13 June 2014

οι στρατιώτες κάθονται


Η μνήμη απεχθάνεται την κίνηση, προτιμά να διατηρεί τα πράγματα σε ακινησία, γι αυτό οι άνθρωποι αγαπούν τις φωτογραφίες γιατί σταματούν τη ζωή και έτσι γίνονται χάρτες με τους οποίους μπορούν να γυρνούν προς τα πίσω στο χρόνο για να πιάνουν το νήμα από εκεί που συνήθως κόβεται, ή έτσι πιστεύουν, αρκεί να μην μπερδευτούν ή ξεθωριάσουν πολύ οι φωτογραφίες κι οι χάρτες γίνουν άλλοι αντί άλλων.
Από τον πατέρα μου έχω πολλές αναμνήσεις, άμεσες δικές μου, αλλά κι άλλες κληροδοτημένες όπως αυτή η φωτογραφία, σε δυο αντίτυπα μάλιστα με εμφανείς τις ομοιότητες αλλά αφανείς διαφορές. Ποιος όμως απεικονίζεται σε αυτή τη φωτογραφία; Είναι όντως ο πατέρας μου; Αφού τότε, ο Άγγελος ήταν δεκαεννέα χρονών και δεν είχε ιδέα πως θα γνωριζόμασταν... Για εμένα είναι βέβαιο πως πρόκειται για τον πατέρα μου, αλλά όχι για εκείνον, εκείνη τη στιγμή αυτό θα ήταν αδιανόητο για όλη την παρέα των σμηνιτών της φωτογραφίας. Πόσο όμως απόλυτα και αμετάκλητα η πατρότητα, όπως κι η μητρότητα, μετασχηματίζει τον άνθρωπό, ακόμα και ως το παρελθόν ενός που φωτογραφίζεται ανυποψίαστος.
Ακόμα κι αν προσπαθήσω να τη δω όπως τόσες άλλες αναμνήσεις, σαν αυτό που απλώς σίγουρα είναι, δηλαδή ένα αποκρυσταλλωμένο στιγμιότυπο, στο οποίο συμμετείχαν τέσσερα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ο ένας συγγενής μου, πάλι η ίδια η εικόνα δημιουργεί συνειρμούς παράξενους που φτιάχνουν απίθανες ερμηνείες. Στο ενσταντανέ ο πατέρας μου βρίσκεται καθισμένος δεξιά, αντίκρυ από κάποιον σμηνίτη κάπου έξω σε ανοιχτό αλλά παραδόξως απροσπέλαστο στο μάτι χώρο, που μοιάζει ακριβώς γι αυτό θεόκλειστος. Επίσης σε αντίφαση με τους φωτογραφικούς τρόπους της εποχής στην εικόνα εμφανίζονται ακόμα δυο πρόσωπα, σχεδόν δηλαδή αφού πρόκειται για τις σκιές τους, εκ των οποίων ο ένας πρέπει να είναι σμηνίτης εφόσον η σκιά του φοράει το χαρακτηριστικό δίκοχο, σκιά κι αυτό, ενώ ο άλλος τραβάει τη φωτογραφία, σκέφτομαι πως ίσως να ήταν αξιωματικός, αφού η μηχανή που κρατάει είναι μικρή άρα όχι από τις επαγγελματικές της εποχής κι Αμερικάνικη μάλλον, κι εκείνοι που είχαν αλισβερίσια με τους Αμερικάνους τότε ήταν κυρίως οι αξιωματικοί, και επίσης θα ήταν μάλλον απίθανο να είχε φωτογραφική μηχανή κάποιος σμηνίτης στα 1954 μέσα σε στρατόπεδο.


Χιλιάδες θα είναι οι παρόμοιες φωτογραφίες με εκατοντάδες χιλιάδες άλλους πατεράδες σε προτέρα κατάσταση άγνοιας, αυτή όμως έχει μια ορισμένη ιδιαιτερότητα, περιέχει συνειρμούς που με οδηγούν ως τη Ρωσία 50 χρόνια νωρίτερα: Το όλο στήσιμο, η ατμόσφαιρά της και οι συνειρμοί της με κάνουν, κατά έναν περίεργο όσο και σαφή τρόπο κοιτώντας την σχεδόν να βλέπω μπροστά μου το έργο  οι στρατιώτες του Mikhail Larionov. Είναι εντελώς απίθανο κάποιος από τους τέσσερις εκείνης της παρέας στον Άραξο (ή στη Πάτρα, στην πραγματικότητα δεν ξέρω που ακριβώς ήταν στην περιοχή η λέσχη υπαξιωματικών της τότε Βασιλικής Αεροπορίας) να γνώριζε τον Λαριόνοφ και το έργο του ώστε να έπαιξε με την φωτογραφική διασκευή του. Παιχνίδι της τύχης είναι, ή ένδειξη του ότι οι άνθρωποι ενσαρκώνουν ρόλους και στάσεις μιμούμενοι πρότυπα, ακόμα κι αν δεν τα γνωρίζουν συνειδητά. Με δυο λόγια έτσι κάθονται οι στρατιώτες όταν φωτογραφίζονται στο διάλειμμα τους.
Θέμα και στις δυο εικόνες, ζωγραφιά και φωτογραφία, είναι η ανάπαυλα του στρατιώτη η οποία δίνει αφορμή για χαλάρωση, για οινοποσία, για τραγούδι, για χαρτοπαίγνιο και γι' αστεϊσμούς. Ο κενός χρόνος για τους στρατιώτες έχει κάτι ισοδύναμο με τις φωτογραφίες, αφού κόβει και σταμάτα τον χρόνο υπηρεσίας, τον κάνει έτσι ταξινομήσιμο και διαχειρίσιμο, κάνοντας κατανοητό το παράλογο της θητείας, κι αυτό δεν είναι λίγο τότε που κάποιος νιώθει ότι δεν ορίζει τον χρόνο του. Έτσι στο διάλειμμα ο φαντάρος, όπως ο μαθητής που ήταν πρωτύτερα ή ο εργαζόμενος που θα γίνει αργότερα, ανακτά την κυριαρχία επί του χρόνου του ή έτσι νομίζει. Ο ελεύθερος χρόνος, σίγουρα από κει πηγάζει το φυσικό αίσθημα ξεκούρασης ακόμα και τότε που τα όσα συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της ανάπαυλας είναι πιο κουραστικά κι από την κανονικότητα του εγκλεισμού.

Στο ζωγραφικό έργο, τώρα εκ των υστέρων, φαίνεται ξεκάθαρα η διαλυμένη πειθαρχία του τσαρικού στρατώνα: ποτά, χαρτιά, μουσικές, γενική ευθυμία, κόκκινο χρώμα και γραψίματα στον τοίχο όπου είναι αφημένα σε μια γωνιά μαζί με διάφορα άλλα και τα όπλα, έτσι που σε περίπτωση που δεχθούν αιφνιδιασμό, αυτοί οι στρατιώτες δεν θα ξέρουν τι να πιάσουν, τα σπαθιά ή τις μποτίλιες.
Ο Λαριόνοφ, σαν άλλος Ντοστογιέφσκι του ορατού, εμφανίζει εύθυμα την αποσάθρωση της συνοχής του στρατού, ίσως και της κοινωνίας, και "προβλέπει" έτσι την ήττα της Ρωσίας στον επερχόμενο πόλεμο, ήττα που οδήγησε γρηγορότερα στην επανάσταση των μπολσεβίκων.
Στην φωτογραφία όμως το κλίμα είναι διαφορετικό, σαφώς πιο συγκρατημένο, η πειθαρχία είναι εμφανής ακόμα κι εκτός υπηρεσίας, οι φαντάροι αν και κάθονται χαλαροί φορούν καθαρές και σιδερωμένες στολές, ο χώρος είναι λιτός και καθαρός σχεδόν με το ζόρι ανέχεται τους δυο ανθρώπους και τις δυο σκιές που δεν εκτελούν καμία υπηρεσία εκείνη την ώρα. Είμαστε στα 1954, έχει τελειώσει ο εμφύλιος, ο Μπελογιάννης και ο Πλουμπίδης έχουν, ήδη, διαδοχικά εκτελεστεί ως επικυρώση της απόλυτης κυριαρχίας τους άγριου μετεμφυλιοπολεμικού κράτους, για το θεαθήναι δηλαδή. Οι στρατιώτες δεν έχουν περιθώρια για χαλαρότητα, μόνο τα σώματα αφήνονται για λίγο, ίσως για μια φωτογραφία μόνον, σε στάσεις εκτός κανονισμού, αλλά ούτε κρασιά ούτε τραγούδια. Παρά ταύτα όμως κι αυτοί οι στρατιώτες είναι άοπλοι, όχι αφοπλισμένοι σαν τους Ρώσους αλλά άοπλοι, αλλά εδώ και λόγω της συνολικής τακτοποιημένης εικόνας αυτό το στοιχείο μοιάζει ελεγχόμενο.

Οι ίδιες οι δυο φωτογραφίες, που στην πραγματικότητα είναι μια, αποκαλύπτουν διάφορα πράγματα για τις συνθήκες και για τα πρόσωπα, αλλά όχι στην μπροστινή εμφανή πλευρά τους, παρά στην από πίσω την ιδιωτική, διότι υπήρξε μια ολόκληρη εποχή όπου οι φωτογραφίες ήταν εικόνες, αλληλογραφία, ημερολόγια και ταυτότητες μαζί. 
Η πρώτη βρισκόταν στην κατοχή του πατέρα μου ως ενθύμιον, ενώ η δεύτερη ήταν ανάμεσα στις φωτογραφίες της θείας Χρυσάνθης, της αδελφής του, σίγουρα θα υπήρξε και μια ακόμα τουλάχιστον. Οι φωτογραφία είναι απλή, ασπρόμαυρη, ο χώρος της ορίζεται από το οριζόντιο δάπεδο κι ένα κάθετο ξύλινο τοίχο με μια πόρτα από εκείνες που δεν ανοίγουν, ένα ρείθρο στην συναρμογή τους εκτελεί χρέη αυτοσχέδιου καθίσματος για τα δυο πρόσωπα, κι αυτά είναι όλα κι όλα, και δεν συγκρίνεται με τον πλούτο των χρωμάτων της ζωγραφιάς του Λαριόνοφ, παρά μόνον στις στάσεις των σωμάτων που συνθέτουν το μοτίβο της ξεκούρασης του στρατιώτη. Στις πίσω πλευρές τους όμως υπάρχουν χειρόγραφα δυο διαφορετικά κειμενάκια που τις κάνουν, τις πίσω πλευρές, να υπερέχουν σαφώς έναντι της από πίσω μεριάς του έργου του Ρώσου πρωτοπόρου.

Αντιγράφω εδώ ακριβώς με όλη την σαφήνεια που διαθέτουν τα δυο μικρά κείμενα, διατηρώντας την ευφάνταστη ορθογραφία τους. 

Η φωτογραφία του Άγγελου γράφει: Εν 124η Π.Β.Ε. τη 24-10-54 / Ενθύμιων απώ την στρατιοτηκήν ρουτήνα. Μάζη με τον Αγαπημένομου Σηνάδελφον Κωσ. Μαραθονίτην εις Λέσχη ΗΠΑΞΙΟΜΑΤΗΚΟΝ /  Ντων ΗΠΑΡΞΗΣΤΕ και Ντων / Καρβουνιάρης Γύφτος.
(Αν ο Μαραθονίτης είναι ο αριστερά σμηνίτης τότε ποιος άραγε να είναι ο Καρβουνιάρης Γύφτος; Ο ίδιος και είναι το παρατσούκλι του ή είναι η τρίτη σκιά που αποκτά ονοματεπώνυμο; Απορία που δεν θα λυθεί ποτέ αλλά ξαφνικά κάνει την ίσως αδιάφορη φωτογραφία να παράγει αινίγματα!)

Η φωτογραφία της Χρυσάνθης έχει διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα, άλλο χρώμα μελάνης, λεπτότερη πένα, και με καλλιγραφικά γράμματα γράφει: Εν 124η Π.Β.Ε. τη 24-10-54 / Χαρησμένη εις την αδελφούλα μου για να δη τα χάλια μου. Πρόσεξε μην τυχών και την δίξης πουθενά και γελάσουνε.
(Γιατί να μην δείξει πουθενά και για ποια χάλια μιλά; Τουλάχιστον σε όσα φαίνονται δεν υπάρχουν χάλια, οι στρατιώτες καθαροί και χαλαροί συνομιλούν ήσυχα, η δε σκηνή απογυμνωμένη από τα ηρωποιητικά σύμβολα της εποχής δεν μοιάζει στημένη. Η τρυφερότητα μεταξύ των δυο αδελφών αν και συγκρατημένη δεν κρύβεται. Η δεύτερη φωτογραφία με το μπροστά και πίσω μέρος της συγκροτεί μια συναισθηματική εικόνα).

Οι δυο αυτές σημειώσεις αποδεικνύουν, τουλάχιστον σε έμενα, πως κανείς από τους τέσσερις δεν είχε ιδέα για τους παρόμοια καθισμένους στρατιώτες του Λαριόνοφ και δεν τους πέρναγαν από τα μυαλά τους ιδέες για αναπαραστάσεις και τέτοια, κι ίσως ούτε και για εμένα όλα αυτά θα είχαν κάποια ιδιαίτερη σημασία, αν ένας από αυτούς δεν ήταν ο πατέρας μου που μου άφησε τους χάρτες του.

No comments: