ντίλαν.




















Στην Ελλάδα γύρισε τη δεκαετία του '80 και έκτοτε προτίμησε να ζήσει απομονωμένος, ενώ έκανε σπάνια εμφανίσεις, γιατί, όπως είχε εξομολογηθεί στον Πάνο Γεραμάνη, ο οποίος του είχε κάνει αφιέρωμα στην εκπομπή «Βάρδοι του ελληνικού τραγουδιού»: «Θέλω να 'μαι μόνος και ήσυχος. Εγώ και ο εαυτός μου με το μπουζούκι μου».
Ο Ιορδάνης ήταν σε όλη του τη ζωή μάγκας» και ρεμπέτης, «Όσα έρθουν κι όσα πάνε. Ας είναι καλά το μπουζούκι μου» όπως έλεγε. 

17 February 2012

15 February 2012

«η σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου»


αντιγραφή από το tvxs.gr
Δεκατέσσερις Φεβρουαρίου του 1929 οι άνδρες του Αλ Καπόνε εκτέλεσαν επτά αντίπαλους μαφιόζους σε μια αποθήκη στο Σικάγο. Το μακελειό έμεινε στην ιστορία ως η «Σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου» και ήταν ένα από τα πιο διάσημα εγκλήματα του Ιταλού μαφιόζου.
Την εποχή εκείνη ο Αλ  Καπόνε κυριαρχούσε στο νότιο τμήμα του Σικάγου, ενώ ο αντίπαλός του Μπαγκς Μοράν στο βόρειο τμήμα. Καθώς ίσχυε η ποτοαπαγόρευση, οι δύο μαφιόζοι κέρδιζαν εκατομμύρια δολάρια από την παράνομη διακίνηση αλκοόλ. Το πρωτοπαλίκαρο του Καπόνε, Βιτσέντζο Τζιμπάλντι, επεξεργάστηκε το σχέδιο για την εκτέλεση. Σκοπός ήταν η εκδίκηση για τη δολοφονία ανδρών του Καπόνε από τον Μοράν. Οι Ιταλοί μαφιόζοι θα έκλειναν ραντεβού στον Μοράν με δέλεαρ ένα φορτίο ακριβού ουίσκι. 
Η συνάντηση κλείστηκε για τις 10:30 το πρωί. Πέντε άνδρες του Καπόνε έφθασαν στην ώρα τους –οι τρεις ντυμένοι αστυνομικοί και οι δύο με πολιτικά- ενώ δεκάδες άλλοι βρίσκονταν στη γύρω περιοχή. Οι τρεις «αστυνομικοί» μπήκαν στην αποθήκη όταν είδαν έναν άνδρα που έμοιαζε με τον Μοράν να μπαίνει. Αιφνιδίασαν τα επτά άτομα που βρίσκονταν μέσα και τους δολοφόνησαν εν ψυχρώ.
Οι περίοικοι άκουσαν τους πυροβολισμούς και ειδοποίησαν την αστυνομία. Φθάνοντας, οι αστυνομικοί βρήκαν έξι πτώματα και έναν βαριά τραυματία. Όταν τον ρώτησαν ποιος τον πυροβόλησε, αυτός ψέλλισε «κανείς» και άφησε την τελευταία του πνοή.
Από τους επτά νεκρούς, πέντε ήταν μέλη της συμμορίας του Μοράν, ένας συνεργαζόμενος μικροκακοποιός κι ένας μηχανικός που βρισκόταν εκεί για να επισκευάσει ένα αυτοκίνητο της συμμορίας. Ο Μοράν σώθηκε επειδή πήγε καθυστερημένα στο ραντεβού.
Η «Σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου» απασχόλησε για μεγάλο διάστημα την κοινή γνώμη αλλά και την αστυνομία. Η τελευταία, αν και γρήγορα διαπίστωσε ποιοι ήταν πίσω από το μακελειό, δεν μπόρεσε να προχωρήσει σε συλλήψεις. Ο Αλ Καπόνε, ως συνήθως, είχε άλλοθι: ήταν στη Φλόριντα.
Ο τόπος της «Σφαγής του Αγίου Βαλεντίνου» (2122 Ν. Clark Street) έγινε τουριστική ατραξιόν μέχρι το 1967, όταν η αποθήκη κατεδαφίστηκε. Τα τούβλα του αιματοβαμμένου τοίχου της εκτέλεσης πουλήθηκαν σε δημοπρασία στον καναδό επιχειρηματία Τζορτζ Πάτεϊ, ο οποίος τον ξανάχτισε μέσα σε μπαρ που διατηρούσε στο Βανκούβερ.
Η σκηνή της εκτέλεσης υπάρχει στις ταινίες «Μερικοί το προτιμούν καυτό» του Μπίλι Γουάιλντερ (1959) και «Σημαδεμένος» (1932), ενώ αποτέλεσε το κύριο θέμα της ταινίας του Ρότζερ Κόρμαν «Νύχτα του Αγίου Βαλεντίνου» (1967).

