24 February 2014

[χρυσό χνούδι]

Η Χατσεπσούτ κοιμάται με ανοιχτή την τηλεόραση
τραντάζεται από όνειρα που δεν θέλει να θυμάται,
πριν ξημερώσει ακινητεί, της πέφτει βαριά η μάσκα,
την βγάζει, αργά, χρυσά , στενάχωρα.
σαν πως η ίδια δηλητηρίασε με χάδια τον εαυτό της.


Δεν τολμούσαμε πια τις βόλτες ως την χαμένη άκρη του δρόμου,
τα άδεια όστρακα που έτριβαν στα χρωματοπωλεία
σε 'κάναν να κλαις, ή έτσι ευχόμουν τότε
πάνω από ένα γουδί γεμάτο με ήλεκτρο και ζάχαρη,
όταν ένα ανατρίχιασμα έσταξε στη ράχη σου.


Το απομεσήμερο, χρυσό φως
φυτρώνει ανάμεσα στις ωμοπλάτες της,
κάθε τόσο, κοράκια ανοίγουν φτερούγες
πάνω από τα χωράφια με τη σίκαλη,
Ιούνης μήνας, που κοροϊδεύει σαν περαστικός ύπνος.
Το χνούδι αυτό ήταν ο χάρτης.

Ζυγιάστηκαν για μια στιγμή,
και μια στιγμή είναι πάντα μια στιγμή
είτε ρουφάς τη μύτη σου είτε πέφτει η Πόλη,
μετά όλα γίνονται αμετάκλητα,
ποιος άλλος τα ξέρει; ρώτησε,
ούτε εκείνος ο διάβολος που ζούσε στις αντηρίδες.


Ήτανε τέλος της άνοιξης,
κοίταζε τα βράχια και τα μάτια της σκούρυναν,
έσπαζαν τα φυτρωμένα τη γη,
κι ήτανε τόσα όμορφα μαζεμένα γύρω της,
κι αυτό ήταν κάτι που δεν το άντεχε.


Ξυπνώ τραχύς και μουσκεμένος,
καθαρή παραξενιά φτιαγμένη από σμυρίδα
κρυμμένη στη καμπούρα της φάρα μου,
τριακόσια χρόνια, να ακονίζει στιλέτα
τόσα λεπτεπίλεπτα
που χάνονταν κάποτε στα σώματα των σκοτωμένων.


Χωρίς αίμα.


(Σώτος Δασκαλόπουλος)


(Jon Estward)

22 February 2014

[χρυσόψαρα]

Γλιστράμε
κρυβόμαστε στα σκοτεινά μέρη της στέρνας,
ακουμπάμε στον πάτο, εκεί σαν ψάρια, ξέπνοοι,
όταν το ίδιο χέρι ή άλλο, δεν μπορώ να ξέρω,
ούτε λεπτό για να μάθω κοντά στην επιφάνεια,
αναδεύει την λαχτάρα μας.

Όμως,
μας προδίδει το χρώμα του κορμιού μας, στιλπνό του έρωτα
ξέρουμε, αλλά προτιμούμε να ξεχνάμε, μας αρέσει η γιορτή,
ύστερα το χέρι πάλι βγαίνει,
για καλό και για κακό μετριόμαστε,
κι η στέρνα γεμίζει ανταύγειες και δροσιά.

Κάποτε,
έξω ή πάνω από τη στέρνα
ανάβουν φωτιές, αστραφτερές, κόκκινες, πορτοκαλιές
που σπαρταρούν και τρεμουλιάζουν δίγνωμες,
πολλοί κοιτάζουν στον ουρανό σαν σε καθρέφτη,

καθ' ομοίωση.

(Σώτος Δασκαλόπουλος)



Κώστας Μπομπός, μυστικός κήπος, νερομπογιές

11 February 2014

[ταυτόχρονα]

Μια ανάμνηση που έχω από εσένα
τέτοια ώρα, κι εποχή, 

Πόσο μοιάζουν οι σκιές το απόγευμα

Να κάθομαι ήσυχα να περιμένω κοντά, 
αλλά όχι τόσο, 
σ' ένα κατάλευκο βάζο φτιαγμένο από αστραφτερή πορσελάνη,
σαν να είμαστε όλοι ταυτόχρονοι

Η παρουσία κι η απουσία μαζί και πλάι του,
στο ενσταντανέ ενός αποφασιστικού και θαρραλέου κόσμου, 
της μυθικής δεκαετίας του '30,
όταν οι άνθρωποι ένιωθαν ακόμη την ποίηση και την απειλούμενη αξιοπρέπεια. 

Κι ένα είδωλο, ένας ολοκάθαρος μορφασμός να μακραίνει
γλιστρώντας πάνω στην καμπύλη που είχε πιάσει όλο το δωμάτιο,
όπως εγώ έπιανα την εικόνα, της, στην άκρη του βλέμματος, 
ακόμα και δίχως να ήθελα, εκεί στα δεξιά μου.

Αλλά μπορεί να είναι μόνο μια ιδέα καρφωμένη κάπου
με στραβωμένα παιδικά καρφιά,
όπως κάτι το επείγον.

(Σώτος Δασκαλόπουλος)