21 July 2014

Τα μυρωμένα μαντήλια

Η θεία μύριζε λεμονάκι, είχε πάντα πάνω της μυρωμένα μαντήλια, μεταξωτά ή λινά, τα έστρωνε στους γιακάδες των φουστανιών της, τα είχε στις τσέπες ή στην τσάντα της, πάντα παλιομοδίτικα μαντήλια, λες κι υπήρξε μια εποχή που αγόρασε όλα τα μαντήλια του κόσμου, κι έκτοτε τα πότιζε με κολόνια λεμονιού.
Ήταν παχουλή και δυσκίνητη, σαν ανηφορικό λεμονοδάσος μεσημέρι του καλοκαιριού, κι όταν ανέβαινε ασθμαίνοντας στις σκάλες, κυρίως όταν έφτανε ξέπνοη πάνω πάνω όπου ήταν το σπίτι μας, αντί να καταρρεύσει, όπως έδειχνε ότι θα πάθει, άνοιγε την εμπριμέ αγκαλιά της για να μας χωρέσει. Για χάρη αυτών των εορταστικών αγκαλιών, άλλωστε, άντεχε το δύσκολο "ταξίδι" μέχρι τα ψηλά πατώματα, κι όταν έφτανε, ιδρωμένη από την προσπάθεια, έβγαζε ένα θαυματουργό αρωματικό μαντήλι κι άλλαζε την ίδια της την φύση.  
Πριν όμως, βιαζόταν να ξεφορτωθεί τις τσάντες με τα καλά που κουβαλούσε, όταν ερχόταν επίσκεψη στο σπίτι μας, κρύσταλλα, γλυκά, τσουρέκια, ή χριστόψωμα στις γιορτές. Έφτανε φορτωμένη με δώρα και καλά αρωματισμένο το καλό της φουστάνι, χώρια τα μυρωμένα μαντήλια της που 'χε, σε τσάντες, τσέπες και πορτοφόλια. 

Ήταν μια ολόκληρη εποχή που, όλα ήταν παντοτινά, ακόμη κι η μυρωδιά της γιορτής, και πως τίποτα δεν θα άλλαζε ποτέ, παρά μόνο το νούμερο του έτους. 

Είχε κάτι μαγικό εκείνη η Μυρτώ της, η κολόνια την έκανε τόσο ανάλαφρη, διαφορετική, κι έδινε, λες, σύνθημα για γέλια και πειράγματα. Κελαηδούσε η θεία, όλα μαζί τα 'λεγε, απτόητη, αφού είχε καταφέρει το ανέβασμα δεν σταματούσε να μιλά και να πασπατεύει ένα μαντηλάκι που 'χε, για την περίσταση, στο χέρι. Στο τέλος, για να σηκωθεί από την πολυθρόνα και να καθίσουμε στο τραπέζι, μόνο με το γαργαλητό έπαιρνε, λιγωνόταν τότε κι έκανε πως παραπονιόταν, μη βρε, και όλο ψαχούλευε το πορτοφόλι της, εκείνο με το μεταλλικό κούμπωμα που ξεκούμπωνε με τον ήχο, κλατσ, σαν αυτόν που βγάζουν οι χορευτές στο ζεϊμπέκικο όταν τρίβουν απότομα και ηχηρά τον δείχτη και τον μέσο με τον αντίχειρα φωνάζοντας όπα, έτσι όπα φώναζε εκείνο το ξεκούμπωμα, να πάρε, και μου έδινε πάντα χαρτζιλίκι καλό.
Έδινε ό,τι είχε η θεία και δεν ζήταγε τίποτα, παρά μόνο μια αγκαλιά ακόμη βρε, που όταν την έπαιρνε γουργούριζε ευτυχισμένη. Δεν είχε κάνει δική της οικογένεια, ήταν η κόρη στρατιωτικού, μέχρι τα βαθιά γεράματα.

Όταν όμως καθόμασταν στο τραπέζι, μετά τις αγκαλιές, τα φιλιά και τις ευχές, μυρωμένοι κι εμείς πια από τα χάδια της θείας, για την ίδια άρχιζε το πιο δύσκολο μέρος της επίσκεψης: το φαγητό, κυρίως η μάσησή του. Δυσκολευόταν να μασήσει, ιδιαίτερα αν το εορταστικό ψητό της κατσαρόλας τύχαινε σκληρό. Η θεία δεν είχε δόντια δικά της, ούτε ένα, τα είχε βγάλει όλα, ένα ένα, με φριχτούς πονόδοντους, όπως βεβαίωνε κι ο πατέρας μου, όταν ακόμα ήταν νέα που κλαίγοντας τα έχασε κι έβαλε μασέλα.
Πως όμως τα έχασε όλα; άραγε, είχε μπλέξει με τόσο άχρηστους οδοντιάτρους οι οποίοι δεν κατάφεραν να της σώσουν κανένα, ή έτσι γίνονταν η οδοντιατρική παλιότερα; - κι αυτό το παλιότερα σχεδόν πάντα έφτανε στο μυαλό μου ως τον πόλεμο. 
Μήπως, τότε, τα πέταξε; μήπως δεν τα ήθελε, και δεν τα χώνευε καθόλου; Πολλά γίνονται μέσα σε έναν άνθρωπο, συμπάθειες, αντιπάθειες, και παράλογες ενοχές. Απομεινάρι, ίσως, κουσούρι από όταν δεν έβρισκαν τίποτα να μασήσουν, και τους ήταν άχρηστα όλα, δόντια, χέρια, και πόδια, εκείνη την λιμασμένη άνοιξη που 'ρθε πίσω από τον άγριο χειμώνα που πείνασαν όλοι, και οι μισοί πέθαναν. 
"Έκ τῆς νόσου τῆς πείνης", γράψανε στα πιστοποιητικά. Η αδελφή της έφυγε πρώτη, η Αρχοντούλα, δεκαεφτά χρονών. Έχασε άραγε τα δόντια της από την ασιτία πριν να χαθεί κι η ίδια; Και μετά η μάνα τους, η Σταματίνα, και λίγο αργότερα, μέρες δηλαδή, ο πατέρας τους, από την πείνα κι αυτός, ο Κωσταντής που στους Βαλκανικούς πολέμους είχε αφήσει τον έναν πνεύμονα στο θωρηκτό Αβέρωφ, και αντ αυτού, μάλλον, πήρε δυο παράσημα, που κάπου τα έχω τώρα εγώ, και μια τιμητική θέση στο λιμεναρχείο Σπετσών, μα που αργότερα δεν είχε να πάρει καθόλου τροφή για έναν φριχτό χειμώνα και μια φριχτότερη άνοιξη, κι ας έδωσε την ξυλεία της στέγης του σπιτιού τους στους Κρανιδιώτες για έναν τενεκέ λάδι. Τίποτα δεν βγήκε από αυτή την ανταλλαγή, και πέθαναν της πείνας, οι μισοί. Οι άλλοι μισοί ξεσπιτώθηκαν, διότι πως να μείνουν χωρίς στέγη και φαγητό, χωρίς μάνα, και πατέρα, κι αδελφή, μα κι η ίδια η Χρυσάνθη, παραλίγο να χαθεί κι αυτή, είχε πρηστεί, έτοιμη ήταν..., αλλά, φαίνεται, από τη μια κουράστηκαν από τις κηδείες, από την άλλη ήρθε το καλοκαίρι και βοηθήθηκαν, κάπως, κάτι έβρισκαν να φάνε. 
Σύντομα φύγανε από το νησί κι ήρθανε στην Αθήνα όπου υπήρχαν οργανωμένα συσσίτια για να γλυτώσουν, ή μόνο για να φύγουν. Η Χρυσάνθη, τελικά, έζησε αλλά, δόντι δεν της έμεινε. Της έμειναν όμως ένα σωρό αυτο-καταναγκασμοί, και τα μαντήλια ήταν εδώ που τα λέμε από τους πιο τρυφερούς. Ποιος ξέρει άλλωστε από τι μπορεί να την έσωζε αυτό το άρωμα...
Τώρα δεν υπάρχει κανείς από αυτούς, κάτι αναμνήσεις μόνο κι αυτές σκόρπιες που δύσκολα βγάζουν νόημα, και κείμενο μεγαλύτερο από τούτο, φωτογραφίες ελάχιστες, κι αυτές βουβαμένες, τις κοιτάζω σπάνια, και νοιώθω πως στο βάθος δεν με αφορούν, άλλος κόσμος, λες και αυτά τα πρόσωπα, πέρα από τις συγγένειες και τις προσπάθειες τους να ζήσουν μέσα σε μια κανονικότητα, εν τέλει έζησαν μια ζωή σταματημένη και χωμένη στο κενό από τα δόντια που χάσανε σφίγγοντας τα στόματα τους πέρα από τα όρια θραύσης ακόμα και της ψυχής τους.
Κι από την άλλη, αν με ένα μεταφυσικό τρόπο, κάπου υπάρχουν όλοι αυτοί και "αισθάνονται" ακόμα συγγένειες, αν λέω, με 'μένα συνεχίζουν να έχουν την συγγένεια; ή με εκείνους που τους έμοιασαν; στη Γάζα, στη Συρία κι αλλού, όπου οι άνθρωποι εξακολουθούν να χάνουν στέγες, τροφές, δόντια και ζωές. 
Ίσως, δηλαδή στο τέλος τέλος, εκπίπτει το εξ αίματος και ιδρύεται εκείνο το αιώνιο έκ τῆς πείνης και του πολέμου.


No comments: