26 September 2014

[μικρά]

Αλίμονο μου!
 Σε ποιων έφτασα πάλι τη χώρα; 
Είναι αλαζόνες, άγριοι κι άδικοι;
Και πώς
αστόχαστα αφέθηκα
στην απατηλότητα μιας ψεύτικης καλοκαιρίας;


 (Israelis Bidermanas, The Rabbit Seller)

---

Η παρακοιμώμενη φύλακας της βασιλείου κλίνης
αρχηγός των παιδοπούλων και των κοιτωνάριων
περιπατούσε πίσω από τον βασιλιά
φορώντας σκαραμάγγιο και σπαθί.

Σ.Δ.

22 September 2014

χωρίς κανένα χάσμα

 η Μάρω (Μαρία Ζάννου) στα 1938

Το καλοκαίρι του '38 ο ερωτευμένος Σεφέρης παίρνει τη Μάρω να τη γνωρίσει στους "δικούς του". Πηγαίνουν στην Αργολίδα κοντά στο Τολό, ο χρόνος και οι καταγωγές έχουν ήδη διασταλεί, φτάνουν στη περιοχή νωρίς τα ξημερώματα, κοιτάζουν την ακτή, ησυχία, ποιος να ψάχνει τι από έναν ξεχασμένο βασιλιά;


η ακρόπολη της Ασίνης


Εκείνοι.
Μέρες και μέρες σκαρφαλώνουν τα βράχια, ψηλαφούν τις χαρακιές, γυρεύουν ίχνη τριών χιλιάδων χρόνων, ανασκάπτουν σκιές κι άδειους ήχους, η γη τους αποκρίνεται ακατάληπτα, χιλιάδες χρόνια κι οι πέτρες έχουν αγριέψει, επιμένουν όμως, σαν μικρές θεότητες σκάζουν στα γέλια, χωρίς άλλο τα βάζουν με το χρόνο, κολυμπούν και φωνάζουν ο ένας στον άλλον τους στίχους από την Ιλιάδα (Β, 559-560)

Οἳ δ᾽ Ἄργός τ᾽ εἶχον Τίρυνθά τε τειχιόεσσαν
Ἑρμιόνην Ἀσίνην τε, βαθὺν κατὰ κόλπον ἐχούσας

Έτσι ζουν, εκεί, εκείνο το καλοκαίρι, αψηφούν τον ήλιο που ανεβαίνει τα μεσημέρια απειλητικός, έκσταση και δέος τους διακατέχουν, κι ούτε ξέρουν πώς θα βγούνε από εκείνον τον βαθύ κόλπο κι αν θα ξαναγυρίσουν στη πόλη, το καλοκαίρι τους ρουφάει... Αναζητούν την προσωπίδα και τις λάμψεις από τα όπλα ενός ανώνυμου βασιλιά, κι η συναίσθηση γίνεται η σκαπάνη τους.
Τελικά βρίσκονται οι λέξεις, ο Σεφέρης θα το ήξερε κι από πριν αυτό, είναι βέβαιο, αλλά φτιάχνει έναν ολόκληρο κόσμο και πέρα από τις λέξεις για χάρη τους, για χάρη της. Ο έρωτας κι ο τόπος κάτι μοναδικό συγκροτούν μέσα του, καθώς μια μια οι λέξεις ανασύρονται και μπαίνουν σε μια σειρά φανερώνεται το πιο ζηλευτό, μια σχεδόν ενσαρκωμένη ουτοπία της δημιουργίας, το ίχνος του πλέον ερωτικού καλοκαιριού τους, το ομορφότερο ποίημα που γράφτηκε ποτέ στην Ελληνική γλώσσα, σε πρώτο πληθυντικό, αφού ο ξεχασμένος βασιλιάς λες και υπήρξε, κάποτε, μόνο διότι υπάρχουν αυτοί οι δυο μαζί που τον γυρεύουν εκεί, αύριο ίσως θα υπάρχει γι' άλλους, αλλά εκείνο το καλοκαίρι ήταν δικός τους.

(Ὁ Βασιλιᾶς τῆς Ἀσίνης)

Ἀσίνην τε...
ΙΛΙΑΔΑ

Κοιτάξαμε ὅλο τὸ πρωὶ γύρω-γύρω τὸ κάστρο

ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ ἴσκιου ἐκεῖ ποὺ ἡ θάλασσα
πράσινη καὶ χωρὶς ἀναλαμπή, τὸ στῆθος σκοτωμένου παγωνιοῦ
Μᾶς δέχτηκε ὅπως ὁ καιρὸς χωρὶς κανένα χάσμα.
Οἱ φλέβες τοῦ βράχου κατέβαιναν ἀπὸ ψηλὰ
στριμμένα κλήματα γυμνὰ πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ ἄγγιγμα τοῦ νεροῦ, καθὼς τὸ μάτι ἀκολουθώντας τις
πάλευε νὰ ξεφύγει τὸ κουραστικὸ λίκνισμα
χάνοντας δύναμη ὁλοένα.
Ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ ἥλιου ἕνας μακρὺς γιαλὸς ὁλάνοιχτος
καὶ τὸ φῶς τρίβοντας διαμαντικὰ στὰ μεγάλα τείχη.
Κανένα πλάσμα ζωντανὸ τ᾿ ἀγριοπερίστερα φευγάτα
κι ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης ποὺ τὸν γυρεύουμε δυὸ χρόνια τώρα
ἄγνωστος λησμονημένος ἀπ᾿ ὅλους κι ἀπὸ τὸν Ὅμηρο
μόνο μία λέξη στὴν Ἰλιάδα κι ἐκείνη ἀβέβαιη
ριγμένη ἐδῶ σὰν τὴν ἐντάφια χρυσὴ προσωπίδα.
Τὴν ἄγγιξες, θυμᾶσαι τὸν ἦχο της; κούφιο μέσα στὸ φῶς
σὰν τὸ στεγνὸ πιθάρι στὸ σκαμμένο χώμα-
κι ὁ ἴδιος ἦχος μὲς στὴ θάλασσα μὲ τὰ κουπιά μας.
Ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης ἕνα κενὸ κάτω ἀπ᾿ τὴν προσωπίδα
παντοῦ μαζί μας παντοῦ μαζί μας, κάτω ἀπὸ ἕνα ὄνομα:
«Ἀσίνην τε... Ἀσίνην τε...»
καὶ τὰ παιδιά του ἀγάλματα
κι οἱ πόθοι του φτερουγίσματα πουλιῶν κι ὁ ἀγέρας
στὰ διαστήματα τῶν στοχασμῶν του καὶ τὰ καράβια του
ἀραγμένα σ᾿ ἄφαντο λιμάνι-
κάτω ἀπ᾿ τὴν προσωπίδα ἕνα κενό.
Πίσω ἀπὸ τὰ μεγάλα μάτια τὰ καμπύλα χείλια τοὺς βοστρύχους
ἀνάγλυφα στὸ μαλαματένιο σκέπασμα τῆς ὕπαρξής μας
ἕνα σημεῖο σκοτεινὸ ποὺ ταξιδεύει σὰν τὸ ψάρι
μέσα στὴν αὐγινὴ γαλήνη τοῦ πελάγου καὶ τὸ βλέπεις:
ἕνα κενὸ παντοῦ μαζί μας.
Καὶ τὸ πουλὶ ποὺ πέταξε τὸν ἄλλο χειμώνα
μὲ σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζωῆς,
κι ἡ νέα γυναίκα ποὺ ἔφυγε νὰ παίξει
μὲ τὰ σκυλόδοντα τοῦ καλοκαιριοῦ
κι ἡ ψυχὴ ποὺ γύρεψε τσιρίζοντας τὸν κάτω κόσμο
κι ὁ τόπος σὰν τὸ μεγάλο πλατανόφυλλο ποὺ παρασέρνει
ὁ χείμαρρος τοῦ ἥλιου
μὲ τ᾿ ἀρχαῖα μνημεῖα καὶ τὴ σύγχρονη θλίψη.
Κι ὁ ποιητὴς ἀργοπορεῖ κοιτάζοντας τὶς πέτρες κι ἀνα-
ρωτιέται
ὑπάρχουν ἄραγε
ἀνάμεσα στὶς χαλασμένες τοῦτες γραμμὲς τὶς ἀκμὲς τὶς
αἰχμὲς τὰ κοῖλα καὶ τὶς καμπύλες
ὑπάρχουν ἄραγε
ἐδῶ ποὺ συναντιέται τὸ πέρασμα τῆς βροχῆς τοῦ ἀγέρα
καὶ τῆς φθορᾶς
ὑπάρχουν, ἡ κίνηση τοῦ προσώπου τὸ σχῆμα τῆς στοργῆς
ἐκείνων ποὺ λιγόστεψαν τόσο παράξενα μὲς στὴ ζωή μας
αὐτῶν ποὺ ἀπόμειναν σκιὲς κυμάτων καὶ στοχασμοὶ μὲ
τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ πελάγου
ἢ μήπως ὄχι δὲν ἀπομένει τίποτε παρὰ μόνο τὸ βάρος
ἡ νοσταλγία τοῦ βάρους μιᾶς ὕπαρξης ζωντανῆς
ἐκεῖ ποὺ μένουμε τώρα ἀνυπόστατοι λυγίζοντας
σὰν τὰ κλωνάρια τῆς φριχτῆς ἰτιᾶς σωριασμένα μέσα στὴ
διάρκεια τῆς ἀπελπισίας
ἐνῶ τὸ ρέμα κίτρινο κατεβάζει ἀργὰ βοῦρλα ξεριζωμένα
μὲς στὸ βοῦρκο
εἰκόνα μορφῆς ποὺ μαρμάρωσε μὲ τὴν ἀπόφαση μιᾶς πίκρας παντοτινῆς.
Ὁ ποιητὴς ἕνα κενό.
Ἀσπιδοφόρος ὁ ἥλιος ἀνέβαινε πολεμώντας
κι ἀπὸ τὸ βάθος τῆς σπηλιᾶς μία νυχτερίδα τρομαγμένη
χτύπησε πάνω στὸ φῶς σὰν τὴ σαΐτα πάνω στὸ σκουτάρι:
«Ἀσίνην τε Ἀσίνην τε...». Νἄ ῾ταν αὐτὴ ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης
ποὺ τὸν γυρεύουμε τόσο προσεχτικὰ σὲ τούτη τὴν ἀκρόπόλη
ἀγγίζοντας κάποτε μὲ τὰ δάχτυλά μας τὴν ὑφή του πάνω στὶς πέτρες.

(Ἀσίνη, καλοκαίρι ῾38 - Ἀθήνα, Γεν. ῾40,

Γιώργος Σεφέρης, Ημερολόγιο Καταστρώματος Α)













































































































15 September 2014

[Τα ίχνη του τράγου]

Από εδώ μπροστά πέρασε το καλοκαίρι

ένα άγριο φως αρπάχτηκε από το δέρμα σου

κι ανατρίχιασες κάπως



Εκεί στην άκρη, είπα

είναι ένας γερό τράγος

γύρισε να τον δεις, πώς αστράφτει



Αυτός συδαύλιζε τις γιορτές.



Φάνηκε σαν ευκαιρία, τότε

σε έπιασα από τους ώμους

δεν ήθελα να σε αφήσω, πάλεψα

έπλασα ύλες και χρώματα

ώσπου μείνανε τα χνάρια μου

κάτι μουτζούρες

στο φως που μοιράστηκε

το χνούδι σου



Ποιος τράγος, ρώτησες

δεν είδα· που;

θυσίασες την πλάτη σου στην απορία

αλήθεια πώς αστράφτει;



Η αλήθεια ήταν πως, εκείνη τη στιγμή,

δεν ξέρω πως, αλλά κάπως άστραψε.

(Σώτος Δασκαλόπουλος, 2014)

(Bill Brandt, Van Gogh’s room, Asylum of St. Paul de Mausole, Saint-Remy-de-Provence)

14 September 2014

Οι πέντε μάγκες ήταν έξι

Οι "Πέντε μάγκες του Περαία", ήταν έξι, κι ο μούργος επτά, άγνωστο όμως γιατί στο τραγούδι διασώθηκαν μόνο οι πέντε, ήταν όλοι τους νταήδες, μπράβοι και ιδιοκτήτες δηλαδή στα μαγαζιά πέριξ του λιμανιού.

 
(Κώστας Περιβόλας, Αργύρης Τζώρτζης και Νίκος Μάθεσης, όρθιοι, και Βαγγέλης Βετούλας, Μαρίνος Βογιατζής, Σωτήρης Περιβόλας, καθιστοί, στις φυλακές της Αίγινας στα 1932)



( Νίκος Μάθεσης ή Τρελάκιας, Μαρίνος Βογιατζής ή Μουστάκιας και Μούργος, στην Τρούμπα)

 http://youtu.be/sJqpyb1pBoI

http://youtu.be/5pIeV8sJ-N8

(Όμως μόνο για τους τρεις, από αυτούς τους μάγκες, άκουσα ή έμαθα κάποια πράγματα αργότερα, σκόρπιες ιστορίες... η ζωή τους, η κάθε στιγμή τους, ήταν εντελώς ζυμωμένη με το ρεμπέτικο τραγούδι, από εκείνες τις σπάνιες φορές στην ιστορία όπου δημιουργοί, έργα και θεματογραφία είναι αξεδιάλυτα.)

Ο Νίκος Μάθεσης ή "Τρελάκιας" ήταν ένας από τους πρωτοπόρους στιχουργούς του ρεμπέτικου,   

Έδιωξα κι εγώ μια γάτα / πού’ χε γαλανά τα μάτια
σαν κοιμόμουνα τη νύχτα / μου’ χωνε βαθιά τα νύχια…
(Η ΓΑΤΑ, 1934, χασάπικο που τραγούδησε ο Στελάκης Περπινιάδης)

Τα τραγούδια του Μάθεση * θεωρούνται από τα πιο αντιπροσωπευτικά εκείνης της περιόδου. Το τραγούδι του Τσιτσάνη «Σε διώξαν απ’ την Κοκκινιά» (1950), σε στίχους του (Μάθεση), ήταν μεγάλη επιτυχία της εποχής. Μετά τον θάνατό του ηχογραφήθηκε το ανέκδοτο τραγούδι του «Ένας λεβέντης έσβησε», το οποίο είχε γράψει για τον θάνατο του Άρη Βελουχιώτη, από τον Γιώργο Νταλάρα, στον δίσκο «Τα ρεμπέτικα της κατοχής» (1980). Ο Μάθεσης ήταν στιχουργός που έγραφε άμεσα τα βιώματά του από τον υπόκοσμο του Πειραιά. Ήταν σκληρός άντρας, και βίαιος μάγκας της Τρούμπας που ο ίδιος χαρακτήρισε κόλαση, κι όπου κάθε μέρα γίνονταν φόνοι. Στη διάρκεια του μεσοπολέμου, όλοι οι κουτσαβάκηδες κι οι νταήδες τον υπολόγιζαν και έγινε πασίγνωστος με το ψευδώνυμο ο Τρελάκιας. 
Το 1938 διέπραξε και φόνο, όταν ευρισκόμενος σε άμυνα, σκότωσε τον Στρίγκλα, γνωστό και επίφοβο μάγκα της Φρεαττύδας.
 

 Τα δυο αδέλφια Περιβόλα, ήταν επίσης νταήδες ονομαστοί, ο Κώστας Περιβόλας πριν δείρει τον αντίπαλο του τον ρώταγε πρώτα, τι να σου σπάσω.. χέρι, πόδι, ή πλευρά...
Η ιστορία τους μπερδεύεται ανάμεσα στα ντουμάνια της εποχής τους, κι ο ίδιος ο Κώστας την μια εμφανίζεται να σκοτώνεται μπαμπέσικα, από δυο μανιατάκια 20-23 χρόνων στα καρβουνιάρικα..με δυο μαχαιριές στην πλάτη, την άλλη να ζει μέχρι τα γεράματα του το 1983, και ακόμα μια εκδοχή τον θέλει αλύγιστο ήρωα (ίσως ήταν συνωνυμία όμως) να βασανίζεται και εν τέλει να εκτελείται από τον ίδιο τον προδότη Πλυτζανόπουλο στο Μπλόκο της Κοκκινιά!
Όπως κι αν είναι πρόκειται για μυθικούς χαρακτήρες από μυθική γενιά, μάνα τους ήταν η Ελένη Τενεκίδου (η περιβόητη Έλλη που "θέλει σκότωμα ... " του παλιού τραγουδιού, που όμως δεν καταγράφει την αλήθεια!). Τα αγόρια πάντως με τις τρεις αδελφές τους και τη μάνα τους, που είχε χωρίσει από τον πατέρα τους Γιάννη Περιβόλα, είχαν φτάσει πρόσφυγες από τα Βουρλά στην Κοκκινιά, όπου μεγάλωσαν και έγιναν υπολογίσιμοι παράγοντες στη μάγκικη ζωή του Πειραιά, ειδικά ο Σωτήρης, που ήταν πιο ρωμαλέος και πιο ''βαρύς'' τύπος, και πριν τον πόλεμο μάλιστα ''έπεσε'' φυλακή για φόνο, αφού ''μπιστόλισε'' κάποιον αντιβενιζελικό. Στη κατοχή όμως πήρε μέρος ενεργά στην Εθνική Αντίσταση, και το '47-48 βρέθηκε στις φυλακές Αίγινας, καταδικασμένος σε θάνατο, αλλά τη γλύτωσε τη τελευταία στιγμή με χάρη!
Το 1927 όμως τα δυο αδέλφια άνοιξαν την περίφημη ταβέρνα ΠΕΡΙΒΟΛΑΣ στη "γέφυρα", από την οποία προπολεμικά πέρασαν όλοι οι ρεμπέτες, αλλά κυρίως μεταπολεμικά ήταν που έπαιξε σπουδαίο ρόλο για το λαϊκό τραγούδι και τους δημιουργούς του, κι έμεινε ανοιχτή μέχρι το 1968, την εποχή δηλαδή που πέθανε ο Σωτήρης.

Αργότερα στο ίδιο κτίριο, ο Θεός να το κάνει κτίριο κάτι παραπήγματα ήταν, άνοιξε κεμπαπτζίδικο με την επωνυμία Ο ΑΣΣΟΣ, όπου πηγαίναμε καμιά φορά οικογενειακώς, ή λίγα μέτρα πιο κάτω στο αρχαιότερο ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΟΝ, κι εκεί συνήθως άκουγα τις ιστορίες για του Περιβόλα και του Κεφάλα, το άλλο κέντρο απέναντι στην οδό Τσαλδάρη που όμως τότε ο κόσμος την έλεγε οδός Οκτώ, ή ακόμα κι οδό Φραγκοσυριανής, και πως εκείνες τις εποχές του '50 και του '60, σε αυτά τα δυο μαγαζιά μαζευόταν όλος ο “καλός" κόσμος, καλλιτεχνικός αλλά και αριστοκρατία από την Αθήνα και την Κηφισιά”, για να ακούσουν και για να δουν, τον Καζαντζίδη, τη Μαρινέλα, τη Μαρίκα Νίνου.

(*) ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΑΘΕΣΗ:
  1. «ΜΕΣ ΣΤΟΥ ΝΙΚΗΤΑ ΤΟΝ ΤΕΚΕ» (βαρύ και παραπονιάρικο ζεϊμπέκικο. Προηγείται ωραίο και μεγάλο ταξίμι)
Μουσική: Γιάννης Δραγάτσης ή Ογδοντάκης ή Ογδόντας / Ερμηνεία: Γιώργος Παπασιδέρης / Δίσκος του 1931
2. «Ο ΓΕΩΡΓΟΣ»
Μουσική: Δημήτρης Μπαρούσης ή Μπαρούς ή Λορέντζος / Ερμηνεία: Γιώργος Παπασιδέρης
3. «ΓΥΦΤΟΠΟΥΛΑ»
Μουσική: Γ. Μπάτης / Ερμηνεία: Γ. Μπάτης
4. «ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ Ο ΤΣΑΜΠΟΥΚΑΣ», (βαρύ ζεϊμπέκικο)
Μουσική: Πέτρος Κυριακού / Ερμηνεία: Πέτρος Κυριακού / Δίσκος του 1932
5. «Ο ΝΤΟΥΝΤΑΣ» (ζεϊμπέκικο). Αναφέρεται σε υπαρκτό πρόσωπο, τον Σαλαμίνιο Βαγγέλη Λύτρα, αδερφό της μάνας του Μάθεση.
6. «Ο ΝΙΚΟΣ Ο ΤΡΕΛΑΚΙΑΣ», (ζεϊμπέκικο)
Μουσική: Ανέστης Δελιάς ή Αρτέμης / Ερμηνεία: Ανέστης Δελιάς ή Αρτέμης / Δίσκος του 1933
7. «ΜΠΑΡΜΠΟΥΤΑΤΖΗΣ» (ζεϊμπέκικο)
Μουσική: Μανόλης Χρυσαφάκης ή Φυστιξής / Ερμηνεία: Στελλάκης Περπινιάδης / Δίσκος του 1934
8. «ΚΟΥΛΟΥΡΙΩΤΙΣΣΑ» (χασάπικο)
Μουσική: Δημήτρης Μπαρούσης ή Μπαρούς ή Λορέντζος / Ερμηνεία: Γιώργος Παπασιδέρης / Δίσκος του 1935
9. «ΒΡΕ ΜΑΓΚΑ ΜΟΥ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΣΟΥ» (ζεϊμπέκικο)
Μουσική: Ανέστης Δελιάς ή Αρτέμης / Ερμηνεία: Ανέστης Δελιάς ή Αρτέμης / Δίσκος του 1935
10. «ΜΑΣ ΚΥΝΗΓΟΥΝ ΤΟΝ ΑΡΓΙΛΕ» (βαρύ ζεϊμπέκικο)
Μουσική: Δημήτρης Μπαρούσης ή Μπαρούς ή Λορέντζος / Ερμηνεία: Ρόζα Εσκενάζυ / Δίσκος του 1936
11. «ΣΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ» (χασάπικο)
Μουσική: Δημήτρης Μπαρούσης ή Μπαρούς ή Λορέντζος / Ερμηνεία: Ρόζα Εσκενάζυ / Δίσκος του 1938
12. «ΣΟΥ’ ΧΑ ΧΑΡΙΣΕΙ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ» (χασάπικο)
Μουσική: Γιάννης Παπαϊωάννου / Δίσκος του 1939
13. «ΑΡΡΩΣΤΗΣΑ ΜΑΝΟΥΛΑ ΜΟΥ» (ζεϊμπέκικο)
Μουσική: Στελλάκης Περπινιάδης / Ερμηνεία: Στελλάκης Περπινιάδης / Δίσκος του 1947
14. «ΜΑΥΡΑ ΤΑ ΒΛΕΠΩ» (χασάπικο)
Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης / Ερμηνεία: Πρόδρομος Τσαουσάκης / Δίσκος του 1949
15. «Ο ΝΟΙΚΟΚΥΡΗΣ» (χασάπικο)
Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης / Ερμηνεία: Πρόδρομος Τσαουσάκης / Δίσκος του 1950
16. «ΣΕ ΔΙΩΞΑΝ ΑΠ’ ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΙΑ» (ζεϊμπέκικο)
Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης / Ερμηνεία: Πρόδρομος Τσαουσάκης και Ρένα Στάμου
Δίσκος του 1950
17. «ΨΕΥΤΙΚΕ ΚΟΣΜΕ» (ζεϊμπέκικο)
Μουσική: Σταύρος Τζουανάκος / Ερμηνεία: Σταύρος Τζουανάκος / Δίσκος του 1951
18. «ΚΑΘΕ ΜΑΝΑ ΑΓΑΠΑΕΙ» (ζεϊμπέκικο)
Μουσική: Νίκος Βούλγαρης / Ερμηνεία: Νίκος Βούλγαρης / Δίσκος του 1958
19. «ΕΝΑΣ ΛΕΒΕΝΤΗΣ ΕΣΒΗΣΕ» (ζεϊμπέκικο)
Μουσική: Μιχάλης Γενίτσαρης / Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας
Δίσκος του 1980, «Ρεμπέτικα της κατοχής», MINOS DAL-MSM  


πηγές: προσωπικές αναμνήσεις αφηγήσεων και η σελίδα