13 February 2012

"ΔΕΝ ΕΧΩ ΧΩΡΟ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ"



Τον καιρό που γεννήθηκα, τη δεκαετία του 60, στην Νίκαια (Κοκκινιά), λειτουργούσαν 5 χειμερινοί και γύρω στους 20 θερινοί κινηματογράφοι, σήμερα δεν υπάρχει ούτε ένας. Μάλιστα ένας από τους  χειμερινούς (ΑΛΦΑ), είχε συρόμενη οροφή που την άνοιγε το καλοκαίρι και ευχόμουν να πιάσει καμιά μπόρα για να την δω να κλείνει! Εκεί μέσα, κυρίως στα καλοκαιρινά σινεμά, κυριολεκτικά μεγάλωσα, πηγαίναμε σχεδόν κάθε βράδυ, οικογενειακά δηλαδή θείες, ξαδέλφια, γιαγιά, όλη η γειτονιά εκεί, έπαιζα στα χαλικόστρωτά τους κάτω από το αναβοσβήνον φως της οθόνης και τον ήχο των ταινιών της Φίνος Φιλμ, καμιά φορά φαντάζομαι ότι θα γύριζα το βλέμμα και στην οθόνη, (αν και ουδόλως με ένοιαζαν τα παθήματα της Βουγιουκλάκη ο τόνος της φωνής της μου έγινε οικείος!). Η πρώτη ταινία που θυμάμαι να παρακολούθησα καθιστός σαν κανονικός θεατής ήταν "η γέφυρα του ποταμού Κβάι", όταν για να με βάλλουν μέσα ο πατέρας μου ψεμάτισε στο ταμείο, πως τάχα ήμουν μικροκαμωμένος 13χρονος, ενώ εγώ πάσχιζα με ύφος μεγαλύτερου να γεμίσω τα τρία χρόνια που μου λείπανε.
Έκτοτε συνέχισα να ενηλικιώνομαι μέσα στα σινεμά, από τα κλασικά γουέστερν και τις κωμωδίες με τους Τέρενς Χιλ & Μπαντ Σπένσερ, στο "σήμερα δύο έργα", δηλαδή ένα βαρετό καράτε & μια επιθυμητή ψευτοτσόντα συνήθως γερμανικής παραγωγής έως το "Φράουλες & αίμα" στις κυριακάτικες πρωινές προβολές στο ΚΕΝΤΡΙΚΟΝ. Αργότερα η κινηματογραφική μου σχέση επεκτάθηκε μέχρι τα σινεμά στο Πασαλιμάνι (δεν υπάρχουν πια ούτε αυτά) όπου παρακολούθησα όλα τα "Παρασκευή & 13", τους "Ρόκυ" και τους "Καρχαρίες" έως ότου έφτασα στην Κινηματογραφική Λέσχη Πειραιά στο επίσης ιστορικό ΣΙΝΕΑΚ, όπου εν μέρει γνωρίστηκα με τον κόσμο των ταινιών που απολαμβάνω μέχρι σήμερα.,
Όταν μέχρι τώρα αναρωτιέμαι, πως αυτή η άμεση και βιωματική σχέση έγινε αργότερα μια συνειδητή σχεδόν καθημερινή τελετουργία κατάδυσης μου στο κόσμο της κινούμενης εικόνας, τότε αναδύεται μια αδιαμφισβήτητη εικόνα: το φουαγιέ στο σινεμά ΑΤΤΙΚΟΝ, αυτό που δυστυχώς αντίκρισα ολοσχερώς καμένο στην οθόνη της τηλεόρασης. Ο κύκλος της σχέσης μου με το ΑΤΤΙΚΟΝ άνοιξε με το "ταξίδι στα Κύθηρα" του Αγγελόπουλου και έκλεισε 12 χρόνια μετά με τον "Ηνίοχο" του Δαμιανού. Κι αν τις περισσότερες φορές προτιμούσα την απλότητα της ΑΛΚΥΟΝΙΔΑΣ (που ήταν παραδίπλα από το εργαστήριο μου - μου άρεσε πάντα η προβολή των 6μμ) και των θερινών στα Εξάρχεια, είναι το ΑΤΤΙΚΟΝ που μου έμαθε να παρακολουθώ σινεμά με φινέτσα! Όταν έφυγα μακρυά από την Αθήνα διαλύθηκε και η σχέση μου με το σινεμά.


Τα θυμήθηκα όλα αυτά όταν έμαθα πως κάηκε το όμορφο κτίριο που ήταν- αρχικά- σχεδιασμένο από τον Τσίλερ και στέγαζε το Αττικόν & τον Απολλώνα, καταστράφηκαν και άλλα κτίρια και καταστήματα, χάθηκαν δουλειές, περιουσίες και πολλοί συμπολίτες μας -προσωπικά πια- πανικόβλητοι κοιτάζουν κατάματα ένα δυσοίωνο μέλλον. Οι πολίτες και οι φορείς συναισθηματικά ακινητοποιημένοι σχεδόν βουβά αναρωτιούνται για την σκοπιμότητα αυτών των καταστροφών. Σχεδόν όμως κανείς δεν ρωτάει πραγματικά το γιατί. Διότι όλοι υποψιάζονται, ψυχανεμίζονται ή δυστυχώς γνωρίζουν την απάντηση, η πόλη χάνεται και κανείς δεν ξέρει αν υπάρχει χρόνος πια.
Λίγη ιστορία αν θυμηθούμε θα καταλάβουμε πως γι ακόμα μια φορά ο κόσμος όσων δικαιωματικά στέκονταν στα σταυροδρόμια της πόλης ήρθε η ώρα να υποχωρήσει, να σαρωθεί, να μετατραπεί σε μπάζα που θα "θεμελιώσουν" την νέα πόλη η οποία όμως είναι ακόμα αφανέρωτη (αυτό το αφανέρωτο είναι που πανικοβάλει).
Σε κάθε ιστορική στροφή η Αθήνα χάνει ιστορικά της κτίρια, θυσιάζει ιστορία και μνήμη, όχι από  υπολογισμό ή κάποιου είδους αποστροφή στην οικεία αρχιτεκτονική αλλά από ανάγκη. Αυτή η πόλη δεν έχει χώρο να αναπτύξει το αύριο της, σ' ένα τόσο δα κέντρο συνωστίζονται τα πάντα, τα καλά και τα κακά της μοίρας της: έμποροι, σκουπίδια, τραπεζίτες, προβοκάτορες, απεργοί, μπάτσοι που δήθεν φρουρούν (τι;), πολιτικοί, επιχειρηματίες, μπράβοι, βλαχοδήμαρχοι, πλανόδιοι, πουτάνες, παράνομοι πάσης φύσεως, οξύθυμοι και πράοι, πρόβατα και λύκοι, 70 χρόνια σκοτώνονται εξουσιαστές και αντιεξουσιαστές για το σταυροδρόμι - σύμβολο εκεί μπροστά στη Μ. Βρετανία. Αν η Σταδίου μείνει με όλα τα ιστορικά της κτίρια τότε δεν πρόκειται να ανανεωθεί το πρόσωπο της ποτέ. Και η φωτιά αυτό κάνει; αλλάζει το πρόσωπο; Όχι, η φωτιά είναι σκέτη η απελπισία, η αδυναμία να σχεδιαστεί κάτι και να ειπωθεί μια αφήγηση μια σαγήνη. Η φωτιά εξαλείφει δεν αποκαθιστά, δεν δικαιώνει και δεν δικαιώνεται, αλλά φωτίζει το οικόπεδο που όλοι θέλουν να καταπατήσουν, η πόλη αυτή όπως όλη η Ελλάδα τρέφεται από τις σάρκες της διότι δεν έχει ούτε πλούτο ούτε ζωτικό χώρο να εκμεταλλευτεί όπως έχουν οι Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που θαυμάζουμε. Και αυτό το λίγο που έχει το ξοδεύει ασύστολα και το βρομίζει.
Οι παρκαδόροι περιμένουν να πάει 9 για να κλείσουν τα μαγαζιά ώστε να κάνουν  πάρκιγκ τα πεζοδρόμια, οι προβοκάτορες την διαδήλωση να κρυφτούν μέσα της μέχρι να φτάσουν στη Μ. Βρετανία, οι πορτοφολάδες περιμένουν τους αμέριμνους. Όλοι κάτι περιμένουν για να πιαστούν πάνω του, αλλά το σφίγγουν πολύ και η ζωή γίνεται δυσβάστακτη, εμποδίζεται.
Οι άνθρωποι ξεχνούν που πάνε και  μετά δεν θέλουν τίποτα να τους το θυμίζει γιατί δεν έχουν κουράγιο να ξαναρχίσουν, και σβήνουν μαζί με τον καιρό τους και τις επιχειρήσεις τους, τίποτα δεν είναι αιώνιο και εμείς βιαστικά και χωρίς αποσκευές μεταβαίνοντες, από την Κοκκινιά στο Πασαλιμάνι και από το Μεταξουργείο στην Αγία Παρασκευή, προσπερνάμε το ανοίκειο κέντρο, διότι είναι χώρος προσωρινός, ίσως ήταν πάντα έτσι, εκεί που χθες έφταναν σωρηδόν οι πατεράδες μας από τα χωριά, εκεί που σήμερα ψευτοζούν φουκαράδες ασιάτες.
Το κέντρο της Αθήνας είναι λοιπόν ένας χώρος ακατοίκητος από την οικειότητα, ένας τόπος ασταθής και απροσδιόριστος σαν βάλτος, ακριβώς κάτω από την Ακρόπολη. Το μόνο που του απομένει είναι να γίνει πάγκος παζαριού, να βγάζει λεφτά, αλλά γι΄αυτό χρειάζεται περισσότερος χώρος για νέες ευκαιριακές επιχειρήσεις και φιέστες. Η πόλη σβήνει τη μνήμη της διότι δεν έχει άλλο χώρο για να εγγράψει τη νέα εμπειρία της, αλλά την σβήνει άγαρμπα, είτε με τις μπουλντόζες της αντιπαροχής που κυριολεκτικά σάρωσαν το 90% των ιστορικών κτιρίων, είτε με τη φωτιά (ΑΤΤΙΚΟΝ, ΜΙΝΙΟΝ κλπ), είτε με το real estate (μετατροπή του παλιού εμπορικού κέντρου σε ζώνη ψυχαγωγικής κατανάλωσης), είτε με την βαρβαρική νέα επιχειρηματικότητα (ΑΠΟΤΣΟΣ, ΜΠΡΑΖΙΛΙΑΝ, πείτε μου σε πια άλλη πόλη του κόσμου θα άλλαζαν όνομα στο καφενείο όπου σύχναζε όλη η πνευματική ελίτ;) είτε με την αρχιτεκτονική (αναπλάσεις πλατειών στο κενό), είτε με την εκτός κλίμακας, τόπου και χρόνου δημόσια τέχνη (ΔΡΟΜΕΑΣ, ΜΠΙΕΝΑΛΛΕ) είτε με τα ΜΑΤ (παλιότερα  και με τα τανκς).

πως να αντιμετωπίσεις κάποιον που σε "πυροβολεί" με το ψωμί του;

Τώρα όμως αυτά δεν αρκούν, δεν εξασφαλίζουν ούτε τον λίγο χρόνο ούτε τη ροή του χρήματος που χρειάζεται το εφήμερο για να μεταβληθεί σε παγίδα ως μια μορφή της απόλαυσης. Βλέπετε αυτή τη φορά δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά ούτε η παιδεία η οποία παλιότερα πετύχαινε να ενσωματώνει τους νέους κατοίκους στον αστικό μύθο (πρόσφυγες, επαρχιώτες). Οι ομάδες που ελέγχουν τις ιδιοκτησίες και τις χρήσεις στο κέντρο που προσπαθούν να ελέγξουν μέσω της επιχειρηματικότητας την λειτουργία της πόλης, αλλά αυτό δεν γίνεται πια διότι έχουν αναπτυχθεί φυγόκεντρες δυνάμεις ισχυρότερες και πιο απρόβλεπτες από ποτέ, οι οποίες δεν δελεάζονται με καθρεφτάκια διότι έχουν ακραία απελπισία και δεν συνομιλούν διότι δεν γνωρίζουν, δεν έχουν διδαχθεί, τους κώδικες.
Η γλώσσα τώρα διαχωρίζει και η πόλη ετοιμάζεται ως έδαφος, για να ξανακατοικηθεί, κάνει χώρο.